Προσπαθώντας να ανατρέψουν την οικογενειακή κατάρα, τα αδέλφια Τζίμι, Μέλι και Κλάιντ Λόγκαν διοργανώνουν μια περίτεχνη ληστεία που θα διεξαχθεί κατά τη διάρκεια της θρυλικής κούρσας Coca-Cola 600 στην πίστα της Σάρλοτ, στο Κόνκορντ της Βόρειας Καρολίνας, κατά το σαββατοκύριακο της Εθνικής Ημέρας Μνήμης.

Σκηνοθεσία:

Steven Soderbergh

Κύριοι Ρόλοι:

Channing Tatum … Jimmy Logan

Adam Driver … Clyde Logan

Daniel Craig … Joe Bang

Riley Keough … Mellie Logan

Katie Holmes … Bobbie Jo Chapman

Farrah Mackenzie … Sadie Logan

Katherine Waterston … Sylvia Harrison

Dwight Yoakam … Warden Burns

Seth MacFarlane … Max Chilblain

Sebastian Stan … Dayton White

Brian Gleeson … Sam Bang

Jack Quaid … Fish Bang

Hilary Swank … πράκτορας Sarah Grayson

Macon Blair … πράκτορας Brad Noonan

David Denman … Moody Chapman

LeAnn Rimes … LeAnn Rimes

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jules Asner

Παραγωγή: Reid Carolin, Gregory Jacobs, Mark Johnson, Channing Tatum

Μουσική: David Holmes

Φωτογραφία: Steven Soderbergh

Μοντάζ: Steven Soderbergh

Σκηνικά: Howard Cummings

Κοστούμια: Ellen Mirojnick

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Logan Lucky
  • Ελληνικός Τίτλος: Logan Lucky

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινία του Steven Soderbegh μετά το 2013 και την αναγγελία του τότε για απόσυρση από τη σκηνοθεσία.
  • Μέρος του καστ ήταν και οι Michael Shannon, Matt Damon, αλλά δεν τους έβγαινε το πρόγραμμα. Το ίδιο και η Katherine Heigl, η οποία αποσύρθηκε λόγω εγκυμοσύνης.
  • Πολλά ακούστηκαν για την ταυτότητα της πρωτάρας σεναριογράφου Rebecca Blunt, την ύπαρξη της οποίας επιβεβαίωναν μονάχα ο Soderbergh και ο Adam Driver. Οι εικασίες ήθελαν να είναι ένα ακόμα ψευδώνυμο του -συνηθισμένου σε αυτά- Soderbergh, είτε της συζύγου του, Jules Asner, είτε ακόμα του κωμικού John Henson. Κι ενώ πλέον ως επίσημη εκδοχή θεωρείται ότι πρόκειται για την Jules Asner (που δεν επιθυμούσε να λένε ότι ο άντρας της σκηνοθετούσε τη δική της πρώτη δουλειά), ο Soderbergh επέμεινε ότι η Rebecca Blunt είναι πραγματικό πρόσωπο.
  • Ανεξάρτητη διανομή μέσω της Fingerprint Releasing, της εταιρίας του σκηνοθέτη, μια και δεν ο ίδιος επιθυμούσε πλέον επαφή με τα μεγάλα στούντιο.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 29/8/2017

Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που ο Steven Soderbergh διατράνωνε την απόφασή του να αποσυρθεί από την κινηματογραφική βιομηχανία πρόωρα, ευτυχώς όμως το σενάριο αυτής της ταινίας ληστείας ήταν αρκετό για να μεταπείσει τον ίδιο, και δεν είναι δύσκολο να δει κανείς το γιατί. Πέραν της δικής του προϋπηρεσίας στο είδος με τις ταινίες με πρωταγωνιστή τον Danny Ocean, το κείμενο του “Logan Lucky” είναι άκρως καλογραμμένο, γεμάτο σπαρταριστό χιούμορ και καίριες αναφορές στην ποπ κουλτούρα και κυρίως άκρως καλοσχηματισμένους χαρακτήρες για τους οποίους μπορεί να ενδιαφερθεί ο θεατής.

Όλοι οι ήρωες και κυρίως οι δευτερεύοντες αποτελούν μια πολύχρωμη πινακοθήκη που μοσχομυρίζει αισθητική ανεξάρτητου κινηματογράφου που υπηρέτησε γενναία ο δημιουργός του φιλμ στο ξεκίνημα της καριέρας του αλλά και αργότερα, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν το περιβάλλον σε ένα πόνημα των αδερφών Coen ή του Alexander Payne. Κι αν λείπουν από εδώ η βία και το σκοτάδι των πρώτων και η οξεία ειρωνική ματιά του δεύτερου είναι γιατί ο οσκαρούχος κινηματογραφιστής θέλει να βάλει το δικό του ύφος εδώ, αποπερατώνοντας ένα έργο ανάλαφρα ψυχαγωγικό, εξαιρετικά αστείο σε κάποια σημεία αλλά και με μια μεγάλη καρδιά απέναντι στους χαρακτήρες του που κάνει τη διαφορά, που ευτυχώς ποτέ δεν εξοκείλει στο γλυκανάλατο, με τη μικρή εξαίρεση μιας καίριας σκηνής μεταξύ του ήρωα του Channing Tatum και της κόρης του (ευτυχώς τις υπόλοιπες φορές που μοιράζονται χρόνο στην οθόνη, οικοδομείται μια σχέση που πείθει και είναι τρυφερή). Επιτυχημένα εδώ ο Soderbergh αλλάζει ύφος από την κλινική ψυχρότητα που χαρακτήριζε τις σχετικά πρόσφατες συνεργασίες του με το σεναριογράφο Scott Z. Burns όπως το “Contagion” και το “Side Effects” (το υποτιμημένο και παραγνωρισμένο “The Informant!” αποτελεί μια διαφορετική ιστορία) και φαίνεται να βρίσκεται εδώ περισσότερο στο στοιχείο του, διαχειριζόμενος το υλικό του με μια χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να φοβάται να χαλαρώσει τους ρυθμούς όποτε το κρίνει αναγκαίο, κόντρα θα έλεγε κάποιος στις συμβάσεις του είδους που εκπροσωπεί (αν και για να ειπωθεί η αλήθεια, μια αφηγηματική κοιλιά υπάρχει σε κάποια σημεία). Ο συνθέτης φετίχ του πολυσχιδούς σκηνοθέτη David Holmes επιστρέφει, ωστόσο είναι οι μουσικές επιλογές του ροκ σάουντρακ αυτές που μένουν στο μυαλό και περιέχουν από Bo Diddley μέχρι Creedence Clearwater Revival, ταιριάζοντας σαν γάντι με την ατμόσφαιρα και το ρυθμό της ταινίας.

Δεν γίνονται ωστόσο τα πάντα σωστά. Πολλάκις δίνεται η εντύπωση μιας υποτυπώδους χρήσης κάποιων ηθοποιών σε δεύτερους ρόλους και πιο συγκεκριμένα του απολαυστικά καρτουνίστικου Seth MacFarlane αλλά και της εξαιρετικής Hilary Swank που εμφανίζεται προς το τέλος και αναδίδει μια αίσθηση ότι η ηρωίδα της μπορεί να είχε μεγαλύτερο χρόνο εμφάνισης και σημαντικότερη συμβολή στην πλοκή αρχικά αλλά να ήταν κάτι που να κόπηκε ως υποπλοκή δευτερεύουσας σημασίας στο μοντάζ. Επιπροσθέτως το ανοιχτών εκκρεμοτήτων φινάλε δε φαντάζει ως μια πλήρως ικανοποιητική κατακλείδα στην ιστορία κι ας έχει προηγηθεί μια ευχάριστη ανατροπή. Σε γενικές γραμμές πάντως τα σκήπτρα της διασκέδασης κρατιούνται επάξια από το σύνολο των βασικών συντελεστών κατά τη χρονική διάρκεια του συγκεκριμένου πονήματος. Σε ερμηνευτικό επίπεδο αν υπάρχει κάποιος που κάνει τη διαφορά εδώ είναι ο Daniel Craig, του οποίου το μάτι γυαλίζει ταιριαστά στο ρόλο που καλείται να παίξει, αποδίδοντας με κέφι έναν αντιήρωα που ευτυχώς βρίσκεται μακριά από την τυποποίηση που έχει υποστεί και σε άλλες παραγωγές ελέω James Bond, ενώ μένει να εξακριβωθεί αν η χαριτωμένη ενέργεια της μικρής Farrah Mackenzie θα μεταφραστεί στην ανάπτυξη ενός κάποιου υποκριτικού ταλέντου στο μέλλον.

Επειδή οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες από ένα σημείο κι έπειτα με το έτερο πολυδιαφημισμένο caper movie του καλοκαιριού που μας αφήνει, το “Baby Driver”, είναι ενδιαφέρον το συμπέρασμα ότι πρόκειται για δημιουργίες που αλληλοσυμπληρώνονται στα προτερήματα και τα μειονεκτήματά τους, με τη μεν δουλειά του Wright να κερδίζει σε καταιγιστικό ρυθμό αφήγησης και δράση και το δε “Logan Lucky” να προηγείται σε ιδιαιτερότητα χαρακτήρα κι αίσθηση του χιούμορ. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια ευπρόσδεκτη επιστροφή σε φόρμα για το δημιουργό του.

Βαθμολογία:


Κριτικός:  Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 23/7/2018

Όλα δείχνουν ότι ο Soderbergh το παλεύει να αποκαταστήσει το όνομα του, το οποίο έχει πράγματι υποστεί μια γερή πτώση στο «χρηματιστήριο αξιών του σινεμά», αλλά μοιάζει να ξεχνάει κάτι εξίσου σημαντικό με τη σκηνοθετική επιδεξιότητα: το σενάριο. Αυτό είναι ο μοναδικός λόγος που το «Logan Lucky» δεν απογειώνεται ποτέ, δεν μπαίνει στο πάνθεο μιας σπουδαίας λίστας αμερικανικών κωμωδιών, όπου το πατροπαράδοτο στυλ των Coen έχει κάνει θαύματα και μακριά από τα δύο τρομερά αδέλφια.
Το φιλμ του Soderbergh, καταρχάς, έχει τη χάρη να κρατιέται μακριά από την υπεροψία του mainstream κινηματογράφου. Κι όμως, σου παρέχει μια τριάδα ηθοποιών (Channing Tatum, Adam Driver και Daniel Craig) mainstream κλάσης, η οποία ξεπερνάει το απλό φιλότιμο και παίζει δεμένη και με φούρια. Αφήστε που γύρω τους έχουμε ένα γενικά εξαιρετικό καστ, που συνολικά κάνει την απλή ατάκα να παίρνει όγκο. Η κωμωδία απλώνεται με χαλαρότητα, θα έλεγες σε σημεία και με απάθεια από πλευράς ηρώων, και χωρίς πολλά ξεσπάσματα ή ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα, πετυχαίνει να αποδώσει, να περάσει στον θεατή. Είναι μέσα στο κλίμα των heist κωμωδιών που θέλουμε να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε.
Αλλά ο γεννημένος στην Ατλάντα δημιουργός δεν αφήνει μονάχα στο ύφος την ευεργετική του επίδραση επί του πρακτέου. Όλα τα πλάνα, ακόμα κι αυτά που δεν εμπλέκονται στη δράση, είναι «πειραγμένα». Θα έλεγε ορθότερα κάνεις, μελετημένα. Έξυπνες γωνίες λήψης, έλεγχος στην κίνηση των ηθοποιών εμπρός της κάμερας, συγχρονισμός ατάκας και εικόνας, και τέλος ένα καταπληκτικό μοντάζ, απαραίτητο άλλωστε σε τέτοιου είδους πολυπρόσωπη ταινία. Δεν παρασέρνεται μάλιστα να τρέξει και να καταντήσει την ταινία του βίντεο-κλιπ, αντίθετα πάντα δείχνει απόλυτο έλεγχο επί του μοντάζ και των ρυθμών του, επιβάλλοντας μια ομαλότητα, και μια ψευδαίσθηση απλότητας ταιριαστή με το επαρχιώτικο ντεκόρ του.
Κι ενώ όλα αυτά εκτελούνται άψογα, το σενάριο είναι κάτι παραπάνω από αδύναμος κρίκος. Βασικά, όλα πηγαίνουν τόσο ρολόι για τους ήρωες μας, που μοιάζει μια τόσο ριψοκίνδυνη και πολύπλοκη ληστεία να μπορούσε να έχει εκτελεστεί κι από πεντάχρονα. Ούτε η ανατροπή του απώτερου φινάλε περισώζει τα προσχήματα, και το μόνο που θα μπορούσαν να ελπίζουν οι δημιουργοί, είναι ο θεατής να το εκλάβει όλο αυτό ως μια φάρσα, κάτι σαν παρωδία των heist κωμωδιών. Κάτι βέβαια άτοπο, μια και η κωμωδία δεν επιδέχεται εύκολα κάτι τέτοιο. Έτσι, τελειώνοντας εξασθενεί γρήγορα όλο αυτό που είδαμε, αφού δεν μπήκαμε ποτέ στη διαδικασία να αισθανθούμε κάποια αγωνία για τα τεκταινόμενα, κάποια ένταση που να άξιζε τον κόπο.
Όπως και να ‘χει, ο Soderbergh είναι σε καλό δρόμο. Ίσως όμως θα έπρεπε να ανακτήσει περισσότερο την αυτοπεποίθηση του ως δημιουργός, αποζητώντας επιτέλους τον στόμφο αυτού που χαιρόμασταν να ακολουθούμε κατά πόδας ως και το 2000.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.