
Αρχές δεκαετίας του 1950, Φλόριντα. Ο Λουκ Τζάκσον είναι ένας κρατούμενος με κότσια. Αντιστέκεται σε κάθε είδους εξουσία και έχει βασικό συνήθειο τις αποδράσεις. Παρότι ακόμα και οι δεσμοφύλακες τον σέβονται, η διαταγή είναι να του τσακίσουν το ηθικό.
Σκηνοθεσία:
Stuart Rosenberg
Κύριοι Ρόλοι:
Paul Newman … Lucas ‘Luke’ Jackson
George Kennedy … Clarence ‘Dragline’ Slidell
Strother Martin … ο λοχαγός
Jo Van Fleet … Arletta Jackson
Joy Harmon … Lucille
Morgan Woodward … ‘Walking Boss’ Godfrey
Luke Askew … Paul Hunnicutt
Robert Donner … Shorty
Clifton James … Carr
John McLiam … Kean
J.D. Cannon … Society Red
Lou Antonio … Koko
Robert Drivas … ‘Loudmouth’ Steve
Richard Davalos … ‘Blind’ Dick
Dennis Hopper … Babalugats
Wayne Rogers … ‘Gambler’
Harry Dean Stanton … Edgar ‘Tramp’ Potter
Ralph Waite … ‘Alibi’
Anthony Zerbe … ‘Dog Boy’
Buck Kartalian … ‘Dynamite’
James Gammon … ‘Sleepy’
Joe Don Baker … ‘Fixer’
Rance Howard … σερίφης
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Donn Pearce, Frank Pierson
Παραγωγή: Gordon Carroll
Μουσική: Lalo Schifrin
Φωτογραφία: Conrad L. Hall
Μοντάζ: Sam O’Steen
Σκηνικά: Cary Odell
Κοστούμια: Howard Shoup
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Cool Hand Luke
- Ελληνικός Τίτλος: Ο Μεγάλος Δραπέτης
- Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Λουκ Τσάκσον: Ο Μεγάλος Δραπέτης [επανέκδοσης]
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: Cool Hand Luke του Donn Pearce.
Κύριες Διακρίσεις
- Όσκαρ δεύτερου αντρικού ρόλου (George Kennedy). Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Paul Newman), διασκευασμένο σενάριο και μουσική (αυθεντική).
- Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Paul Newman) σε δράμα, και δεύτερου αντρικού ρόλου (George Kennedy).
Παραλειπόμενα
- Ο Donn Pearce είχε συλληφθεί σε ηλικία 20 ετών και είχε βρεθεί σε φυλακή της Φλόριντα για δύο χρόνια, εργαζόμενος σε καταναγκαστικά έργα πάνω στις ράγες του τρένου. Την εμπειρία του αυτή είχε μεταφέρει στο ομώνυμο βιβλίο του 1965, που κατάφερε να πουλήσει στη Warner Bros. για 80 χιλιάδες δολάρια, συν 15 για τη συμμετοχή του στο σενάριο.
- Ο Stuart Rosenberg εργάζονταν επί δεκαετία στην τηλεόραση, και εδώ επέλεξε να κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο. Αυτός είχε εντοπίσει το βιβλίο και το είχε πάει στην Jalem Productions, την ανεξάρτητη εταιρία του Jack Lemmon. Ο ηθοποιός όμως αγόρασε τα δικαιώματα απευθείας από τον Donn Pearce , παρακάμπτοντας τον σκηνοθέτη. Η Jalem σκόπευε να κάνει την ταινία με την Columbia Pictures, με τον Lemmon να ξεκαθαρίζει στον τύπο πως δεν επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος. Το σχέδιο μεταπουλήθηκε αργότερα στη Warner Brothers Pictures, κι εκείνη προσέλαβε τον Paul Newman.
- Όταν γράφονταν το σενάριο, οι υποψήφιοι για τον πρώτο ρόλο ήταν είτε ο Jack Lemmon είτε ο Telly Savalas.
- Η Bette Davis αρνήθηκε τον ρόλο της Αρλέτα.
- Η ξανθιά Joy Harmon, που εμφανίζεται στη χαρακτηριστική σκηνή που πλένει ένα αμάξι, ήταν μια άσημη ηθοποιός. Όταν ο μάνατζερ της την πρότεινε στους παραγωγούς, η νεαρή ηθοποιός πέρασε από οντισιόν μπροστά στους Rosenberg και Newman, φορώντας μπικίνι και δίχως να χρειάζεται να πει ούτε μία λέξη.
- Τα γυρίσματα έγιναν στο Στόκτον της Καλιφόρνια, όπου κατασκευάστηκε μια φυλακή στα πρότυπα της Tavares Road Prison στην Φλόριντα (εκεί είχε εκτίσει την ποινή του ο Donn Pearce). Χρειάστηκε πρώτα να βρεθεί στη Φλόριντα ένα συνεργείο που πήρε πολλές φωτογραφίες από τις φυλακές, αλλά έκανε και μετρήσεις των επιμέρους διαστάσεων της.
- Ο Rosenberg απαγόρευε την παρουσία γυναικών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ώστε οι ηθοποιοί του να αισθανθούν καλύτερα τους ρόλους τους. Ακόμα και η Joy Harmon παρέμεινε κρυμμένη σε ξενοδοχείο, και την είδαν μόνο κατά το γύρισμα της σκηνής της. Ενώ όμως το πρόγραμμα ήθελε αυτή η σκηνή να ολοκληρωθεί σε μισή ημέρα, πήρε εντέλει τρεις, μια και η ηθοποιός ήταν απροετοίμαστη για αυτά που ζητούσε ο σκηνοθέτης.
- Όταν ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες των Όσκαρ, ο George Kennedy προμόταρε τον εαυτό του πληρώνοντας 5 χιλιάδες δολάρια από την τσέπη του για διαφημιστικά. Αφού επικράτησε στα βραβεία, το κασέ του δεκαπλασιάστηκε, και όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, ήταν ευχαριστημένος που πλέον δεν χρειάζονταν να παίζει πάντα τον κακό της ιστορίας.
- Το φιλμ είχε άμεσα καλές κριτικές, και ευτύχησε να βγάλει από τα ταμεία 16,2 εκατομμύρια δολάρια, έναντι μπάτζετ των 3,2.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 27/6/2025
«Αυτό που έχουμε εδώ είναι… αποτυχία στην επικοινωνία». Όλοι οι σινεφίλ γνωρίζουν τη διάσημη φράση, ακόμα κι εκείνοι που ίσως δεν έχουν δει την ταινία. Και το πιο παράξενο: όταν κάνουν τη σύνδεση, χαμογελούν, σαν να θυμούνται το ανεπανάληπτο πικρό χαμόγελο του Paul Newman.
Το «Cool Hand Luke» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και ταυτόχρονα διαχρονικά δείγματα κινηματογραφικού αντι-ηρωισμού, φέρνοντας στο προσκήνιο την έννοια της μοναχικής αντίστασης απέναντι στην εξουσία και την αποπροσωποποιημένη κοινωνική δομή. Στο πλαίσιο ενός κινηματογράφου που συχνά περιστρέφεται γύρω από μεμονωμένες φιγούρες, η ταινία του Stuart Rosenberg διαφοροποιείται. Παρότι υιοθετεί το κλασικό σχήμα ενός ήρωα-εξωτερικού παρατηρητή, το υπερβαίνει, φωτίζοντας με συγκίνηση και ακρίβεια το πώς μια ατομική μορφή μπορεί να μετατραπεί σε συλλογικό σύμβολο.
Ο κινηματογράφος, ως καθρέφτης της ζωής, δείχνει συχνά ήρωες σε βαθιά μοναχικές πορείες, και το 1967, έτος παραγωγής της ταινίας, ήταν κομβικό για την αμερικανική κοινωνία. Η εσωτερική αναταραχή, το αντιπολεμικό κίνημα κατά του Βιετνάμ και οι φυλετικές εξεγέρσεις συνέθεταν ένα περιβάλλον αμφισβήτησης και ρήξης με το κατεστημένο. Η τέχνη δεν μπορούσε παρά να αποτυπώσει αυτή την κοινωνική ζύμωση. Ταινίες με έντονα ριζοσπαστικό χαρακτήρα, όπως «Bonnie and Clyde», «The Graduate» και «Point Blank», προέβαλαν αντι-ήρωες που ζούσαν στο περιθώριο, επαναστατούσαν, παραβίαζαν κανόνες και γίνονταν αντικείμενα ταύτισης για τη νεολαία.
Μέσα σε αυτό το ρεύμα, ο Lucas “Luke” Jackson, τον οποίο ερμηνεύει εξαιρετικά ο Paul Newman, αναδεικνύεται ως μορφή εσωτερικής και εξωτερικής αντίστασης. Ο Luke παρουσιάζεται εξαρχής ως αντικομφορμιστής: κόβει τις κεφαλές των παρκομέτρων χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση και καταδικάζεται σε διετή φυλάκιση σε καταναγκαστικά έργα, υπό την αυστηρή επιτήρηση του Διοικητή (Strother Martin) και του ανέκφραστου σκοπευτή Godfrey (Morgan Woodward), μιας απόκοσμης φιγούρας με κατοπτρικά γυαλιά, που συμβολίζει την απρόσωπη εξουσία που ελέγχει τις μάζες.
Η ταινία σκιαγραφεί την προσωπικότητά του Luke με λιτότητα αλλά και βάθος, τονίζοντας την άρνησή του να υποταχθεί όχι μόνο στους δεσμοφύλακες αλλά και στην ιεραρχία των κρατουμένων. Η πυγμαχική του μονομαχία με τον Dragline (George Kennedy) -την οποία χάνει σωματικά αλλά κερδίζει ηθικά, αρνούμενος να εγκαταλείψει- τον μετατρέπει σε ηθικό ηγέτη του μικρόκοσμου της φυλακής. Ο Luke όμως δεν είναι ένας απλός αντι-ήρωας. Δεν είναι ούτε αμοραλιστής ούτε εγωκεντρικός. Διακατέχεται από καλοσύνη, ενσυναίσθηση και αυθεντικότητα. Ακόμη και όταν καταρρέει, δεν παραδίδεται. Ενσαρκώνει έναν άνθρωπο βαθιά ειλικρινή, που παλεύει όχι τόσο για μια απτή ελευθερία όσο για τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς του. Μέσα από τη στάση του, γίνεται μάρτυρας. Οι συγκρατούμενοί του τον βλέπουν ως θρύλο, ως κάποιον που αρνήθηκε να λυγίσει. Το στιγμιότυπο όπου, μετά τον διαγωνισμό των αυγών, ξαπλώνει στο τραπέζι σαν σε σταυρική θυσία, υποδηλώνει τη μεταμόρφωσή του σε μεσσιανικό σωτήρα.
Η θρησκευτική σημειολογία διατρέχει όλη την ταινία. Ο Luke, στην κορύφωση του δράματος, προσεύχεται σ’ έναν Θεό που μοιάζει να σιωπά. Δεν αρνείται την ύπαρξή του, αλλά τον αμφισβητεί. Η σκηνή στην εκκλησία, όπου αναζητά απαντήσεις και τελικά αποδέχεται πως ίσως πρέπει να πεθάνει, συνοψίζει την τραγικότητα αλλά και τη δύναμη του χαρακτήρα του. Το τελευταίο του χαμόγελο δεν είναι ήττα. Είναι επιβεβαίωση. Ο θάνατός του δεν σβήνει τη φλόγα του, αλλά την ενισχύει.
Ο Dragline, ο άλλοτε αντίπαλός του, αφηγείται το τέλος με τρόπο σχεδόν μυθικό. Δεν τονίζει την ήττα ή την αιματοχυσία, αλλά το χαμόγελο του Luke. Ο μύθος του μετατρέπεται σε πνευματική παρακαταθήκη για τους συγκρατούμενους, που βλέπουν σε εκείνον την πιθανότητα να υπάρξει ελευθερία, έστω και μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρής καταστολής.
Το δυνατό σημείο της ταινίας είναι ότι δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Δεν προτείνει μια λύση μέσω ηρωισμού ή επανάστασης. Ούτε ο Luke αλλάζει τον κόσμο ούτε σώζει τους άλλους. Αλλά αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη θέληση, η ανάγκη να παραμείνουμε ακέραιοι, μπορεί να γίνει έμπνευση. Η ίδια η ταινία λειτουργεί ως κάλεσμα σε εσωτερική εξέγερση: να μη συμβιβαζόμαστε, να μη σιωπούμε, να χαμογελάμε ακόμα και μπροστά στην ήττα.
Το «Cool Hand Luke» παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, γιατί αγγίζει διαχρονικές υπαρξιακές ανησυχίες. Η μοναχικότητα του ατόμου, η ανάγκη για αξιοπρέπεια, η πίστη στην ελευθερία, η αδυναμία του Θεού να απαντήσει άμεσα -όλα τα στοιχεία αυτά χτίζουν ένα αφηγηματικό σύμπαν που ξεπερνά την εποχή του. Η ταινία δεν ηθικολογεί. Δείχνει απλώς τη δύναμη που έχει ένας άνθρωπος όταν αρνείται να παραδοθεί, ακόμη και όταν γνωρίζει πως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.
Σε ένα φιλμ που ισορροπεί μεταξύ ουμανισμού και μηδενισμού, όπου η εξέγερση είναι ο μόνος δρόμος -και η κατάκτηση της ελευθερίας φαίνεται αβέβαιη-, η κινηματογραφική του υπόσταση θυμίζει πως η αντίσταση είναι απαραίτητη και οι εξουσιαστές αδύναμοι μπροστά στην ανυπέρβλητη ανθρώπινη θέληση.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 




