Ένας δισεκατομμυριούχος αποφασίζει παρορμητικά να γίνει ο παραγωγός μιας εμβληματικής ταινίας, και απαιτεί να έχει τους καλύτερους συντελεστές. Καταρχάς προσλαμβάνεται η αναγνωρισμένη σκηνοθέτις Λόλα Κουέβας για να ηγηθεί του φιλόδοξου εγχειρήματος. Έπειτα το all-star καστ ολοκληρώνουν δυο κορυφαίοι ηθοποιοί με μεγάλα ταλέντα και ακόμα μεγαλύτερα «εγώ»: ο καρδιοκατακτητής από το Χόλιγουντ Φελίξ Ριβέρο και ο ριζοσπαστικός θεατρικός πρωταγωνιστής Ιβάν Τόρες. Και οι δύο είναι θρύλοι αλλά όχι ακριβώς οι καλύτεροι φίλοι. Μέσα από μια σειρά εκκεντρικές δοκιμασίες που θέτει η Λόλα, θα πρέπει ο Φελίξ και ο Ιβάν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και την ίδια τους τη φήμη. Ποιος θα καταφέρει να παραμείνει όταν τελικά η κάμερα θα ξεκινήσει να γράφει;

Σκηνοθεσία:

Mariano Cohn

Gaston Duprat

Κύριοι Ρόλοι:

Penelope Cruz … Lola Cuevas

Antonio Banderas … Felix Rivero

Oscar Martinez … Ivan Torres

Irene Escolar … Diana Suarez

Pilar Castro … Violeta

Jose Luis Gomez … Humberto Suarez

Manolo Solo … Matias

Koldo Olabarri … Dario

Juan Grandinetti … Ariel

Melina Matthews … διευθύντρια φωτογραφίας

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mariano Cohn, Gaston Duprat, Andres Duprat

Παραγωγή: Jaume Roures

Μουσική: Judith Jauregui

Φωτογραφία: Arnau Valls Colomer

Μοντάζ: Alberto del Campo

Σκηνικά: Alain Bainee

Κοστούμια: Wanda Morales

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Competencia Oficial
  • Ελληνικός Τίτλος: Επίσημη Συμμετοχή
  • Διεθνής Τίτλος: Official Competition

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Cruz και Banderas παίζουν μαζί για δεύτερη φορά, αλλά την πρώτη ήταν απλά γκεστ-σταρ, στο Δεν Κρατιέμαι (2013).
  • Τα γυρίσματα κόπηκαν σε δύο περιόδους, με ενδιάμεσο κενό 6 μηνών, λόγω της πανδημίας.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 28/7/2022

Ο 80χρονος βαθύπλουτος Humberto Suarez (Jose Luis Gomez) θέλει να συνδέσει το όνομά του με ένα έργο που θα μείνει στην ιστορία. Σκέφτηκε αρχικά να κατασκευάσει μια γέφυρα, μετά του ήρθε μια καλύτερη ιδέα: μια ταινία. Έτσι προσλαμβάνει τη διάσημη αλλά εκκεντρική σκηνοθέτιδα Lola Cuevas (Penelope Cruz) για να προσαρμόσει στον κινηματογράφο ένα βραβευμένο μυθιστόρημα που αφηγείται τη σκληρή διαμάχη ανάμεσα σε δυο αδέλφια. Η Lola αποφασίζει να προσλάβει δύο ανταγωνιστές ηθοποιούς, εντελώς αντίθετους σε στυλ και χαρακτήρα. Ο Felix Rivero (Antonio Banderas) είναι ο κλασικός σταρ του Χόλιγουντ, με  τεράστια αυτοπεποίθηση και απήχηση στα νεαρά κορίτσια. Αντίθετα, ο Ivan Torres (Oscar Martinez) είναι ένας αντικομφορμιστής, διανοούμενος και εναλλακτικός ηθοποιός, καθηγητής σε σχολή υποκριτικής. Ο Ivan και ο Felix δεν εκτιμούν και δεν αντέχουν ο ένας τον άλλον, αλλά έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τον αβυσσαλέο εγωισμό τους. Όσο για τη Lola δεν πάει πίσω: είναι πρόθυμη να κάνει τα πάντα για να πάρει την καλύτερη ερμηνεία τους∙ τους προκαλεί και τους χειραγωγεί με κάθε τρόπο, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά της ήδη εμπρηστικής αντιπαλότητάς τους. Όμως τι κατάληξη μπορεί να έχει αυτό;

Η «Επίσημη Συμμετοχή» είναι σκηνοθετημένη από τους Gaston Duprat και Mariano Cohn, ενώ στο σενάριο συνεργάστηκε και ο αδελφός του Gaston Duprat, Andres. Μετά τον αξιόλογο «Επιφανή Πολίτη» (2016) που αφορούσε τον κόσμο της λογοτεχνίας, αυτή τη φορά οι δύο αργεντινοί σκηνοθέτες ανατέμνουν σε βάθος τον κόσμο του κινηματογράφου, οπλισμένοι με νυστέρια αλλά χωρίς γάντια.

Θεωρητικά η ταινία είναι μια κωμωδία, όμως η πικρή σάτιρα της όσο περνά η ώρα γίνεται όλο και πιο σκοτεινή αγγίζοντας τα όρια του τραγικού. Αυτό δεν είναι παράδοξο καθώς το κωμικό δεν αποκλείει ούτε τη βία ούτε το δράμα∙ αντίθετα μπορεί να τρέφεται από αυτά.

Η δράση τοποθετείται εξολοκλήρου σε ένα μεταμοντέρνο και αχανές κινηματογραφικό στούντιο, φτιαγμένο από σκυρόδεμα, ξύλο και γυαλί, που φέρνει στον νου τις κατασκευές του Jacques Tati στο «Playtime». Η αφήγηση ξεκινά με μια συναρπαστική συνεδρία ανάγνωσης σεναρίου, μια τέλεια εισαγωγή για τους βασικούς χαρακτήρες. Τεχνητά μαυρισμένος, νάρκισσος, ματαιόδοξος, ο Felix φλερτάρει με οτιδήποτε κινείται στο οπτικό του πεδίο. Καταξιωμένος θεατρικός ηθοποιός,  διανοούμενος, ηθικολόγος, λάτρης του λόγου παρά της εικόνας, ο Ivan αποδοκιμάζει τη χυδαιότητα των τελετών απονομής βραβείων: «Ποτέ δεν θα υπέβαλα τον εαυτό μου σε αυτό το τσίρκο». Ωστόσο προβάρει κρυφά μια υποθετική ομιλία για τα Όσκαρ, χρησιμοποιώντας έναν βραστήρα αντί για το αγαλματίδιο.

Σε μια εμπνευσμένη σκηνή, η σκηνοθέτις Lola τους βάζει να κάνουν πρόβες κάτω από έναν τεράστιο ογκόλιθο που κρέμεται από έναν γερανό, ενώ σε μια εξίσου απολαυστική, αφού πρώτα τους δένει χειροπόδαρα καταστρέφει όλα τα βραβεία τους με έναν τεμαχιστή, ενώ αυτοί τη βρίζουν χυδαία.

Το φιλμ είναι μια αιχμηρή σάτιρα για τον κόσμο του κινηματογράφου αλλά και της τέχνης γενικότερα. Οι Duprat και Chon πυροδοτούν μια σειρά λαμπρών διαλόγων  που εμπλουτίζονται από τις διαθέσεις, τα βλέμματα και τις χειρονομίες των Cruz, Banderas και Martinez, θέτοντας αδιόρατα μια σειρά ερωτημάτων. Έχει νόημα η τέχνη χωρίς κοινό; Μπορεί να υπάρχει μόνο σε σχέση με αυτούς που την απολαμβάνουν; Και για να την απολαύσεις είναι απαραίτητο να έχεις μελετήσει αρκετά ή αρκεί μόνο να την αισθανθείς;

Με θαυμαστό τρόπο τα τεμνόμενα επίπεδα «ζωή»-«κινηματογράφος» επικαλύπτονται και συγχέονται, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία του επαγγέλματος του ηθοποιού αναμειγνύονται σε μια άσκηση στυλ και δεξιοτεχνίας, δημιουργώντας θέαμα μέσα στο θέαμα. Οι τρεις έξοχοι πρωταγωνιστές παίζουν έναν ρόλο μέσα στον ρόλο, μιλούν για τέχνη, είτε με σοβαρό είτε με ανόητο τρόπο, άλλοτε με σνομπισμό κι άλλοτε με ειλικρίνεια, χωρίς να είναι δυνατόν να το διακρίνει κανείς. Στήνουν φάρσες ο ένας στον άλλον (ο ένας ότι είναι βαριά άρρωστος – ο άλλος ότι αναγνωρίζει την ανωτερότητα του συμπρωταγωνιστή του), αλλά είναι απόλυτα πειστικοί γιατί και οι ίδιοι βιώνουν και πιστεύουν το ψέμα τους. Παράλληλα υπάρχει μια ταινία μέσα στην ταινία, που η ατελής-χαοτική προετοιμασία της πρώτης δημιουργεί τη δεύτερη: ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης. Τελικά, όλα είναι αλήθεια και όλα είναι ψέματα, αυτός είναι ο «κανόνας του παιχνιδιού».

Βέβαια, ενώ το ξεκίνημα της ταινίας είναι καθηλωτικό και ενίοτε ξεκαρδιστικό, όσο ρέει η αφήγηση το γέλιο υποχωρεί, ο τόνος και το ύφος γίνονται όλο και πιο σκοτεινά. Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες δεν φαίνονται πια τόσο αστείοι, αλλά μάλλον πρόσωπα τραγικά. Ίσως τότε αποκτά νόημα ως προοικονομία  η -προφανώς όχι τυχαία- εικόνα ενός λευκού κλόουν στην εισαγωγική σεκάνς: μια μοναχική, λυπημένη, απελπισμένη φιγούρα-σύμβολο του ανθρώπου του θεάματος.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.