Ο ηθοποιός Ρίγκαν Τόμσον έγινε πριν από χρόνια διάσημος παίζοντας έναν σούπερ-ήρωα, τον άνθρωπο πουλί, και τώρα προσπαθεί να ανεβάσει ένα θεατρικό στο Μπρόντγουεϊ. Τις ημέρες που προηγούνται της πρεμιέρας, πρέπει να πολεμήσει με τον εγωισμό του, αλλά και τις ενδοοικογενειακές του διαμάχες. Όλα αυτά, για να αποδείξει πως μπορεί να διεκδικήσει πίσω την παλιά του δόξα.

Σκηνοθεσία:

Alejandro G. Inarritu

Κύριοι Ρόλοι:

Michael Keaton … Riggan Thomson

Edward Norton … Mike Shiner

Zach Galifianakis … Jake

Andrea Riseborough … Laura Aulburn

Amy Ryan … Sylvia Thomson

Emma Stone … Sam Thomson

Naomi Watts … Lesley Truman

Lindsay Duncan … Tabitha Dickinson

Merritt Wever … Annie

Jeremy Shamos … Ralph

Damian Young … Gabriel

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Alejandro G. Inarritu, Nicolas Giacobone, Alexander Dinelaris, Armando Bo

Παραγωγή: Alejandro G. Inarritu, John Lesher, Arnon Milchan, James W. Skotchdopole

Μουσική: Antonio Sanchez

Φωτογραφία: Emmanuel Lubezki

Μοντάζ: Douglas Crise, Stephen Mirrione

Σκηνικά: Kevin Thompson

Κοστούμια: Albert Wolsky

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Birdman or (The Unexpected Virtue of Ignorance)

Ελληνικός Τίτλος: Birdman ή (Η Απρόσμενη Αρετή της Αφέλειας)

Εναλλακτικός Τίτλος: Birdman

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, αυθεντικού σεναρίου και φωτογραφίας. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Michael Keaton), δεύτερο αντρικό ρόλο (Edward Norton), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Emma Stone), ήχο και ηχητικά εφέ.
  • Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Michael Keaton) σε κωμωδία/μιούζικαλ και σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία στην κατηγορία κωμωδία/μιούζικαλ, σκηνοθεσία, δεύτερο αντρικό ρόλο (Edward Norton), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Emma Stone) και μουσική.
  • Βραβείο Bafta φωτογραφίας. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Michael Keaton), δεύτερο αντρικό ρόλο (Edward Norton), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Emma Stone), σενάριο, μουσική, μοντάζ και ήχο.
  • Καλύτερη ταινία στα βραβεία Independent Spirit.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο μουσικής.

Παραλειπόμενα

  • Αρχικά, ο δημιουργός του το οραματίζονταν ως ένα μονόπλανο με μοναδικό σκηνικό τη θεατρική σκηνή, βασισμένο στο διήγημα του Raymond Carver, που παρέμεινε ακμαίο και στην τελική εκδοχή. Το μονόπλανο δεν υπάρχει φυσικά, αλλά αντικαταστάθηκε αισθητικά με την τεχνική του σκηνοθέτη. Μάλιστα, επειδή είναι έτσι ενορχηστρωμένο, χρειάστηκαν μονάχα δύο βδομάδες για να τελειώσει το μοντάζ. Μονάχα καθόλο το φιλμ 16 φορές γίνεται ορατό στον θεατή ότι υπάρχει αυτό το μοντάζ.
  • Οι τίτλοι της ταινίας είναι φόρος τιμής για τον Jean-Luc Godard. Από αυτόν ήταν η έμπνευση να υπάρχει μοντάζ δίχως να γίνεται ορατό.
  • Η Margot Robbie απέρριψε τον ρόλο της Σαμ. Lily James, Emilia Clarke και Blake Lively πέρασαν ανεπιτυχώς οντισιόν για τον ίδιο ρόλο.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ολόκληρη η μουσική του Antonio Sanchez είναι μια τζαζ σύνθεση με ντραμ. Σε αυτήν παρεμβάλει κλασικά μοτίβα, όπως από Mahler και Tchaikovsky. Το τελευταίο ήταν που στοίχισε στην ταινία μια υποψηφιότητα στα Όσκαρ, μια και η Ακαδημία θεώρησε ότι η μη αυθεντική μουσική υπερβαίνει τη μισή ώρα, άρα και συγκεκριμένο κανόνα της. Παρόλα αυτά, βραβεύτηκε με το ανάλογο Grammy.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 20/1/2015

Σε έναν κόσμο πλήρως αναληθή, σίγουρα η αλήθεια φαντάζει ενδιαφέρουσα, γίνεται αντικείμενο μελέτης, όχι τόσο ως άξια, άλλα ως κάτι το μακρινό, το ανέφικτα προσβάσιμο, το ακαδημαϊκά αξιοσημείωτο. Οι χαρακτήρες του ασύλληπτα πολυεπίπεδου «Birdman» ακροβατούν ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την παραπλάνηση που τους προσφέρει η μυθοπλασία. Ακραίοι, ριψοκίνδυνοι, εθισμένοι στην αναγνωρισιμότητα, καταντούν να αναζητούν τον ίδιο τους τον εαυτό μέσα στη φόρμα των ρόλων που συνειδητά υποδύονται. Μετά από αυτό (ίσως και μέσω αυτού), το να πετάς ή το να νομίζεις ότι μπορείς να πετάξεις, μοιάζει τελικά το ίδιο πράγμα. Η πραγματικότητα μετατρέπεται σε ψυχωσικό όνειρο και αυτό με τη σειρά του σε λυρικό παροξυσμό, διατηρώντας ταυτόχρονα τη ναρκισσιστική μοναξιά, αλλά και την ανάγκη να αγαπηθεί (προσέξτε τι λέξη σχηματίζουν οι τίτλοι της αρχής) αυτός που ουσιαστικά στηρίζει την άξια του και τη σημαντικότητά του στους άλλους.

Ο μεξικανός Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου σκηνοθετεί ένα τεχνικά υπέροχο, άλλα και συναισθηματικά πλήρες φιλμ, το οποίο στοχάζεται πανέξυπνα πάνω στον γυαλιστερό αλλά άδειο κόσμο του θεάματος και της δόξας, αλλά παράλληλα μιλά και για τα πολύπλοκα ανθρώπινα συναισθήματα που γεννώνται μέσα από την ολοκληρωτική αδυναμία τού να μπορείς να ξεπεράσεις τη μία και μοναδική σου επιτυχία. Η κάμερα του Εμανουέλ Λουμπέσκι (στενού συνεργάτη του Αλφόνσο Κουαρόν και βραβευμένου με Όσκαρ για το «Gravity»), σαν ζωντανός οργανισμός, γλιστράει στους σκοτεινούς διαδρόμους και τα παρασκήνια του θεάτρου του Μπρόντγουεϊ, άλλοτε ακολουθώντας και άλλοτε προπορευόμενη, κρυφακούγοντας διαλόγους, παρατηρώντας ηθοποιούς που υποδύονται ότι υποδύονται (ολόκληρη η ταινία παίζει με τη μεταμυθοπλαστική αίσθηση μιας τεράστιας πικρόχολης φάρσας), ισορροπώντας σε ένα τεντωμένο σκοινί, όμοια με τον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή του φιλμ. Ο Ινιάριτου, σαφέστατα στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, κατασκευάζει μια ταινία-έκρηξη, που δίνει την αίσθηση ότι γυρίστηκε από την αρχή μέχρι το τέλος με μία ανάσα. Στήνει έναν λαβύρινθο από λήψεις αδύνατες, μακρόσυρτες, σχεδόν χορογραφημένες, μέσα στον οποίο σχηματίζεται η εικόνα του προσώπου του βασικού του πρωταγωνιστή, αλλά και του στοιχειωμένου του alter-ego.

Το θεατρικό έργο που εμμονικά προσπαθεί να ανεβάσει το πρώην πρώτο όνομα του Χόλιγουντ Ρίγκαν Τόμας -προκειμένου να αποκαταστήσει κομμάτι της παλιάς του δόξας- αφήνοντας μια για πάντα τον ένα και μοναδικό ρόλο που του χάρισε όση δημοσιότητα έως τώρα διαθέτει, μοιάζει με μια τεράστια, εξαμβλωματική εικόνα του εαυτού του. Ο Μάικλ Κίτον υποδύεται έναν χαρακτήρα που ενσάρκωνε έναν σούπερ ήρωα σχεδόν είκοσι χρόνια πριν (όπως εξάλλου ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και σ` αυτόν) χτίζοντας μια περσόνα οριακή, κατατρεγμένη, θλιβερή, άλλα και τόσο γλυκά μελαγχολική, συγκρίνοντας μάλλον συνειδητά τον εαυτό του διαρκώς με τον ήρωα. Έναν ήρωα γεμάτο εσωτερικό θύμο και απογοήτευση, έναν «σκοτεινό ιππότη της ψυχής» στα πρόθυρα της σωματικής και πνευματικής κατάρρευσης. Υποστηριζόμενος από ένα εξαιρετικό καστ (από τον νευρωτικό, απερίγραπτα ιδιότροπο Έντουαρντ Νόρτον και την καταθλιπτική Ναόμι Γουοτς, μέχρι τον ξεκαρδιστικό Ζακ Γαλιφιανάκη και την πληγωμένη άλλα βαθιά σαγηνευτική Έμμα Στόουν), καταφέρνει να διατηρήσει ίση απόσταση ανάμεσα στην ειλικρίνεια και την αλαζονεία, εκπέμποντας έναν ξεκάθαρα οδυνηρό σαρκασμό, ο οποίος σε στιγμές διακόπτεται από ανεξήγητες, σχεδόν ρομαντικές πράξεις μανιασμένης τρυφερότητας.

Απαιτεί απίστευτη ικανότητα και αφιέρωση, ώστε αυτό το τόσο επιμελημένο και σχολαστικό τόλμημα (προϊόν ελάχιστων αυτοσχεδιασμών) να μοιάζει ανεπιτήδευτο κι αυθόρμητο. Το αποτέλεσμα πάντως έρχεται να δικαιώσει περίτρανα τις επιλογές του σκηνοθέτη, δημιουργώντας μονίμως την ψευδαίσθηση του ρεαλισμού, ή έστω την αναστάτωση που σου προσφέρει ένα δημιούργημα στο οποίο δεν ξέρεις ποιος πραγματικά υποδύεται και ποιο τελικά είναι το κινηματογραφικό αντικείμενο. Είναι δε χαρακτηριστικό της επιτυχίας του τεχνάσματος, το γεγονός ότι η ταινία εκθειάστηκε σχεδόν από το σύνολο των κριτικών, παρότι τους παρουσιάζει ως μισάνθρωπα μεροληπτικά και προκατειλημμένα παράσιτα. Χαρίζοντας ισόποσα ξεκαρδιστικές, αλλά και ενοχλητικές αναφορές (ψάχνοντας ακόμη τους ηθοποιούς που δεν παίζουν στο σίκουελ της επομένης superhero-movie), προσφέροντας ταυτόχρονα σκηνές γεμάτες απελπισμένη περισυλλογή, αλλά και σεκάνς μοναδικού σουρεαλισμού, το «Birdman» ή αλλιώς «η αναπάντεχη αρετή της αφέλειας» καταφέρνει να αγγίξει όσο λίγες ταινίες καταφέραν φέτος. Χωρίς να αυτοϊκανοποιείται ούτε λεπτό, μοιάζει σε διαρκή αναζήτηση της πηγής του υπαρξιακού βασανισμού και του άνισου αγώνα για την έμπνευση, αν και πολλές φορές, ίσως παρασυρμένη από την προοπτική μιας ποπ κουλτούρας βασισμένη στη διασημότητας της μίας νύχτας, φτάνει να αναρωτιέται με την αυτολύπηση ενός ανθρώπου που δεν ήταν παρών ούτε στη δική του ζωή, ποια τελικά είναι η διαφορά ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον σταρ, στην αγάπη και το θαυμασμό, στην επιτυχία και την αξία της. Αν κι επιδιώκει το αντίθετο (ή μήπως όχι;), η καλλιτεχνική της δύναμη και η συναισθηματική της αποτύπωση σε κάνουν να απορείς εάν τελικά το αντικείμενο -το οποιοδήποτε αντικείμενο- είναι αυτό που είναι, ή είναι αυτά που λένε οι άλλοι για αυτό. Κάτι που μοιάζει τόσο εξωφρενικό και υπέροχο, όσο ένας άστεγος που απαγγέλλει Μάκβεθ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.