Δώδεκα μυστηριώδη διαστημόπλοια με εξωγήινους επιβάτες προσγειώνονται σε διάφορα σημεία του πλανήτη μας. Μια ομάδα ειδικών επιστημόνων συνιστάται για να ερευνήσει το συμβάν. Ανάμεσά τους, η Λουίζ Μπανκς, μια γλωσσολόγος που καλείται να βοηθήσει στην επικοινωνία με τους εξωγήινους, ενώ ο χρόνος πιέζει κι ο κόσμος απειλείται με έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η Λουίζ θα πρέπει να πάρει μια απόφαση που θα θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο τη ζωή της, αλλά κι ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Σκηνοθεσία:

Denis Villeneuve

Κύριοι Ρόλοι:

Amy Adams … Louise Banks

Jeremy Renner … Ian Donnelly

Forest Whitaker … συνταγματάρχης G. T. Weber

Michael Stuhlbarg … πράκτορας Halpern

Mark O’Brien … λοχαγός Marks

Tzi Ma … στρατηγός Shang

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Eric Heisserer

Παραγωγή: Dan Levine, Shawn Levy, David Linde, Aaron Ryder

Μουσική: Johann Johannsson

Φωτογραφία: Bradford Young

Μοντάζ: Joe Walker

Σκηνικά: Patrice Vermette

Κοστούμια: Renee April

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Arrival

Ελληνικός Τίτλος: Arrival: Η Άφιξη

Σεναριακή Πηγή

  • Διήγημα: Story of Your Life του Ted Chiang.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ ηχητικών εφέ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά και ήχο.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Amy Adams) σε δράμα, και μουσικής.
  • Βραβείο Bafta ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο γυναικείο ρόλο (Amy Adams), σενάριο, μουσική, φωτογραφία, μοντάζ και ειδικά εφέ.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Ο Villeneuve είχε κατά νου “χιλιάδες” πιθανούς τίτλους, αλλά εντέλει δέχτηκε αυτόν που του πρότεινε η ομάδα της παραγωγής. Ο τίτλος του διασκευασμένου διηγήματος δεν υπήρχε στο τραπέζι, μια και στον σκηνοθέτη θύμιζε τίτλο για κομεντί.
  • Ο σεναριογράφος Eric Heisserer είχε προσεγγίσει τη συγγραφή ενός σεναρίου πάνω στο διήγημα Story of Your Life (1998) επί πολλά χρόνια, αλλά όταν τον πλησίασαν οι παραγωγοί Dan Cohen και Dan Levine για ένα sci-fi σχέδιο, είχε ήδη εγκαταλείψει την ιδέα. Όταν οι παραγωγοί έδωσαν το διήγημα στον Villeneuve, η ιδέα ξεκίνησε άμεσα να υλοποιείται.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το κομμάτι του Max Richter, On the Nature of Daylight, χρησιμοποιείται τόσο στους τίτλους αρχής, όσο και στους τίτλους τέλους. Λόγω αυτής της εκτεταμένης χρήσης του θέματος στην ταινία, η αυθεντική σύνθεση του Johann Johannsson θεωρήθηκε απορριπτέα από τα Όσκαρ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 24/11/2016

Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Ντενί Βιλνέβ είναι ένας δημιουργός με χαρακτηριστικό ύφος, άποψη και καλλιτεχνικό θεματικό πυρήνα. Οι ταινίες του, παρότι φαινομενικά ασύνδετες, διακατέχονται από ένα δυνατό αίσθημα ματαίωσης, εσωτερικής αναζήτησης και διάχυτης αγωνίας, όχι τόσο για αυτό που έρχεται, αλλά κυρίως για αυτό που φεύγει. Ορκισμένος να αποτυπώσει το παρόν ακριβώς τη στιγμή που αυτό μετατρέπεται σε παρελθόν, ο καναδός σκηνοθέτης είναι διατεθειμένος να καταγράψει την πραγματικότητα που γίνεται έρμαιο στα χέρια ενός «εχθρού» που μπορεί να είναι και ο ίδιος ο εναντιωμένος του εαυτός, και να περιπλανηθεί από τα τούνελ των εμπόρων ναρκωτικών του «Sicario: Ο Εκτελεστής» ως τις σκοτεινές σκέψεις ενός πληγωμένου πατέρα στο «Prisoners», αναζητώντας ταυτόχρονα τη λύτρωση μέσω, θα έλεγε κανείς, μιας ψυχικής κοσμογονίας που πυροδοτείται από βαθιά και προαιώνια συναισθήματα. Ιδιαίτερα όμως εδώ, χρησιμοποιώντας ως σεναριακή αφετηρία τη φαινομενικά απλοϊκή κι εξαντλημένη υπόθεση της μυστηριώδους έλευσης μιας εξωγήινης ζωής στη Γη, ξεδιπλώνει ένα συνταρακτικά συγκινητικό δράμα γύρω από την ανεκτίμητη αξία της επικοινωνίας, εμποτισμένο από το αφοπλιστικό συμπέρασμα ότι η γλώσσα, απογυμνωμένη από τις συμβάσεις και την πολλές φορές επιβεβλημένη γραμμικότητά της, είναι ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσε κάνεις να αντιτάξει μπροστά στην ασημαντότητα (αλλά και το μεγαλείο) της ύπαρξης.

Στον κεντρικό χαρακτήρα, υποδυόμενο με διακριτική μεγαλοπρέπεια από την Έιμι Άνταμς, ο Βιλνέβ εντοπίζει τον ανεπαίσθητο θρήνο κάποιου γεγονότος που έχει παραμείνει αμυδρά χαραγμένο μόνο ως συναισθηματικό αποτύπωμα, αλλά είναι ικανό να δώσει μια αναπάντεχη λύση, καθώς οι απέλπιδες προσπάθειες της γλωσσολόγου Λουίζ Μπανκς να εγκαθιδρύσει κάποια μορφή επικοινωνίας με τα εξωγήινα όντα που έχουν προσγειωθεί μέσα σε τεράστια σκάφη με σχήμα κοίλου αμυγδάλου κομμένου στη μέση, βαθμιαία αντηχούν παράξενα οδυνηρές, αλλά και κατά κάποιον τρόπο διαφωτιστικά λυτρωτικές αναμνήσεις μέσα της. Ο σκηνοθέτης ενορχηστρώνει σχεδόν όλες τις αλληλουχίες της «επαφής» με κλειστοφοβικές λείψεις αλλά κι ελαφρύ, σχεδόν αδιόρατο χιούμορ προερχόμενο ίσως από την αμηχανία, ίσως από την υπερβατικότητα των στιγμών. Εμποτισμένες από λυρισμό, οι λήψεις ξεδιπλώνονται υγρές, γεμάτες συντριπτική διαύγεια και νοτισμένες από το αξιοθαύμαστο, αυτό που δύσκολα χωρά λόγια περιγραφής. Κι όμως, η εικονογράφηση απέχει συστηματικά από το τεράστιο, το τρομακτικά μεγαλειώδες. Εξάλλου, δεν είναι οι εξειδικευμένες γνώσεις, ούτε η διανοητική ανωτερότητα, αλλά η ανθρώπινη διαίσθηση, η ευθραυστότητα και ο αυθορμητισμός που θα οδηγήσουν σχεδόν υπνωτισμένα στην κορύφωση του φιλμ, η οποία μοιραία κρύβει μέσα της ίσως τη μοναδική ανθρώπινη βεβαιότητα: τον θάνατο.

Αφήνοντας επιδέξια χώρο για κοινωνικό και πολιτικό στοχασμό (αν και σε εκείνες τις στιγμές ρισκάρει να εκτροχιαστεί προς το τετριμμένο), ο προικισμένος σκηνοθέτης χτίζει ένα στόρι θεμελιωδώς βασισμένο πάνω σε εντελώς «επίγειες» νοηματοδοτήσεις, κρατώντας τελικά το φανταστικό ως υποβοήθημα, όπως το ίδιο βοηθητικοί αποδεικνύονται και οι περιφερειακοί χαρακτήρες της ταινίας (ιδίως ο Τζέρεμι Ρένερ στον στερεοτυπικό ρόλο ενός επιστήμονα που αναλαμβάνει να βοηθήσει την Άνταμς στη σχεδόν αδύνατη αποστολή της). Χαλαρά χρονικά καθορισμένη, δανείζεται σεναριακά στοιχεία από ένα λιγότερο mainstream αφηγηματικό σινεμά, οφείλοντάς το κυρίως στην ελαφρώς αποχρωματισμένη κινηματογράφηση που αναλαμβάνει πολλές φορές τον περίτεχνο ρόλο του υπαινικτικού αφηγητή. Ωστόσο, παρά τα ασαφή και υποκειμενικά φλας-μπακ και την έντονη φιλοσοφική διάθεση, το φιλμ καταφέρνει να κρατηθεί διαυγές κι ευανάγνωστο. Όμοιο με εκείνη τη μουσική φράση φτιαγμένη από πέντε νότες, που αντηχεί στον σκοτεινό ουρανό στις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» του Σπίλμπεργκ (στο οποίο και η ταινία ξεκάθαρα αποτίει φόρο τιμής), όμως λίγο πιο «λογοτεχνικό» και σίγουρα περισσότερο σπαραξικάρδιο.

Αντίθετα με αρκετές πρόσφατες αστοχίες όσον αφορά το genre (βλέπε «Ο Εκλεκτός της Νύχτας» του Τζεφ Νίκολς), το «Arrival» αποδεικνύεται ένα μεγαλόπρεπο, αλλά και ριψοκίνδυνο φιλμ που πηδά στο κενό από την κορυφή της υπερβατικής του θεματολογίας, χωρίς κανένα δίχτυ προστασίας από κάτω. Σίγουρα, αν ψάξεις θα βρεις στιγμές αφέλειας ή υπερβολής, όμως η ανατριχιαστική ευαισθησία του και το γλυκόπικρο κενό που αφήνει, αποτελούν δείγματα υψηλής ποιότητας και ιδιαίτερης καλλιτεχνικής ματιάς. Και αυτό, γιατί, πάνω απ` όλα, πρόκειται για ένα δημιούργημα που ανιχνεύει συνδέσμους προσωπικούς κι ακλόνητους, βασισμένους σε ανεπεξέργαστες αισθητήριες αναμνήσεις που έχουν τη δύναμη να διαπεράσουν ακόμη και την απεραντοσύνη του σύμπαντος. Εκεί που τελικά (παραφράζοντας τη διάσημη κινηματογραφική φράση) όλοι μπορούν να σε ακούσουν να φωνάζεις…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.