
Κριτική | Ο Αταίριαστος (1983)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Έχοντας επιστρέψει από τα δαιδαλώδη γυρίσματα και τους κολοσσιαίους προϋπολογισμούς ταινιών όπως το «Apocalypse Now» και το «One from the Heart», ο δημιουργός επιχειρεί μια ριζική αναζωογόνηση. Στρέφεται στην Τάλσα της Οκλαχόμα και μεταφέρει διαδοχικά στη μεγάλη οθόνη δύο μυθιστορήματα για εφήβους της S. E. Hinton. Αν και μοιράζονται κοινές θεματικές καταβολές, οι δύο αυτές ταινίες ακολουθούν αισθητικές επιλογές εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Η πρώτη, το «The Outsiders», αναβιώνει με ελεγειακό οίστρο τον κλασικό χολιγουντιανό κινηματογράφο, ακροβατώντας ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και την έντονα στυλιζαρισμένη φόρμα. Η δεύτερη, ωστόσο, το «Rumble Fish» , αποτελεί το πραγματικό πειραματικό και εσωτερικό μνημείο του σκηνοθέτη. Με προϋπολογισμό 10 εκατομμυρίων δολαρίων και ένα σενάριο που συνυπέγραψε ο Κόπολα με την ίδια τη συγγραφέα, η ταινία απομακρύνεται από κάθε έννοια συμβατικού ρεαλισμού, επιλέγοντας τον δρόμο της καθαρής οπτικής ποίησης.
Το «Rumble Fish» δεν περιορίζεται στα όρια μιας απλής αφήγησης ενηλικίωσης· συγκροτεί έναν πολυεπίπεδο στοχασμό πάνω στον χρόνο, την ταυτότητα και την υπαρξιακή αποξένωση. Ο διευθυντής φωτογραφίας Stephen H. Burum οικοδομεί ένα αυστηρό, εξαιρετικά στιλιζαρισμένο ασπρόμαυρο σύμπαν με έντονα κοντράστ και εξπρεσιονιστικό φωτισμό που φέρνει στο μυαλό το έργο του Όρσον Γουέλς. Οι υψηλές και χαμηλές γωνίες λήψης, τα καπνογόνα, η ομίχλη και οι επιταχυμένες εικόνες συνθέτουν έναν κόσμο σε μόνιμη σύγχυση.
Μέσα από τη συγκεκριμένη φόρμα, ο Κόπολα ενσωματώνει κρυφές αναφορές:
Στη ρωσική μοντάζ σχολή.
Στον γερμανικό εξπρεσιονισμό.
Στη γαλλική Nouvelle Vague.
Παράλληλα, εισάγει μια εξαιρετικά σύγχρονη οπτική γραμματική, επηρεασμένη από την πρόσφατη τότε γέννηση του MTV, μπολιάζοντας το έργο με σουρεαλιστικά στοιχεία, ονειρικές εικόνες και παραισθήσεις. Η Τάλσα μετατρέπεται σε μια εφηβική ερημιά που φαντάζει σχεδόν εξωπλανητική -«σαν τον Άρη». Είναι ένα ονειρικά οπισθοδρομικό περιβάλλον της δεκαετίας του ’80 που μοιάζει παγιδευμένο στα ’60s, όπου οι παλιές συμμορίες έχουν διαλυθεί από την ηρωίνη, την αστυνομική πίεση και την εσωτερική φθορά.
Στο επίκεντρο της «εμπύρετης αδελφικής φούγκας» του Κόπολα βρίσκεται ένα ισχυρό ψυχολογικό και υπαρξιακό δίπολο. Από τη μία πλευρά, ο νεαρός Rusty James (τον οποίο ενσαρκώνει ο πρωτοεμφανιζόμενος Ματ Ντίλον) παραμένει συναισθηματικά ανώριμος, εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο επιφανειακών ανταγωνισμών, αναζητώντας την ταυτότητά του μέσα από τη βία και τη νοσταλγία μιας χαμένης «τιμής». Από την άλλη πλευρά, ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο “Motorcycle Boy” (ένας καθηλωτικός Μίκι Ρουρκ), επιστρέφει ως μια θρυλική, σχεδόν μεταφυσική φιγούρα με «καμένα φτερά».
Ο Motorcycle Boy εμφανίζεται πρόωρα γερασμένος και αποξενωμένος. Αντιλαμβάνεται τον κόσμο αφαιρετικά, «σαν μια ασπρόμαυρη τηλεόραση με χαμηλωμένο ήχο», υποδηλώνοντας μια βαθιά υπαρξιακή αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Όταν διακόπτει βίαια μια σύγκρουση συμμοριών στον σιδηροδρομικό σταθμό, η νωχελική αλλά επιβλητική του στάση και η ψιθυριστή ειρωνική του ερώτηση -«Άλλη μια ένδοξη μάχη για το βασίλειο;»- υπονομεύουν ευθέως την έννοια της ανδρικής βίας και του ηρωισμού. Σε αντίθεση με την εξιδανίκευση της συμμορίας από τον Rusty, ο Motorcycle Boy πρεσβεύει έναν απόλυτο, ψυχρό μηδενισμό.
Η διττότητα αυτή των αδελφών πηγάζει από το οικογενειακό τους υπόβαθρο: έναν αλκοολικό, αποδιοργανωμένο πατέρα (Ντένις Χόπερ) που ζει με επιδόματα, και μια απούσα μητέρα που περιβάλλεται από τον μύθο μιας «οξυμένης αντίληψης». Ο Κόπολα, για τον οποίο ο κινηματογράφος αποτελεί οικογενειακή υπόθεση, στελεχώνει την ταινία με δικά του πρόσωπα -τον ανιψιό του Νίκολας Κέιτζ, τον γιο του Τζαν-Κάρλο και την κόρη του Σοφία- ενώ αφιερώνει το έργο στον δικό του πατέρα, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον πρώτο και καλύτερο δάσκαλό του.
Η ταινία, ντυμένη με την επαναληπτική, ρυθμική μουσική του Stewart Copeland, χτίζει μια «μη-ιστορία». Ο χρόνος αποτυπώνεται υλικά στη mise en scène μέσα από την επίμονη παρουσία ρολογιών, λειτουργώντας ως μια καταπιεστική, ανεξέλεγκτη δύναμη που οδηγεί στη φθορά.
Το κεντρικό σύμβολο του έργου συμπυκνώνεται στη μεταφορά του ενυδρείου με τα ψάρια (rumble fish) που ο Motorcycle Boy κουβαλά μαζί του. Πρόκειται για έναν κλειστό, τεχνητό κόσμο όπου τα ψάρια είναι αναγκασμένα να επιτίθενται και να σκοτώνουν το ένα το άλλο μέσα στο γυαλί. Αντίθετα, στο ποτάμι υπάρχει χώρος, υπάρχει ελευθερία. Το όραμα του ωκεανού πέρα από την έρημο λειτουργεί ως η απόλυτη ουτοπική φυγή.
Το τραγικό, αλλά αναμενόμενο τέλος φέρνει τη μοιραία σύγκρουση με τον σερίφη Πάτερσον, ο οποίος έχει γίνει εμμονικός με την εξόντωση του Motorcycle Boy. Ο θάνατος του μύθου, ωστόσο, λειτουργεί λυτρωτικά και αναγεννητικά. Η τελική εικόνα του ανοιχτού ωκεανού της Δυτικής Ακτής σπάει το ασπρόμαυρο πλαίσιο της πόλης, προσφέροντας στον Rusty James -και στον θεατή- μια καθαρή έξοδο προς την ελευθερία.
Το «Rumble Fish» υπήρξε μια ταινία-ορόσημο που αν και αγνοήθηκε στην εποχή της από το αμερικανικό κοινό, αγκαλιάστηκε θερμά στην Ευρώπη και αναγνωρίστηκε γρήγορα ως η εμβληματική δημιουργία για μια ολόκληρη γενιά σινεφίλ. Σε μετα-κινηματογραφικό επίπεδο, ο Motorcycle Boy δεν είναι παρά ο ίδιος ο Κόπολα: ένας δημιουργός παγιδευμένος ανάμεσα στις ριζοσπαστικές καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες και τους περιορισμούς του βιομηχανικού συστήματος του Χόλιγουντ.
Είναι ένα σπάνιο δείγμα αμερικανικού κινηματογράφου όπου η μορφή, το συναίσθημα και η αισθητική ακρίβεια υπερέχουν της ίδιας της πλοκής. Μας θυμίζει, με τον πιο ποιητικό τρόπο, πως ακόμα και όταν οι προσωπικοί μας μύθοι γκρεμίζονται, η ανάγκη για φυγή προς τον ανοιχτό ορίζοντα παραμένει ζωντανή.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



