
Κριτική | Θρέψε Κοράκια (1976)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Το «Cría Cuervos» είναι μια βαθιά στοχαστική ταινία. Μιλά για την παιδική ηλικία ως χώρο τραύματος, φαντασίας και σιωπηλής κατανόησης. Ο Κάρλος Σάουρα τοποθετεί την ιστορία στα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο. Όλα εξελίσσονται μέσα σε ένα αποπνικτικό σπίτι στη Μαδρίτη. Εκεί, τρία κορίτσια προσπαθούν να διαχειριστούν την απώλεια των γονιών τους.
Η οπτική είναι αυστηρά παιδική. Το περιεχόμενο όμως είναι βαριά ενήλικο: θάνατος, σεξουαλικότητα, εξουσία και υποκρισία. Η μικρή Άνα βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης. Δεν είναι απλή μάρτυρας. Λειτουργεί ως φίλτρο που ανασυνθέτει την πραγματικότητα. Δεν κατανοεί πλήρως τα γεγονότα, αλλά τα απορροφά με τρόπο σχεδόν υπνωτικό.
Η σκηνή του θανάτου του πατέρα αποτελεί το ιδρυτικό τραύμα. Η κατάρρευση της πατρικής φιγούρας αποκαλύπτει μια βαθιά ηθική σήψη. Μέχρι τότε, ο πατέρας ενσάρκωνε την εξουσία και την τάξη. Από εκεί και πέρα, ο κόσμος των μεγάλων φαντάζει στα μάτια της Άνα ακατανόητος και γεμάτος αντιφάσεις.
Ο Σάουρα μπλέκει συνεχώς το παρόν, το παρελθόν και τη φαντασία. Δημιουργεί έτσι έναν «ψυχολογικό χρόνο». Σε αυτόν, η μνήμη έχει την ίδια βαρύτητα με την εμπειρία. Η μητέρα, παρότι νεκρή, επιστρέφει ως φάντασμα ή ανάμνηση. Συμβολίζει την απώλεια, αλλά και την ανάγκη της Άνα για συναισθηματική σταθερότητα. Αντίθετα, η θεία αδυνατεί να καλύψει αυτό το κενό, παρά τις καλές προθέσεις της. Το οικογενειακό περιβάλλον μετατρέπεται σε έναν χώρο διαρκούς ασυνέχειας.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μετατρέπουν το τραύμα σε παιχνίδι. Ο θάνατος γίνεται αντικείμενο αναπαράστασης. Βλέπουμε ψεύτικες εκτελέσεις, τελετουργίες ταφής και φαντασιώσεις δηλητηρίασης. Αυτή η «παιγνιοποίηση» δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας. Είναι ένας μηχανισμός κατανόησής της. Η Άνα φλερτάρει με την ιδέα ότι ελέγχει τη ζωή και τον θάνατο. Η στάση αυτή αποκαλύπτει την αδυναμία της να διαχειριστεί το χάος γύρω της.
Παράλληλα, η ταινία λειτουργεί ως αλληγορία για την Ισπανία της εποχής. Ο πατέρας αντιπροσωπεύει το φρανκικό καθεστώς: αυταρχικός, στρατιωτικός και ηθικά διεφθαρμένος. Ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, όχι όμως και την άμεση λύτρωση. Το σπίτι παραμένει κλειστό, γεμάτο φαντάσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με την ισπανική κοινωνία. Προσπαθεί να μεταβεί στη δημοκρατία, χωρίς όμως να έχει επεξεργαστεί το παρελθόν της.
Τα πανοραμικά πλάνα δείχνουν μια Μαδρίτη που αρχίζει να ανοίγεται στον κόσμο. Η διαφήμιση και η κατανάλωση κερδίζουν έδαφος. Η στρατιωτική ρητορική και ο φρανκικός αυταρχισμός υποχωρούν. Μέσα από αυτές τις εικόνες, η ταινία καταγράφει βαθιές οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές.
Η μορφή της ενήλικης Άνα, που αναπολεί το παρελθόν, προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο. Το τραύμα δεν ανήκει μόνο στο παιδί· συνοδεύει τον άνθρωπο και στην ενήλικη ζωή. Η μνήμη δεν λειτουργεί θεραπευτικά. Αντίθετα, επαναφέρει διαρκώς την ίδια αβεβαιότητα. Το ερώτημα «γιατί ήθελα να σκοτώσω τον πατέρα μου;» παραμένει αναπάντητο. Υποδηλώνει μια βαθιά σύγχυση ανάμεσα στην επιθυμία, την ενοχή και την απώλεια.
Ο Σάουρα διερευνά την παιδική συνθήκη μέσα από τη σιωπηλή εκφραστικότητα της μικρής Άνα Τόρεντ. Το ύφος του είναι ανησυχητικό, σχεδόν διαταρακτικό. Ταυτόχρονα, όμως, η ταινία πραγματεύεται και τη γυναικεία συνθήκη. Μιλά για τα τραύματα που αφήνει στο γυναικείο σώμα μια σκληρή πατριαρχική κοινωνία. Εκεί, η στρατιωτική και η θρησκευτική εξουσία επιβάλλουν την υποταγή μέσω της βίας. Αυτή η καταπίεση εκφράζεται μοναδικά μέσα από τον διπλό ρόλο της Τζεραλντίν Τσάπλιν, η οποία υποδύεται τόσο τη μητέρα όσο και την ενήλικη κόρη.
Στο έργο αναδύονται πολλά και βαριά ζητήματα. Ο φόβος για το άγνωστο, το βάρος ενός συντηρητικού καθολικισμού, οι ανεξίτηλες μνήμες. Ακόμη, η διαμόρφωση του καλού και του κακού, αλλά και η παιδική διαλεκτική ανάμεσα στη λύπη και τη χαρά.
«Cría cuervos y te sacarán los ojos» («Θρέψε κοράκια να σου βγάλουν τα μάτια»). Η λαϊκή αυτή παροιμία λειτουργεί ως προειδοποίηση για τη σκληρότητα και την αχαριστία της ανθρώπινης φύσης. Αυτή η ιδέα σφραγίζει το έργο. Το Cría Cuervos μιλά για την αδυναμία επικοινωνίας ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικες. Πρόκειται για δύο κόσμους άρρηκτα δεμένους, αλλά και πλήρως διαχωρισμένους. Με λιτό και διαπεραστικό ύφος, ο Σάουρα καταγράφει την παιδική συνείδηση. Δεν την παρουσιάζει αθώα, αλλά ως ένα πεδίο όπου το σκοτεινό και το τρυφερό συνυπάρχουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο μελαγχολικό, πολιτικό και διαχρονικό. Μια ταινία όπου η μνήμη, ο θάνατος και η φαντασία μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



