
Ο Γιώργος Ξανθάκης μάς μιλάει για το νέο του βιβλίο!
Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής
Ο Γιώργος Ξανθάκης δεν στολίζει μόνο τις σελίδες του filmy με τις κριτικές του, αλλά είναι κι ένας άνθρωπος που ιστοριοποιεί τη λατρεία του πάνω στην έβδομη τέχνη. Συγγραφέας του “CINEπιλογές: 100 κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια”, τώρα ήρθε να μας δώσει έναν ολοκληρωμένο οδηγό πάνω σε ένα είδος που στοιχειώνει διαχρονικά τον κινηματογράφο: το φιλμ νουάρ. Ο τίτλος του νέου του βιβλίου είναι “Στην Καρδιά του Σκότους”, και παρότι “σκότος” είχα τη χαρά να πιάσω στα χέρια μου ένα σύγγραμμα γεμάτο λάμψη. Γι’ αυτό το νέο του βιβλίο ζητήσαμε από τον ίδιο τον Γιώργο Ξανθάκη να μας δώσει μια περιγραφή, και μια ανάλυση της εμπειρίας που έζησε κατά τη δημιουργία του αυτά τα τελευταία χρόνια.
Σ.Γ. Γιώργο, πριν από όλα, μίλησε μας πάνω στο τι σε ενέπνευσε να επικεντρωθείς σε αυτό το είδος σινεμά. Τι είναι για σένα το φιλμ νουάρ και τι έχει να μεταδώσει σε έναν σημερινό σινεφίλ που ίσως αγνοεί τις ρίζες αυτού του “σκότους”.
Γ.Ξ. Το νουάρ δεν είναι απλώς ένα κινηματογραφικό είδος · είναι μια ατμόσφαιρα που διαπερνά την εικόνα και τη σκέψη, ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο μέσα από ρωγμές και σκιές. Δεν υπακούει σε αυστηρούς ορισμούς -κι αυτή η ρευστότητα είναι που το κρατά ζωντανό.
Για μένα, το νουάρ υπήρξε εξαρχής κάτι βαθιά προσωπικό. Με γοήτευσε όχι μόνο η αισθητική του, αλλά κυρίως οι άνθρωποί του: χαρακτήρες εύθραυστοι, αντιφατικοί, παγιδευμένοι ανάμεσα στην επιθυμία και την ενοχή. Μέσα σε αυτούς καθρεφτίζεται η πιο αμφίσημη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, εκεί όπου το φως δεν καταργεί το σκοτάδι, αλλά συνυπάρχει μαζί του.
Σε μια εποχή που ευνοεί την ταχύτητα και την επιφάνεια, το νουάρ λειτουργεί σχεδόν αντιστικτικά. Ζητά από τον θεατή να επιβραδύνει, να σταθεί, να παρατηρήσει. Να αμφισβητήσει όσα φαίνονται δεδομένα. Και κυρίως, να αναγνωρίσει ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη.
Ίσως γι’ αυτό και παραμένει διαχρονικό. Δεν ανήκει σε μια κλειστή περίοδο της κινηματογραφικής ιστορίας, αλλά επιστρέφει διαρκώς, γιατί αντλεί από κάτι σταθερό: τη σκοτεινή, αβέβαιη πλευρά του ανθρώπου. Οι ιστορίες του μιλούν για φόβο, επιθυμία, απώλεια, ενοχή -έννοιες που δεν φθείρονται με τον χρόνο.
Το βιβλίο επιχειρεί να χαρτογραφήσει αυτόν τον σύνθετο κόσμο χωρίς να τον περιορίσει. Να προσεγγίσει το νουάρ ως αισθητική, ως αφήγηση, αλλά και ως πολιτισμικό φαινόμενο που συνομιλεί με την εποχή του. Μέσα από τη δομή του -από τις θεωρητικές καταβολές έως τη σύγχρονη εκδοχή του- προσπαθεί να αναδείξει τη συνέχεια και τις μεταμορφώσεις του.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει η ενότητα των «Μαύρων Μαργαριταριών», όπου επιλέγονται και αναλύονται 50 ταινίες που δεν αποτελούν απλώς παραδείγματα του είδους, αλλά στιγμές όπου το νουάρ εκφράστηκε στην πιο καθαρή και ουσιαστική του μορφή. Στόχος δεν είναι η καταγραφή, αλλά η κατανόηση -να φανεί γιατί αυτές οι ιστορίες εξακολουθούν να μας αγγίζουν.
Σ.Γ. Μίλησε μας για την εμπειρία συγγραφής του βιβλίου αυτού. Πόσο καιρό “έκλεψε” από τη ζωή σου η συνολική δημιουργία του, αλλά και τι σκέψεις γεννήθηκαν μέσα σου κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας δημιουργικής πράξης.
Γ.Ξ. Η συγγραφή του βιβλίου υπήρξε μια διαδικασία μακρά και απαιτητική, που απλώθηκε σε βάθος τεσσάρων χρόνων. Δεν ήταν μόνο θέμα χρόνου, αλλά κυρίως έντασης και εσωτερικής εμπλοκής. Κάθε στάδιο -η έρευνα, η επαναθέαση, η καταγραφή- λειτούργησε σαν ένα είδος επιστροφής, όχι μόνο στον κινηματογράφο, αλλά και στον ίδιο μου τον εαυτό.
Αναπόφευκτα, αυτή η πορεία «έκλεψε» χρόνο από την καθημερινότητα. Όμως ταυτόχρονα πρόσφερε κάτι πιο ουσιαστικό: μια βαθύτερη κατανόηση. Κατά τη διάρκειά της, βρέθηκα να αναμετριέμαι συχνά με ερωτήματα που ξεπερνούν το σινεμά. Τι είναι αυτό που μας ελκύει στο σκοτάδι; Γιατί επιστρέφουμε σε ιστορίες που δεν προσφέρουν εύκολες απαντήσεις;
Το νουάρ, σε αυτό το επίπεδο, λειτουργεί σχεδόν αποκαλυπτικά. Η ηθική του ασάφεια δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Οι χαρακτήρες του δεν χωρούν σε απλές κατηγορίες -και γι’ αυτό μοιάζουν πιο αληθινοί. Αντικατοπτρίζουν έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και οι επιλογές έχουν κόστος.
Το βιβλίο απευθύνεται τόσο σε εκείνους που έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με το νουάρ, όσο και σε πιο έμπειρους θεατές. Φιλοδοξεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως εισαγωγή και ως εργαλείο. Όχι με τη μορφή ενός αυστηρού οδηγού, αλλά ως ένα πλαίσιο σκέψης που επιτρέπει στον αναγνώστη να δει τον κινηματογράφο πιο συνειδητά.
Περισσότερο από μια καταγραφή, είναι μια προσπάθεια κατανόησης του νουάρ ως φαινομένου που εξελίσσεται. Από τις απαρχές του μέχρι τις σύγχρονες εκδοχές του, παρακολουθεί τις μεταμορφώσεις του και αναδεικνύει τη συνέχειά του μέσα στον χρόνο.
Σ.Γ. Θα συνιστούσες στον κάθε φίλο της έβδομης τέχνης να προσπαθήσει να παράγει κι αυτός έργο που να αντλείται από τα βιώματα του πάνω στις θεάσεις που τον σημάδεψαν, ή θεωρείς ότι υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που θα έπρεπε να τον κάνουν να σκεφτεί διπλά πριν εκκινήσει κάτι παρόμοιο;
Γ.Ξ. Η δημιουργία που πηγάζει από προσωπικά βιώματα έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Γι’ αυτό και θα ενθάρρυνα οποιονδήποτε αγαπά τον κινηματογράφο να δοκιμάσει να εκφραστεί μέσα από αυτόν. Όχι απαραίτητα με την πρόθεση της τελειότητας, αλλά με την ανάγκη της ειλικρίνειας.
Ωστόσο, μια τέτοια διαδικασία δεν είναι απλή. Απαιτεί χρόνο, επιμονή και μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας. Κυρίως, απαιτεί την προθυμία να στραφεί κανείς προς τα μέσα και να αντιμετωπίσει όσα ίσως δεν είναι εύκολο να ειπωθούν.
Η δημιουργία δεν είναι μόνο πράξη έκφρασης · είναι και πράξη έκθεσης. Κάθε έργο κουβαλά ένα κομμάτι του δημιουργού του, ακόμη κι όταν αυτό δεν είναι άμεσα ορατό. Και αυτή η έκθεση είναι που το καθιστά αληθινό.
Γι’ αυτό και αξίζει να το επιχειρήσει κανείς -όχι ελαφρά τη καρδία, αλλά με επίγνωση. Είναι μια διαδρομή απαιτητική, αλλά και βαθιά ουσιαστική.
Σ.Γ. Να τολμήσω να ρωτήσω αν έχεις στα σκαριά κι ένα τρίτο βιβλίο; Αν όχι στα σκαριά, έστω ως σκέψη πάνω στο αντικείμενο που αυτό θα καταπιάνονταν.
Γ.Ξ. Οι ιδέες βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση. Δεν ακολουθούν πάντα μια ευθεία πορεία · συχνά συνυπάρχουν, διασταυρώνονται, ωριμάζουν σε διαφορετικούς χρόνους. Έτσι και τώρα, δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο, ολοκληρωμένο σχέδιο για ένα επόμενο βιβλίο. Υπάρχει όμως μια διαρκής διαδικασία σκέψης και γραφής.
Ανάμεσα σε αυτές τις σκέψεις, ξεχωρίζει η επιθυμία να ασχοληθώ πιο συστηματικά με το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρόκειται για έναν δημιουργό που με έχει απασχολήσει βαθιά και διαρκώς, και ήδη υπάρχουν κείμενα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας μελλοντικής μελέτης.
Παράλληλα, υπάρχει και η σκέψη επιστροφής στο πρώτο -εξαντλημένο- βιβλίο μου «CINEπιλογές: 100 κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια», μέσα από μια νέα, εμπλουτισμένη έκδοση. Η ανταπόκριση του κοινού δείχνει ότι υπάρχει ακόμη ενδιαφέρον για αυτές τις επιλογές, ίσως και η ανάγκη να επανεξεταστούν υπό ένα νέο πρίσμα.
Τα σχέδια παραμένουν ανοιχτά -και αυτή η αέναη κατάσταση είναι που τροφοδοτεί τη δημιουργία. Το σημαντικό είναι να διατηρείται ζωντανή η σχέση με το αντικείμενο και η ανάγκη για έκφραση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει για μένα η επίσημη παρουσίαση του νέου βιβλίου μου, «Στην Καρδιά του Σκότους», στο Πανελλήνιο Συνέδριο Κινηματογραφικών Λεσχών που θα πραγματοποιηθεί στην Κάρυστο στις 12/6. Αποτελεί μια στιγμή αναγνώρισης, αλλά και έναν κύκλο που κλείνει με έναν τρόπο συμβολικό. Το γεγονός ότι θα το παρουσιάσει ο Στάθης Βαλούκος, ένας άνθρωπος που με το βιβλίο του «ΤΟ ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ” (1985) υπήρξε για μένα σημείο αναφοράς, προσδίδει σε αυτή τη στιγμή μια ξεχωριστή βαρύτητα.
Σ.Γ. Να σου ευχηθώ κι εγώ καλοτάξιδο, αν και το συγκεκριμένο ταξίδι θεωρώ ότι έχει ήδη εξασφαλισμένο τον αίσιο προορισμό του. Ραντεβού λοιπόν στην πανέμορφη Κάρυστο και στις τόσες μα τόσες σελίδες κινηματογραφικής διδαχής που μας χαρίζεις.



