
Το Blow-Up αποκλειστικά στο Σινέ Ριβιέρα
Από την Πέμπτη 11 Ιουνίου, αποκλειστικά στη ΡΙΒΙΕΡΑ (Βαλτετσίου 48, Εξάρχεια) κυκλοφορεί σε επανέκδοση, σε πλήρως ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια, το BLOW UP του Μικελάντζελο Αντονιόνι.
- Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι
- Σενάριο: Τονίνο Γκέρα, Μικελάντζελο Αντονιόνι. Βασισμένο σε διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ «Las babas di diablo» («Τα σάλια του διαβόλου»)
- Μουσική: Χέρμπι Χάνκοκ
- Διεύθυνση φωτογραφίας: Κάρλο Ντι Πάλμα
- Πρωταγωνιστούν: Ντέιβιντ Χέμινγκς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Σάρα Μάιλς, Τζέιν Μπίρκιν
Σύντομη περίληψη:
Λονδίνο, 1966, στην κορύφωση του Swinging London. Ένας γοητευτικός, πετυχημένος, μποέμ και κυνικός φωτογράφος, καταγράφει τυχαία τη συνάντηση ενός ζευγαριού. Η γυναίκα από το ζευγάρι επιμένει φορτικά να της δώσει τα αρνητικά. Ο φωτογράφος ανακαλύπτει μέσα από τις φωτογραφίες, ότι είναι πολύ πιθανόν να υπήρξε ακούσιος μάρτυρας μιας δολοφονίας.
Η ταινία
Στα μέσα της δεκαετίας του 60, ο Αντονιόνι, όντας πλέον ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του κινηματογραφικού μοντερνισμού και του art cinema, αποδέχθηκε μια πρόταση του μεγαλοπαραγωγού Κάρλο Πόντι για να γυρίσει κάποιες ταινίες στα Αγγλικά, στη Δύση, με τη συνδρομή Αμερικανικών κεφαλαίων. Το Blow Up γυρίστηκε στο Λονδίνο του 1965-66, που βίωνε την κορύφωση της ψυχεδελικής, ποπ περιόδου του, μια έκρηξη σεξουαλικής απελευθέρωσης, νεωτερικής μόδας, μουσικής ροκ και drug culture.
Η εξαίσια χρωματική παλέτα του διευθυντή φωτογραφίας Κάρλο Ντι Πάλμα, αποδίδει στην εντέλεια την πολύχρωμη, φουτουριστική, λαμπερή εικόνα της Αγγλικής πρωτεύουσας και των Λονδρέζων πρωταγωνιστών, στην ακμή της υπέροχης νεότητας τους (Ντέιβιντ Χέμινγκς, Βενέσα Ρεντγκρέιβ, Σάρα Μάιλς, Τζέιν Μπίρκιν, το μοντέλο Βαρούσκα, οι Yarbirds με τον Τζιμ Πέιτζ και τον Τζεφ Μπεκ). Ο Αντονιόνι και ο σεναριογράφος Τονίνο Γκέρα, διασκευάζουν ένα διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ και δημιουργούν μια ταινία επιφανειακά μυστηρίου-θρίλερ, αλλά ουσιαστικά άλλη μια κατάθεση του Ιταλού μαέστρο για την αποξένωση και την έκλειψη συναισθημάτων και πραγματικών προσώπων, με ήρωες, ως συνήθως, άτομα της κορυφής της πυραμίδας, δεσμώτες των αόρατων ιστών της καπιταλιστικής κοινωνίας (να σημειωθεί ότι ο τίτλος του διηγήματος του Κορτάσαρ «Τα σάλια του διαβόλου» στα ισπανικά σημαίνει μεταφορικά τον αόρατο ιστό της αράχνης που καραδοκεί για θύματα). Πράγματι, ο Ντέιβιντ Χέμινγκς ερμηνεύει τον χαρακτήρα ενός καθ’ όλα επιτυχημένου, πλούσιου, αναγνωρισμένου, νέου και ωραίου φωτογράφου μόδας, κυνικού, σκληρού εργοδότη αλλά και βαρεμένου μποέμ. Η Ρεντγκρέιβ, φαντάζει μυστηριώδης, αλλά σίγουρα καλοπιασμένη και χωρίς κάποια εμφανή βιοποριστικά προβλήματα ή ταξικά χαρακτηριστικά των «κάτω στρωμάτων». Ούτως ή άλλως η Αγγλία ζει τις καλύτερες, ονειρεμένες μέρες της, όμως, ακόμα και αυτοί «που την έχουν καλύτερα», μπορούν κάλλιστα να βασανίζονται από τον εαυτό τους, τους άλλους, ή την απουσία τους.
Το οργιώδες Λονδίνο, φαντάζει περισσότερο σαν ένα σκηνικό όπου άψυχα σώματα περιφέρονται και επιδεικνύονται, χωρίς οι πράξεις αλλά κι η ίδια η ύπαρξή τους να διαθέτουν το παραμικρό νόημα.
Μέσα στην ηδονιστική σαπουνόφουσκα, ο φωτογράφος Ντέιβιντ Χέμινγκς, θα αγκιστρωθεί από την ίδια την τέχνη του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να νοηματοδοτήσει την ίδια του τη ζωή. Στο αινιγματικό, πολυσυζητημένο φινάλε της ταινίας, θα χαθεί κι αυτός μέσα στο παιχνίδι κάποιων άλλων. Στην «Περιπέτεια», ήταν μια εξαφάνιση που πυροδότησε το δράμα και στοίχειωσε ως το τέλος τους ήρωες του φιλμ. Εδώ, είναι οι ίδιοι που κυριολεκτικά εξαφανίζονται από το βλέμμα του θεατή (ο μυστηριώδης εραστής της Ρεντγκρέιβ, η ίδια η Ρεντγκρέιβ, τελικά ο Χέμινγκς), όντας φαντάσματα της ύπαρξης σε ένα φαντασμαγορικό, θορυβώδες μα άδειο από ζωή σκηνικό.
Το Blow Up, με την βοήθεια του μικρού σκανδάλου που προκάλεσαν κάποιες τολμηρές σκηνές (ένα τριολέ του Χέμινγκς με την Τζέιν Μπίρκιν και τη Βαρούσκα), η ανοιχτή κατανάλωση ελαφρών ναρκωτικών και γενικότερα το αίσθημα άνευ ορίων ελευθεριότητας που κυριαρχούσε στο τότε καθημερινό Λονδίνο, αποτέλεσε την πιο συζητημένη ταινία του Αντονιόνι και μια υπολογίσιμη εμπορική επιτυχία (πέρα από τη συνολική κριτική αποδοχή της και τον Χρυσό Φοίνικα που απέσπασε στις Κάννες). Αντιγράφηκε κατά κόρον (με αποκορύφωμα το ανερυθρίαστο κοπιάρισμα του Ντε Πάλμα στο Blow Out), και παραμένει η μεγάλη έγχρωμη ταινία του Ιταλού δημιουργού, αισθητική συνέχεια και στοχαστικό συμπλήρωμα της «Κόκκινης Ερήμου».



