
Είναι-ήταν οι υπερήρωες μια «σύγχρονη θρησκεία»;
Συντάκτης: Σταύρος Γανωτής
Για να πάει σωστά η απάντηση του ερωτήματος του τίτλου, πρέπει πριν από όλα να αναζητήσουμε το τι εστί θρησκεία στην πορεία της ανθρωπότητας. Ναι, ο άνθρωπος από την πρωτόγονη ήδη εποχή απαντούσε στα αναπάντητα για τις γνώσεις του ερωτήματα με την υπόθεση πως κάτι ισχυρότερο από αυτόν και επικίνδυνο είναι ο υπεύθυνος για την ύπαρξη αυτών των ακατανόητων καταστάσεων. Πχ ένας κεραυνός, ή ακόμα κι ένα άγριο ζώο που μπορεί να τον βλάψει. Το πρόβλημα όμως δεν ξεκίνησε από εκεί. Αυτό έγινε όταν κάποια μέλη της εκάστοτε ομάδας έβρισκαν την ευκαιρία, έχοντας ίσως μια πιο διαυγή επαφή με τον εγκέφαλο τους ή περισσότερη δολιότητα, να εκπροσωπούν αυτόν τον θεό και να βιοπορίζονται υπό αυτή την ιδιότητα. Ίσως μάλιστα αυτό ξεκίνησε αθώα, αφού αυτοί οι άνθρωποι μπορεί πράγματι να είχαν να προσφέρουν στην ομάδα τους μια σκέψη πιο έξυπνη από τους υπολοίπους. Ήρθε όμως ο πολιτισμός, και οι ομάδες έγιναν κοινωνίες. Αυτό σήμαινε ότι πέρα από το ότι αυτός που εκπροσωπούσε τον θεό δεν θα χρειάζονταν πχ να σκάβει τη γη ή να πολεμάει όπως οι υπόλοιποι, μπορούσε να εμπλουτίσει το αφήγημα περί υπερβατικού, δηλαδή αόρατου, δηλαδή ανύπαρκτου, με εκείνες τις φοβίες που τον τοποθετούσαν στις κορυφές της κοινωνίας του. Δεν θα μου φαινόταν περίεργο οι πρώτοι ηγέτες των πολιτισμών μας να ήταν και θρησκευτικοί αρχηγοί ταυτόχρονα -όπως πχ οι Φαραώ. Το κακό με αυτό έχει ξεκινήσει από το ότι την εξυπνάδα τους αυτοί οι άνθρωποι αναγκαστικά πλέον την περιόριζαν στο να διατηρούν την ηγεμονία τους επί ενός συνόλου, που πρακτικά θα μπορούσε να τους ανατρέψει εύκολα λόγω υπεραριθμίας. Έτσι, οι θρησκείες έγιναν ολοένα και πιο φοβίστηκες, πιο απόκοσμες, πιο πολύπλοκες για να τις κατανοήσει ο καθένας, και επιπλέον έθεταν ρητούς νόμους που αν το σύνολο δεν τους τηρούσε θα το έπαιρνε ο μαύρος χάρος. Αυτά δυστυχώς υπάρχουν ακόμα ως κατάλοιπα και στο «πολιτισμένο» σήμερα.
Πάμε λοιπόν να δούμε τι σχέση έχει όλη αυτή η εισαγωγή με τους άμοιρους τους υπερήρωες της έβδομης τέχνης. Όντας άνω των 50 ετών, γνώριζα κι εγώ τον Σούπερμαν, τον Μπάτμαν και όλους αυτούς ως ήρωες της επιστημονικής φαντασίας και της φαντασίας. Ήταν δηλαδή ένα υποείδος (υπό=κατώτερο) που είχε ρίζες στα κόμικς, αλλά όχι μια οντότητα που ξεχώριζε. Το πράγμα άλλαξε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 2000, όταν η φτώχια των λεγόμενων μπλοκμπάστερ στηρίζονταν ήδη αποκλειστικά σε franchise και ψηφιακά κινούμενα σχέδια. Το θέμα όμως είναι ότι εκείνα είχαν ένα τέλος. Τόσο οι Άρχοντες όσο και τα Χάρι Πότερ δεν μπορούσαν για πρακτικούς λόγους να γίνουν το θέμα 10άδων ταινιών, όσο και τα κινούμενα σχέδια απευθύνονταν πρωτίστως σε ηλικίες που έληγαν εντός λίγων ετών. Οι υπερήωες μέσα στην ίδια δεκαετία εξέπνεαν στα γρήγορα, μια και η νιτσεϊκή έννοια του υπερανθρώπου δεν ενέπνεε κάτι συλλογικό. Η είσοδος όμως του σύμπαντος της Μάρβελ συνέπεσε με το χρυσορυχείο για τους λίγους, που ονομάζονταν κρίση ολκής. Μια περίοδο που ο άνθρωπος άρχισε να αισθάνεται ανυπεράσπιστος απέναντι σε ισχυρότερους -οικονομικο-πολιτικούς- εχθρούς. Η σκέψη τότε έπεσε στο Χόλιγουντ σαν ώριμο φρούτο. Δεν θα δημιουργούμε πλέον αυτόνομες ταινίες με κάποια σίκουελ, αλλά κάτι που θα γνωρίζει ο θεατής ότι θα είναι εδώ για καιρό -με την αίσθηση του «για πάντα»-, θα μπορεί να ταυτίζεται βαθιά με αυτούς (όπως ήδη είχε κάνει στις ΗΠΑ η κοινότητα των αντίστοιχων κόμικς), και κυρίως θα του παρέχουν ασυνείδητα την ασφάλεια που πλέον τους στερείται. Τον ίδιο δρόμο δηλαδή που είχε χαράξει και ο Τζέιμς Μποντ σε άλλους καιρούς (το συγκεκριμένο μήνυμα ήταν ότι το σύστημα σε προστατεύει από το περιθώριο, ενώ εσύ επαναστατείς κατά του) και διόλου τυχαία ταίριαξε και σε αυτούς.
Πώς όμως αυτό μεταφράζεται σε θρησκεία; Ως προς αυτό ρωτήστε τους φαν, οι οποίοι ως άλλοι ευαγγελιστές διαδίδουν στο διαδίκτυο τα αντικείμενα της λατρείας τους. Αυτό που προσέφεραν απλόχερα οι εν λόγω ήρωες (που χωρίστηκαν σε δύο μάλιστα θρησκείες, μια και προστέθηκε στο παιχνίδι και η DC), ήταν η ανακούφιση στον θεατή πως και τα μεγαλύτερα παγκόσμια προβλήματα λύνονται. Δεν χρειάζεται εσύ ο πιστός να κάνεις τίποτα περισσότερο από το να μετέχεις στις τελετές (να πληρώνεις δηλαδή για να τους βλέπεις), μια και σε έπεισαν -όπως οι αρχαίοι θρησκευτικοί ηγέτες- πως είσαι πολύ λίγος ως ον για υπερβατικές πράξεις. Ακόμα και η εξαίρεση του Μπάτμαν έρχεται να μας διδάξει πως μπορείς μεν, αρκεί όμως να είσαι τρελά πλούσιος. Πουθενά η δύναμη των πολλών (όπως είχαμε πχ στον Πόλεμο των Άστρων), πουθενά δίκαιο και άδικο παρά μόνο γκρίζο (πλέον ακόμα και οι σούπερ-κακοί εμφανίστηκαν να έχουν από τη μεριά τους τα δίκια τους, τη γοητεία τους και την -κρυφοφασίζουσα- υπερευφυΐα τους). Ακόμα χειρότερο όλων είναι το γεγονός πως αυτοί οι «καλλιτεχνικά εμπνευσμένοι» (που λέει ο λόγος δηλαδή, μια και έχουμε πλέον αναγάγει την καλή κριτική με τα καλά οπτικά εφέ) ήρωες μάς καθοδηγούν σύμφωνα με τα συμφέρονταν των εταιριών κολοσσών σε σχέση με το τι θέλει ο κάθε γιγάντιος επενδυτικός όμιλος. Μη με παρεξηγείτε, μια χαρά βρίσκω στα βασικά της σημεία την όλη γουοκ λογική και χαίρομαι που βρήκε πρόσβαση σε mainstream μέσα και εν συνεχεία στις κοινωνίες μας, αλλά κι αυτή βρώμισε για τα καλά όταν έγινε προϊόν χειραγώγησης και εμπορίου από πλευράς των παγκόσμιων εταιρικών συμφερόντων που μας ελέγχουν. Η πλάκα όμως είναι πως δεν την πάτησαν εκεί οι χολιγουντιανοί κολοσσοί, αλλά στο γεγονός ότι το κακό (με κύριο εκφραστή του τον ρατσισμό) μετατράπηκε ξαφνικά από κραταιό σε αντι-συστημικό και συσπείρωσε-έθρεψε τους οπαδούς του. Κι έτσι ενώ ήταν ακόμα ο «κακός», πλέον έμοιαζε παραμορφωτικά με τον καλό της υπόθεσης (αναζητήστε επιμέρους ταινίες που το προετοίμαζαν αυτό από νωρίς). Έτσι, όταν ήρθε η πανδημία έγινε ολοφάνερο το αυτονόητο, ότι δηλαδή κανείς δεν μας προστατεύει υπερβατικά (ούτε μαζί η γουοκ ατζέντα) και πρέπει να ξαναβγάλουμε τον πανίσχυρο Τραμπ και τον κάθε μεσσία Τραμπ για να μας ταΐσει έστω και με ζούφιες ελπίδες (ελπίδα-πίστη = έννοιες απαραίτητες αλλά εύκολα εμπορεύσιμες που σου πουλάνε χαλάρωση -προτιμήστε τον αγώνα για το καλύτερο). Έκτοτε οι εν λόγω ταινίες έχουν πάρει τον κατήφορο, αλλά δεν καταργούνται ακόμα, μια και η θρησκεία που διέδωσαν πρέπει ακόμα να είναι εκεί έξω και να μας θυμίζει ότι μόνο οι πανίσχυρες μονάδες μπορούν να θέτουν κανόνες. Με τη θεομηνία της πανδημίας και της κρίσης που επέφερε ο πόλεμος στην Ουκρανία, πλέον δεν είμαστε μόνο πεισμένοι για την ατομική και ομαδική μας ανικανότητα, αλλά επιπλέον -με σηκωμένα τα χέρια- ζητάμε κι ελάχιστα για να ικανοποιηθούμε σε σχέση με αυτά που δικαιούμαστε.
Φυσικά και οι υπερήρωες δεν ήταν κάτι παραπάνω από την οπτικοποίηση ενός σύγχρονου «δωδεκάθεου», εκφραστή μίας ακόμα υπερβατικής κομπίνας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και η πλάκα είναι πως ενώ έπραξαν τον ρόλο τους στο συλλογικό ασυνείδητο, εμείς νομίζουμε ότι απλά παρακολουθούσαμε ταινίες δράσης και δεν μας εκμεταλλεύτηκε κανείς (μεγάλο κακό το χάιδεμα στον εαυτό μας, αντί της αναγνώρισης του λάθους μας).
Το ερώτημα όμως εδώ που αναδύεται είναι ακόμα πιο βαθύ. Μήπως εξαρχής γνώριζαν οι Χολιγουντιανοί το τι κατάληξη θα είχε αυτή η πρόσκαιρη κομπίνα και συμμετείχαν -με το αζημίωτο λόγω των εισπράξεων- στο σχέδιο της τωρινής τους, προδιαγεγραμμένης αποκαθήλωσης-αντικατάστασης τους με τους επί της γης «ημίθεους»; Και για να εκφράσω και τον κινηματογραφικό μου καημό, μήπως μαζί τους θα πάρουν αυτή τη μαγικά οικουμενική αίσθηση που είχε επί έναν αιώνα η μεγάλη οθόνη, με το ευρύ κοινό να αισθάνεται πλέον εξαπατημένο; Χάθηκε μία δεκαετία το λιγότερο με πακτωλούς εκατομμυρίων που σπαταλιούνταν και εισπράττονταν πάνω σε δύο κινηματογραφικά σίριαλ (συν αυτό των ψηφιακών δημιουργιών της Ντίσνεϊ και όχι μόνο, αν και εκεί υπάρχουν λαμπρές -πιξαρικές- εξαιρέσεις), με το σινεμά των δημιουργών -ακόμα και των εμπορικών (ποιοι είναι άραγε οι απόγονοι ενός Σπίλμπεργκ ή ενός Κάμερον;;;)- να στερείται πόρων. Συσσώρευσαν τα κέρδη σε πέντε-έξι ταμεία που εκφράζουν μία μόνο κινηματογραφική τάση -αυτήν της άσκεφτης διασκέδασης- με τους ανεξάρτητους δημιουργούς είτε να υποκλίνονται σε αυτή (πόσο λυπηρό να βλέπεις σπουδαίους σκηνοθέτες να αναλώνονται σε ζούφιες σεναριακά παραγωγές) είτε να σβήνει το άστρο τους με ένα Όσκαρ στο χέρι για παρηγοριά (όσο τουλάχιστον τα μεγάλα βραβεία κρατούν ακόμα τον ρόλο του ποιοτικού αντίβαρου -για να μην καρφωνόμαστε). Τώρα ειδικά που το σινεμά έγινε ένα και το αυτό με τις ισοπεδωτικές πλατφόρμες-σούπερμακετ ταινιών και σειρών (που ο «δημιουργός» τους είναι απλά αυτός που σκέφτηκε μια έξυπνη πλοκή), όσοι καλλιτέχνες έχουν ως ιερό και όσιο την τέχνη και όχι αποκλειστικά το κέρδος είναι καταδικασμένοι σε οικονομικό μαρασμό και αφάνεια (οι Φελίνι και οι Κιούμπρικ του σήμερα έχουν επιφορτωθεί τον τρομοκρατικό τίτλο των «σινεφίλ κουλτουριάρηδων» για λίγους, ενώ κάποτε γαλουχούσαν τους πολλούς). Κάθε χρόνο ακόμα και τώρα γεννιούνται μεγάλοι δημιουργοί. Απλά κάποτε τους πρόσεχαν πολλοί και αυτό τους έδινε θάρρος προς συνέχεια της πορείας τους, και τώρα λίγοι τους παίρνουν χαμπάρι και αυτοί γίνονται ζητιάνοι για να συνεχίσουν να δημιουργούν στον cult σινεφιλικό κύκλο τους (δείτε μόνο τις εισπράξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών και ασιατικών ταινιών που παίρνουν τα βραβεία και θα καταλάβετε). Και μια και όλα είναι μαθηματικά, κάντε τις πράξεις για να μάθετε το ποια θα είναι η συνέχεια όλων αυτών. Ναι, ελπίδα πάντα υπάρχει (όσο το ΑΙ δεν έχει ακόμα αντικαταστήσει όλες μας τις ουσιώδεις πράξεις), αλλά αυτή η ελπίδα αφορά καθαρά τον καθέναν από εμάς ως μέλος μιας πλατιάς ενωμένης μάζας και όχι αυτήν που μας υπόσχονται εκείνοι οι λίγοι που έχουν ως μαριονέτες στα χέρια τους τους πανίσχυρους «θεούς» (Θορ) και τους επί της γης-εκτός οθόνης παντοδύναμους αντιστοίχους τους (Τραμπ). Κι αυτό επειδή εμείς οι πολλοί μπορούμε να συναισθανόμαστε-αλληλοσυμπληρώνουμε-αλληλοβοηθούμε ο ένας τον άλλον, ενώ οι μαριονέτες και οι μαριονετίστες είναι άψυχοι…



