
Βερολίνο 2025 | Όλα τα Βραβεία
Συντάκτης: Σπύρος Δούκας
Το φεστιβάλ του Βερολίνου επέστρεψε και φέτος δυναμικά, με τη διαχρονική του έντονα πολιτική χροιά αυτή τη φορά μάλλον να κυριαρχεί έναντι των κινηματογραφικών εκπλήξεων. Η τουλάχιστον αμφιλεγόμενη απόφαση να απαγορευτεί η στήριξη προς την Παλαιστίνη, ακόμα και σε επίπεδο οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτήν, οδήγησε (δίκαια) αρκετούς προσκεκλημένους συμμετέχοντες να μποϊκοτάρουν το φεστιβάλ με την απουσία τους, ή και με ανάλογες δημοσιεύσεις. Τα φώτα έκλεψε αρχικά η Τίλντα Σουίντον, με έναν δυνατό λόγο που καταχειροκροτήθηκε, ενώ αργότερα υπήρξαν δημιουργοί που προλόγισαν τις ταινίες τους με αναφορές στην Παλαιστίνη, με αντιδράσεις από το κοινό που οδήγησαν μέχρι και στη σύλληψη ενός σκηνοθέτη.
Όπως και να ‘χει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής μια φθίνουσα πορεία όσον αφορά το διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ, το οποίο αποτελείται κυρίως από έργα μικρής εμβέλειας που είτε επιλέγονται εμφανώς λόγω των θεματικών τους, είτε απλά υστερούν σε καλλιτεχνικό ενδιαφέρον και δυναμική. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάποιες τρανταχτές εξαιρέσεις ανεξάρτητων δημιουργών με σημαντική πορεία (στην προκειμένη περίπτωση είχαμε τον Richard Linklater, τον Radu Jude, τον καθιερωμένο Hong Sang-soo, αλλά και τον Michel Franco), αλλά ακόμα και μεταξύ αυτών δεν υπήρξε κάποια μεγάλη έκπληξη. Όσον αφορά το Χόλιγουντ, είχαμε την παγκόσμια πρεμιέρα του Mickey 17, του νέου αγγλόφωνου πονήματος του Bong Joon-ho, με τον Robert Pattinson να κλέβει τις εντυπώσεις, αλλά και της βιογραφίας του Μπομπ Μάρλεϊ, A Complete Unknown, με τη συμμετοχή του Timotee Chalamet να φέρει έναν αέρα από σταρ, αν και η ταινία έχει ήδη πάρει διανομή σε αρκετές χώρες από τον προηγούμενο μήνα.
Το φεστιβάλ άνοιξε για τρίτη φορά στην ιστορία του ο Tom Tykwer με το επικών διαστάσεων «Φως» (“The Light”), μια σχεδόν τρίωρη γερμανόφωνη κοινωνικοπολιτική σάτιρα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις, ενώ μάλλον άδικα έλαβε χλιαρή αποδοχή, καθώς αποδείχτηκε μία από τις πλέον αξιόλογες ταινίες της φετινής διοργάνωσης. O Tykwer θεωρείται μάλλον ακόμα «κακό παιδί» για το σύγχρονο γερμανικό σινεμά, παρά την πολύχρονη κινηματογραφική και τηλεοπτική εμπειρία του και τις μεγαλόπνοες, φιλόδοξες παραγωγές του. Το «Φως» του μοιάζει αρκετά με το περσινό “Sterben”, που έφυγε από τη διοργάνωση με το βραβείο σεναρίου. Αν όμως εκείνο είναι μια επώδυνη μαύρη κωμωδία που οδηγεί σταδιακά τους χαρακτήρες της προς μια παράδοξη λύτρωση, ο Tykwer παραμένει αθεράπευτα αισιόδοξος, εμμένοντας σε new age ιδέες περί πανανθρώπινων συνδέσεων που υπερβαίνουν κοινωνικές τάξεις και φυλές. Και αν με ρωτάει κανείς, πολύ καλά κάνει. Γιατί η ματιά του Tykwer, από τις απαρχές του στα 90s μέχρι και σήμερα, παρά την κατά καιρούς κωμική ελαφρότητά της, ποτέ δεν υπήρξε επιφανειακή, και αυτό είναι το πλέον ουσιώδες όταν κρίνουμε καλλιτεχνικά ένα έργο.
Όσον αφορά τα βραβεία, η Χρυσή Άρκτος πήγε τελικά στο Νορβηγικό «Dreams (Sex Love)» του Dag Johan-Haugerud, δεύτερο μέρος της τριλογίας “Dreams/Sex/Love”. Κι ενώ το «Sex: Όσα Λένε οι Άντρες Μεταξύ τους», όσο και το “Love”, είναι soft διαλογικά κοινωνικά δράματα που καταγράφουν πτυχές της βορειοευρωπαϊκής ζωής, το «Dreams» μοιάζει χαμένο μεταξύ μιας βιωματικής αφήγησης και ενός βορειοευρωπαϊκού εγκεφαλικού ορθολογισμού, που επιχειρεί σχεδόν εμμονικά να εξηγήσει και να αναλύσει τα πάντα.

Λαμβάνοντας χώρα στη διάρκεια μιας νύχτας, το Blue Moon ακολουθεί έναν ηλικιωμένο άνδρα καθώς αναλογίζεται μια παλιά σχέση και τις επιλογές που δεν έκανε. Μέσα από διαλόγους και παύσεις, το έργο εξερευνά τη συναισθηματική ακινησία, την καθυστέρηση της ωριμότητας και τη σιωπηλή αποδοχή της απώλειας. Λιτό και ανθρώπινο, αποφεύγει δραματικές κορυφώσεις, εμμένοντας σε μια νοσταλγική μελαγχολία μέσω της μνήμης, ενώ χαρίζει τελικά στον Andrew Scott το Βραβείο Δεύτερου Ρόλου.
Σε παρόμοια μονοπάτια, το βραζιλιάνικο Blue Trail είναι ένα στωικό road movie, που εστιάζει επίσης σε μια ηλικιωμένη και το προσωπικό, καθαρτικό ταξίδι της στον Αμαζόνιο. Ακολουθώντας μια διαδρομή που μοιάζει λιγότερο με απόδραση και περισσότερο με αναγκαστική επιστροφή στο παρελθόν, η ταινία χρησιμοποιεί το τοπίο ως ψυχική προέκταση, με έναν υπνωτιστικό, ασκητικό ρυθμό, αποσπώντας τελικά το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής.
Το Living the Land του Huo Meng, που έφυγε με το βραβείο Σκηνοθεσίας, ακολουθεί την καθημερινότητα μιας αγροτικής οικογένειας σε ένα χωριό της βόρειας Κίνας από μια παιδική, βιωματική ματιά. Η αφήγηση είναι πάντα χαμηλότονη, με έμφαση στη σωματική εργασία, στους κύκλους της φύσης και στις ανεπαίσθητες κοινωνικές ιεραρχίες του χωριού. Η ταινία αποφεύγει το έντονο συναίσθημα, προτιμώντας μια εθνογραφική ματιά, όπου η παράδοση, η φτώχεια και η ιστορική μετάβαση συνυπάρχουν σιωπηλά, ενώ η αυστηρή φόρμα και ο αργός ρυθμός συμβάλλουν σε μια εύστοχη αποτύπωση συλλογικής μνήμης.
Ο αγαπημένος Radu Jude, επιστρέφει με το Kontinental 25, όπου ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα που ζει σε ένα παλιό συγκρότημα κατοικιών, το οποίο πρόκειται να κατεδαφιστεί, καταγράφοντας τις τελευταίες μέρες ενός χώρου και κατ’ επέκταση μιας κοινότητας σε αποσύνθεση. Μέσα από καθημερινές χειρονομίες και αποσπασματικές συναντήσεις, η ταινία σκιαγραφεί τον αστικό φόβο, την ταξική ανισότητα και τη βουβή απώλεια, πάντα με τον γνωστό, απολαυστικό καυστικό τόνο που μας έχει συνηθίσει ο Jude, χάρη στον οποίο φεύγει και πάλι με βραβείο από το φεστιβάλ, αυτή τη φορά για το Σενάριο.
Ίσως η πιο αδύναμη περίπτωση του φετινού προγράμματος, το ελληνικής συμπαραγωγής “Hot Milk”, ντεμπούτο της Rebecca Lankiewicz, είναι, μάλλον, ένα ψυχολογικό δράμα χαμηλής συχνότητας, που εστιάζει στη νοσηρή, σχεδόν ασφυκτική σχέση μητέρας–κόρης, με φόντο ένα ηλιόλουστο αλλά συναισθηματικά ψυχρό τοπίο. Η ταινία παρακολουθεί την ηρωίδα σε μια αργή διαδικασία αφύπνισης, όπου η σωματική ασθένεια της μητέρας λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και συναισθηματικής εξάρτησης. Μπερδεμένο υφολογικά, με διάσπαρτα στοιχεία από θρίλερ και άνισες ερμηνείες, το έργο παραμένει εγκλωβισμένο στις θεματικές του, χωρίς να μεταφράζει καθαρά την εσωτερική σύγκρουση σε δραματική κορύφωση, με ένα απότομο, «ανοιχτό» τέλος που βγάζει αθέλητο γέλιο.

Το Timestamp της Kateryna Gornostai είναι ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης που καταγράφει την καθημερινότητα της εκπαίδευσης σε πολλά σχολεία σε διαφορετικές περιοχές της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Χωρίς αφήγηση ή συνεντεύξεις, η ταινία συνθέτει ένα μωσαϊκό από τάξεις, προαύλια, διαδικτυακά μαθήματα και υπόγεια καταφύγια, όπου η σχολική ρουτίνα διακόπτεται επανειλημμένα από σειρήνες. Η επανάληψη παρόμοιων σκηνών σε διαφορετικούς τόπους υπογραμμίζει τη συστημική κανονικοποίηση της βίας και τη μετατόπιση του χρόνου. Η παιδική ηλικία και η μάθηση συνεχίζονται, αλλά σε μόνιμη κατάσταση αναμονής. Η ψυχρή, στατική φόρμα ενισχύει την πολιτική διάσταση, αποφεύγοντας πάντα τον συναισθηματικό εκβιασμό.
Ο καθιερωμένος πλέον Hong Sang-soo είναι πάλι εδώ με το What Does That Nature Say to You όπου ένας νεαρός ποιητής επισκέπτεται για πρώτη φορά τους γονείς της κοπέλας του στην επαρχεία και περνούν μια ολόκληρη μέρα μαζί. Η φύση λειτουργεί ως ήσυχο πλαίσιο παρατήρησης, απέναντι στο οποίο οι χαρακτήρες εκτίθενται μέσα από επαναλήψεις, αμήχανες παύσεις και ανεπαίσθητες μετατοπίσεις εξουσίας, με ατέρμονες συζητήσεις που σταδιακά μετατρέπουν την ευγένεια σε έλεγχο, αξιολόγηση και ταξική αμηχανία, με την λιτή, σαρκαστική και πάντα αυτοαναφορική ματιά του Hong να κρατάει επιδέξια τις ισορροπίες μεταξύ κωμωδίας και ρεαλισμού.
Από τις πλέον ιδιαίτερες περιπτώσεις του φετινού διαγωνιστικού, το Reflection in a Dead Diamond είναι μια αισθησιακή άσκηση ύφους που συνεχίζει εμμονικά το σινεμά των Hélène Cattet και Bruno Forzani, αντλώντας άμεσα από giallo, κατασκοπικό και pulp φαντασιακό σινεμά. Η ταινία ακολουθεί έναν ηλικιωμένο άνδρα που, μέσα από θραύσματα μνήμης και φαντασίας, ανασυνθέτει ένα παρελθόν γεμάτο βία, επιθυμία και κατασκευασμένες ταυτότητες. Η αφήγηση διαλύεται υπέρ της αισθητηριακής εμπειρίας, όπου ήχος, υφή και χρώμα λειτουργούν ως φορείς νοήματος περισσότερο από την θεοπάλαβη πλοκή.
Ελληνική συμμετοχή έχουμε επίσης στο τμήμα Generation 14plus, με τις «Άγριες Μέρες μας», το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Βασίλη Κεκάτου. Ακολουθώντας μια ομάδα νέων που ζουν άναρχα γυρίζοντας την Ελλάδα σε ένα τροχόσπιτο με στόχο να βοηθούν ανθρώπους που ζουν σε δυσμενείς συνθήκες. Το road movie του Κεκάτου μοιάζει άμεσα εμπνευσμένο από το σινεμά της Andrea Arnold (και πολύ συγκεκριμένα, το American Honey), εστιάζοντας στη ρευστότητα των σχέσεων, την νεανική ανάγκη για ένταση και τον φόβο της στασιμότητας, με αποσπασματική, έντονα βιωματική αφηγηματική δομή και συμπαθείς ερμηνείες. Τα προβλήματα ξεκινούν από τη στυλιζαρισμένη φόρμα και την καλογυαλισμένη φωτογραφία, αλλά και από το ίδιο το σενάριο που, όπως συχνά και στην περίπτωση της Arnold, δείχνει να μην έχει ουσιαστική, εις βάθος γνώση πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους και τον τρόπο ζωής τους, καταλήγοντας σε ένα καλόβολο και ορθογραφημένο κινηματογραφικά, αλλά όχι αρκετά πειστικό αποτέλεσμα, που αποκαλύπτει περισσότερο μια μεγαλοαστική εμμονή/φαντασίωση με το περιθώριο και την προβολή του, παρά μια καθαρή και ειλικρινή καταγραφή του.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε όπως πάντα πολλές ενδιαφέρουσες επιλογές, συχνά με πολιτικό background, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια αυτό το φεστιβάλ. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που μοιάζει να λείπει έντονα από το φετινό πρόγραμμα, είναι μια μεγάλη ταινία.




