1979. Μια παρέα νεαρών αποφασίζει να γυρίσει μία χαμηλού προϋπολογισμού ταινία πορνό στην ύπαιθρο του Τέξας, αλλά όταν οι απομονωνόμενοι γέροι οικοδεσπότες τους ανακαλύπτουν τα σχέδια της παρέας, τα μέλη του καστ καταλήγουν να παλεύουν για τη ζωή τους.

Σκηνοθεσία:

Ti West

Κύριοι Ρόλοι:

Mia Goth … Maxine/Pearl

Jenna Ortega … Lorraine

Martin Henderson … Wayne

Kid Cudi … Jackson Hole

Brittany Snow … Bobby-Lynne

Owen Campbell … RJ

Stephen Ure … Howard

James Gaylyn … σερίφης Dentler

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ti West

Παραγωγή: Jacob Jaffke, Harrison Kreiss, Kevin Turen

Μουσική: Tyler Bates, Chelsea Wolfe

Φωτογραφία: Eliot Rockett

Μοντάζ: David Kashevaroff, Ti West

Σκηνικά: Tom Hammock

Κοστούμια: Malgosia Turzanska

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: X
  • Ελληνικός Τίτλος: X

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Pearl (2022)

Παραλειπόμενα

  • Φόρος τιμής στην εποχή της άνθησης των slasher (αλλά και του πορνό), τη δεκαετία του 1970.
  • Τα γυρίσματα έγιναν στη Νέα Ζηλανδία.
  • Τόσο ο τίτλος όσο και η αφίσα προέρχονται από την αυστραλιανή ταινία X: Night of Vengeance.
  • Ο Kid Cudi συμμετέχει για πρώτη φορά σε ταινία τρόμου, κι επί των τίτλων υπογράφει με το αληθινό του όνομα, Scott Mescudi.
  • Μέσα σε λίγους μήνες κυκλοφόρησε και το πρίκουελ-origin story Pearl, και πάλι σε σκηνοθεσία του Ti West. Σύμφωνα με τον δημιουργό, αναμένεται να υπάρξει και τρίτο κεφάλαιο, αυτή τη φορά σίκουελ του X.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 6/4/2022

Σημείο αναφοράς είναι μεν η δεκαετία του 1970, αλλά το «X», το νέο φιλμ του Ti West, ουσιαστικά διαβάζει τον κινηματογραφικό τρόμο από ένα σύγχρονο πρίσμα, «λοξοκοιτώντας» με αισθητικά δάνεια και αναφορές και προς εκείνη την περίοδο. Ειδικά ο Eliot Rockett στη διεύθυνση φωτογραφίας φαίνεται σαν να μελέτησε πάρα πολύ τον πρωτότυπο «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι». Και παρότι δεν αποφεύγει το φλερτ με αρκετά κλισέ στοιχεία (νιοστή φορά που ακούγεται σε θρίλερ το «(Don’t Fear) The Reaper»), η ταινία κερδίζει το στοίχημα για ένα slasher που και καλοφτιαγμένο είναι, και ξυπνάει αρχέγονους φόβους.

Κάπου στο φόντο υπάρχει κι ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για τον αμερικανικό συντηρητισμό που σκοτώνει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, τις ελευθεριακές νεότερες γενιές, και ίσως από αυτή την άποψη δεν είναι και τυχαία η επιλογή της χρονολογίας του 1979, έναν χρόνο πριν την επέλαση του ριγκανισμού στις ΗΠΑ και στα κλιμάκια πλέον της εξουσίας. Σημαντική λεπτομέρεια είναι και το πώς εκφράζεται μέσα από το κείμενο η σεξουαλικότητα των ηρωίδων, με ένα πρίσμα μεν μοντέρνα φεμινιστικό, που όμως είναι έξυπνα ριζωμένο και στο πώς ανοίχτηκε ο διάλογος επάνω σε τέτοια ζητήματα εκ νέου κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που απεικονίζεται στο φιλμ. Μια συζήτηση όμως για την πιθανή σημειολογία που βρίσκεται πίσω από το «X» μάλλον είναι άτοπη, μιας και γίνεται φανερό πως ο West ενδιαφέρεται περισσότερο για τις κατασκευαστικές αρετές και τις τεχνικές σασπένς του πονήματός του, κάτι όχι απαραίτητα κακό.

Ένα κρίσιμο στοιχείο που όντως φέρνει κάτι παλιομοδίτικο στην ταυτότητα του συνόλου, είναι η διάρκεια της «προθέρμανσης» μέχρι να μπει ο καθαρόαιμος τρόμος στην εξίσωση. Το σενάριο παίρνει τον χρόνο του αναπτύσσοντας χαρακτήρες και δημιουργώντας ατμόσφαιρα, και το ευτυχές είναι ότι στο τιμόνι της σκηνοθεσίας βρίσκεται ένας κινηματογραφιστής που ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνει για να λειτουργήσει αυτή η προσέγγιση. Χτίζοντας ένα μυστήριο γύρω από τις διαβολικές φιγούρες που καταδιώκουν τους ήρωες (το οποίο εσκεμμένα δεν ξεδιαλύνεται εντελώς ούτε μέχρι το φινάλε) κι εξελίσσοντας συνεχώς τις δυναμικές που επικρατούν ανάμεσα στους δεύτερους, κλιμακώνει σταδιακά την ένταση για μια κορύφωση που αποζημιώνει την υπομονή του θεατή. Ταυτόχρονα, έχοντας στη «φαρέτρα» του κειμένου του κάποιες αρκετά καυστικές ατάκες, ο West δεν φοβάται τον αυτοσαρκασμό, ο οποίος πάντα εντοπίζεται σε μια δοσολογία που «νοστιμεύει» το μείγμα, αλλά παράλληλα δεν υπονομεύει και το κομμάτι του θρίλερ.

Πέραν όμως των πολιτικών συμβολισμών, το «X» είναι και μια αλληγορία για το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, είτε αυτό οδηγεί σε μια επώδυνη ενηλικίωση, είτε στον θάνατο. Πριν το αιματηρό δεύτερο μισό άλλωστε, και πίσω από τα έντονα καλοκαιρινά χρώματα και τις σεξουαλικές σκηνές, οι βασικοί έξι χαρακτήρες περνούν από μια προσωπική διαδρομή διαψεύσεων, πιο ενδοσκοπική από αυτό που θα περίμενε κανείς από τον μέσο όρο του είδους. Αυτή η διάσταση συγχρόνως προσφέρει μια άλλη ανάγνωση στην υπόσταση του ηλικιωμένου ζεύγους που βάζει στο μάτι τους πρωταγωνιστές, η οποία γίνεται πιο έντονη σε μερικές σκηνές που αποκαλύπτουν για το ίδιο μια απρόσμενη ευαλωτότητα. Κλειδί γι’ αυτή την πτυχή είναι και η αναπάντεχης ευαισθησίας σκηνή με τους Brittany Snow και Kid Cudi να ερμηνεύουν το «Landslide» των Fleetwood Mac (προσοχή στους στίχους).

Κι ενώ θεωρητικά δεν πρόκειται για ένα φιλμ που έχει ανάγκη κι από υπερβατικά καλές ερμηνείες, αφού πρωτίστως στοχεύει αλλού, υπάρχει μια εξαιρετικά καλή υποστήριξη από τους δεύτερους ρόλους, που τους αναβαθμίζει από το επίπεδο του στερεοτύπου. Η παράσταση όμως ανήκει ξεκάθαρα στη Mia Goth, όπου σε «διπλή αποστολή» καταφέρνει να επιβληθεί ως το σημαντικότερο ερμηνευτικό χαρτί του καστ. Υποδυόμενη με επιτυχία τόσο την παρορμητική και φιλόδοξη Maxine όσο και την απειλητική, στοιχειωτική αλλά και κατά βάθος εύθραυστη Pearl, επιδεικνύει ένα εντυπωσιακό εύρος που υπογραμμίζει τους παραλληλισμούς που επιχειρεί να αναπτύξει ο σκηνοθέτης γύρω από τις δύο γυναίκες. Παραλληλισμοί οι οποίοι τονίζουν και την προβληματική του σεναρίου: η αποκαλούμενη Χαμένη Γενιά και οι baby-boomers, παρότι συγκρούστηκαν σφοδρά στη δεκαετία του 1970, στην πραγματικότητα είχαν πολλές κοινές αφετηρίες, από το πώς «συνθλίφτηκαν» από πολιτικές συμπληγάδες των ηγεσιών τους μέχρι τις αλλαγές που βίωσαν σε κοινωνικό επίπεδο.

Και τελικά, σκοντάφτοντας στην πορεία και σε κάποιες αστοχίες, «πιάνεται» μια τριπλέτα σημαντικών στόχων που κάνει την όλη προσπάθεια να αποτιμάται θετικά: και να προκύψει καλοστημένος τρόμος και αγωνία, και το σύνολο να προσφέρει και καθαρόαιμη διασκέδαση μέσα στα πλαίσια του είδους, και τεχνικά να παράγεται κάτι που βγάζει προς τα έξω μεράκι και όχι μια λογική ταχυφαγείου.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

26 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *