1990, κι ενώ το τείχος του Βερολίνου μόλις έπεσε. Η Κατρίν μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία και τώρα ζει στη Νορβηγία επί 20 χρόνια. Είναι ένα παιδί του πολέμου, από την ένωση μιας Νορβηγίδας με έναν γερμανό φαντάρο. Η Κατρίν απολαμβάνει μια οικογενειακή ζωή, δίπλα στη μητέρα της, τον σύζυγο της, την κόρη και την εγγονή της. Όταν ένας δικηγόρος τής ζητά να παραστεί ως μάρτυρας σε μια δίκη ενάντια του νορβηγικού δημοσίου που αφορά παιδιά που έχουν γεννηθεί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή αρνείται. Σύντομα, ένας ιστός από μυστικά αποκαλύπτεται, μέχρι που η Κατρίν αισθάνεται «γυμνή» σε αντιστάσεις, και οι αγαπημένοι της επιβάλλεται να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Τι είναι όμως πιο σημαντικό, όλα όσα έχουν ζήσει μαζί ή το ψέμα στο οποίο όλα αυτά βασίστηκαν;

Σκηνοθεσία:

Georg Maas

Judith Kaufmann (βοηθητική)

Κύριοι Ρόλοι:

Juliane Kohler … Katrine Evensen Myrdal

Liv Ullmann … Ase Evensen

Sven Nordin … Bjarte Myrdal

Ken Duken … Sven Solbach

Julia Bache-Wiig … Anne Myrdal

Rainer Bock … Hugo

Vicky Krieps … Kathrin Lehnhaber

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Georg Maas, Christoph Tolle, Stale Stein Berg, Judith Kaufmann

Παραγωγή: Axel Helgeland, Rudi Teichmann, Dieter Zeppenfeld

Μουσική: Christoph Kaiser, Julian Maas

Φωτογραφία: Judith Kaufmann

Μοντάζ: Hansjorg Weissbrich

Σκηνικά: Bader El Hindi

Κοστούμια: Ute Paffendorf

Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.

Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Zwei Leben
  • Ελληνικός Τίτλος: Διπλή Ζωή
  • Διεθνής Τίτλος: Two Lives

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Eiszeiten της Hannelore Hippe.

Κύριες Διακρίσεις

  • Τρίτο βραβείο καλύτερης ταινίας και βραβείο μοντάζ στα εθνικά βραβεία της Γερμανίας.
  • Επίσημη πρόταση της Γερμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Έφτασε ως τα 9 επιλαχόντα.

Παραλειπόμενα

  • Όταν έκανε πρεμιέρα η ταινία, το μυθιστόρημα της Hannelore Hippe ήταν ακόμα ανέκδοτο. Μετά από αρκετές αναθεωρήσεις, η συγγραφέας έβγαλε το βιβλίο το 2018 ως Die Verlorenen Tochter.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 16/11/2014

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου σήμανε ραγδαίες κοινωνικό-πολιτικές αλλαγές στη Γερμανία, αλλά και κατ` επέκταση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πέρα όμως από τα ευρείας κλίμακας γεγονότα, το τέλος μιας ταραγμένης περιόδου αποκάλυψε ίσως και πράγματα που καλύτερα ήταν να μείνουν στην αφάνεια. Έφερε ανθρώπους αντιμέτωπους με τα καλά κρυμμένα μυστικά τους και φανέρωσε ζωές χτισμένες πάνω στο ψέμα. Την πολυπλοκότητα μιας τέτοιας προσωπικής τραγωδίας, συνυφασμένη με ένα τέλος εποχής, επιχειρεί να κατασκευάσει ο σκηνοθέτης Γκέοργκ Μας με ένα δημιούργημα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μια κατασκοπική -σε στιλ Τζον λε Καρέ- ιστορία και ένα υποτονικό οικογενειακό δράμα.

Η υπόθεση της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την Κατρίν, μια γυναικά με σκοτεινό παρελθόν, η οποία ζει με τη μικρή της οικογένεια σε ένα απομακρυσμένο νορβηγικό χωριό. Το φιλμ μάς αποκαλύπτει σχεδόν από την αρχή ότι η ίδια είχε δραπετεύσει από ένα από τα σπίτια του προγράμματος Lebensborn (στα πλαίσια της δημογραφικής αύξησης της «καθαρής φυλής» στη ναζιστική Γερμανία) και επέστρεψε στη βιολογική της μητέρα. Ταυτόχρονα όμως τη βλέπουμε να συναντιέται κρυφά στη Γερμανία με περίεργους ανθρώπους, κινώντας τόσο τις δικές μας υποψίες όσο και του άντρα της, κυβερνήτη υποβρυχίου. Όταν ένας ιδεαλιστής δικηγόρος εμφανίζεται στη ζωή της Κατρίν (αλλά και της κόρης της), προσπαθώντας να πείσει την ίδια να καταθέσει στο δικαστήριο, σε μια προσπάθεια να βρεθούν οι ηθικά υπεύθυνοι της ταραγμένης παιδικής της ζωής, τότε η πρωταγωνίστρια θα βρεθεί μπροστά σε σκοτεινά διλήμματα, που θα τη φέρουν αναπόφευκτα αντιμέτωπη με το παρελθόν, άλλα και τον τρόπο που έχει επιλέξει (ή έχει αναγκαστεί) να διαχειριστεί τη ζωή της έως τώρα.

Ο σκηνοθέτης κρατώντας απόσταση με τα πλάνα του, αφήνει την κεντρική ηρωίδα μόνη κι αποξενωμένη απέναντι στις συνέπειες των πράξεών της. Παρόλη την ιδιαιτερότητα του θέματος το οποίο αναλαμβάνει, δυσκολεύεται έκδηλα να προσδώσει μια ματιά ικανή να συμπαρασύρει τον θεατή στο δράμα της αναταραχής των ανθρώπινων σχέσεων και το ξήλωμα της οικογενειακής θαλπωρής κι ασφάλειας. Οι πληροφορίες, τόσο για τη ζωή της Κατρίν όσο και για τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της ψυχροπολεμικής Ευρώπης, εμφανίζονται από παντού, καθιστώντας δυσνόητη -έως ένα σημείο- τη νοηματική εξέλιξη, η οποία τρέχει να προλάβει την τραγωδία, ιδίως όταν το φιλμ προσεγγίζει το φινάλε. Η αδέξια αφηγηματική φόρμα διαφαίνεται και στο γεγονός ότι οι αποκαλύψεις (στις οποίες ο θεατής γίνεται συμμέτοχος νωρίτερα από την οικογένεια της πρωταγωνίστριας) γίνονται σε λάθος χρόνο, στερώντας έτσι υλικό από την κορύφωση που μοιάζει διεκπεραιωτική. Μόνο ίσως στο τέλος, ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να επενδύσει περισσότερα στον ψυχολογικό γολγοθά μιας γυναικάς καταδικασμένης όχι μονό να ζει, αλλά και να στηρίζει αληθινές σχέσης αγάπης και στοργής στο ψέμα. Παρότι δεν είναι δυνατόν μια τόσο σπαρακτική ιστορία περιστοιχισμένη από πολιτικές σκοπιμότητες, κοινωνικούς αποκλεισμούς και στρεσογόνες αναλήθειες να μην μπορεί να μεταδώσει το συναισθηματικό της παλμό στον θεατή, δυστυχώς το φιλμ επιμένει, καθόλη τη διάρκειά του, να μας αφήνει αμέτοχους κι αποστασιοποιημένους.

Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Τζούλιαν Κόλερ (γνωστή κυρίως για τον ρόλο της στο οσκαρικό «Πουθενά στην Αφρική»), υποδυόμενη μια γυναικά υποχρεωμένη να ζει με μια μόνιμα ανοιχτή πληγή, ένα παιδί του πολέμου που προσπαθεί να κατασκευάσει μάταια ένα παρόν για να αντέχει το παρελθόν που την καταδιώκει. Η γερμανίδα ηθοποιός κατορθώνει να αποσπάσει τη συμπάθεια με έναν χαρακτήρα που μάλλον δεν του αξίζει, εξωτερικεύοντας κυρίως με την ψυχρή κι αυστηρή της εμφάνιση τα επακόλουθα μιας ατέλειωτης εσωτερικής σύγκρουσης. Στον ρόλο της μητέρας της, η μούσα του ανυπέρβλητου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Λιβ Ούλμαν, εμφανίζεται σε έναν αδιάφορο υποστηρικτικό ρόλο, περιορισμένο αφενός από το ίδιο το σενάριο και αφετέρου από την αδυναμία συναισθηματικής εμπλοκής.

Χρησιμοποιώντας εύστοχα τις εναλλασσόμενες λήψεις μεταξύ των φλασμπάκ (κάμερα στο χέρι και κοκκώδη, υπερκορεσμένα πλάνα) και του φιλμικού παρόντος, η ταινία αποδίδει τεχνικά, όχι όμως και ουσιαστικά. Η συναισθηματική της ανεπάρκεια μπορεί πανεύκολα να γίνει κατανοητή, άπλα συγκρίνοντάς τη με δύο πρόσφατες ταινίες παρόμοιας θεματολογίας, στις οποίες ξεκάθαρα αποπειράται να μοιάσει: τo «Οι Ζωές των Άλλων», αλλά κυρίως το «Σφραγισμένα Χείλη». Μπορεί σε γενικές γραμμές η «Διπλή Ζωή» να είναι επιμελής και συγκροτημένη (είναι φέτος η επίσημη πρόταση της Γερμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ), όμως η συνθετότητα της αφήγησης και η αναποφασιστικότητα της εξέλιξής της υπονομεύουν το εγχείρημα, καθιστώντας την τελικά ένα σοβαρό κι αυστηρό δράμα γύρω από τις συνέπειες μιας δυσοίωνης εποχής, που όμως δεν κόβει τόσο βαθιά όσο προτίθεται.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.