Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Ένα πολυτελές γιοτ γεμάτο με πλούσιους, κακότροπους επιβάτες κι έναν εξίσου κακότροπο μαρξιστή καπετάνιο, ναυαγεί σε ένα ερημονήσι. Εκεί η ιεραρχία της δύναμης αλλάζει ριζικά, και μια μεσήλικη φιλιππινέζα καμαριέρα έχει πια το πρόσταγμα στον αγώνα για την επιβίωση.

Σκηνοθεσία:

Ruben Ostlund

Κύριοι Ρόλοι:

Harris Dickinson … Carl

Charlbi Dean … Yaya

Dolly De Leon … Abigail

Zlatko Buric … Dimitry

Woody Harrelson … καπετάνιος Thomas Smith

Iris Berben … Therese

Vicki Berlin … Paula

Henrik Dorsin … Jarmo Bjorkman

Jean-Christophe Folly … Nelson

Amanda Walker … Clementine

Oliver Ford Davies … Winston

Sunnyi Melles … Vera

Arvin Kananian … Darius

Hanna Oldenburg … θαλαμηπόλος γιοτ

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ruben Ostlund

Παραγωγή: Philippe Bober, Erik Hemmendorff

Φωτογραφία: Fredrik Wenzel

Μοντάζ: Mikel Cee Karlsson, Ruben Ostlund

Σκηνικά: Josefin Asberg

Κοστούμια: Sofie Krunegard

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Triangle of Sadness
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Τρίγωνο της Θλίψης

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Ο Ruben Ostlund συνεργάζεται με εταιρίες παραγωγής από πολλές χώρες, ανάμεσα τους και τη δική μας (Heretic: Γιώργος Καρναβάς, Κωνσταντίνος Κοντοβράκης), και κάνει το αγγλόφωνο ντεμπούτο του, ακόμα κι αν πρόκειται κυρίως για σουηδική παραγωγή.
  • Ο τίτλος παραπέμπει σε ορολογία των πλαστικών χειρούργων, και αφορά το ζάρωμα ανάμεσα φρύδια, που διορθώνεται με μπότοξ.
  • Το κάστινγκ χρειάστηκε τέσσερις μήνες για να ολοκληρωθεί, και έλαβε χώρα σε Βερολίνο, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Γκέτεμποργκ και Μόσχα. Η δε αναζήτηση χώρων γυρισμάτων διήρκεσε 10 μήνες.
  • Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στη Σουηδία και διακόπηκαν με το ξέσπασμα της πανδημίας του COVID-19. Μετά από 3 μήνες μπόρεσαν να ολοκληρωθούν αυτά στη σκανδιναβική χώρα, και συνεχίστηκαν επί 36 ημέρες (διασπαρμένες ανάμεσα σε 8 εβδομάδες) στην παραλία της Χιλιαδούς στην Εύβοια (αντί της Ταϊλάνδης, που ήταν το αρχικό σχέδιο). Γυρίσματα έγιναν ακόμα στο Κατάκολο της Ηλείας, αλλά και στη θαλαμηγό Christina O του Αριστοτέλη Ωνάση.
  • Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, κατά τη διάρκεια της παραγωγής έγιναν 1.061 τεστ για COVID-19, και όλα βγήκαν αρνητικά.
  • Όπως δήλωσαν από το καστ, ο σουηδός σκηνοθέτης γύρισε την κάθε σκηνή κατά μέσο όρο 23 φορές.
  • Την πρεμιέρα στις Κάνες ακολούθησε 8λεπτο όρθιο χειροκρότημα, για να επακολουθήσει ο δεύτερος Χρυσός Φοίνικας στην καριέρα του Ostlund.
  • Κριτικός της The Guardian επισήμανε τις ομοιότητες της πλοκής με το θεατρικό The Admirable Crichton (1902) του J.M. Barrie.

Κριτικός: Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 2/6/2022

Ο Ruben Ostlund επιστρέφει μετά το εκπληκτικό «Τετράγωνο» με ένα ακόμα αλληγορικό σχήμα. Το τετράγωνο πραγματευόταν διερευνητικά, με μια ακαδημαϊκού τύπου σεναριακή γραφή, την έννοια της τέχνης και των ορίων, της σχέσης της με το άτομο και την κοινωνία σε ευρύτερο επίπεδο, και κατ’ επέκταση παραλληλίζοντας την υποκρισία του σύγχρονου κόσμου με την αποστασιωποίηση της μοντέρνας τέχνης. Το «Τρίγωνο της Θλίψης» καταπιάνεται με την κοινωνική ανισότητα και την παταγώδη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης να την καταπολεμήσει. Καταδεικνύει και εδώ την κατάφωρη υποκρισία μιας κοινωνίας πνιγμένης στον καπιταλισμό, που χρησιμοποιεί την εικόνα και το θέαμα ως σανίδα σωτηρίας, προασπιζόμενη πάντα τα υψηλότερα των ιδανικών.

Το «Τρίγωνο» ως κινηματογραφικό κατασκεύασμα είναι σαφώς πιο περίτεχνο, βιτριολικό και φιλόδοξο, επιδεικνύοντας ιδιαίτερα γερά θεμέλια ως δοκιμιακή κοινωνιολογική μελέτη. Κι όμως, αποδεικνύεται τελικά πιο αδύναμο από τον σαγηνευτικό προκάτοχό του.

Αρχικά, το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων, εμφανώς αγαπημένο θέμα στο φεστιβάλ των Κανών (για ένα φεστιβάλ που επιβάλλει σε όλους τους διαπιστευμένους συμμετέχοντες να φέρουν πάνω τους ένα χρώμα που υποδηλώνει το κοινωνικό τους στάτους, η θεματική αυτή προτίμηση μάλλον φανερώνει κάποια ενοχικά σύνδρομα), σίγουρα δεν είναι κάτι πρωτοποριακό ακόμα και στο σινεμά των τελευταίων χρόνων. Αν μη τι άλλο, τα «Παράσιτα» του Bong Joon-ho επιτυγχάνουν άριστα αυτήν ακριβώς τη μελέτη. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά στους πρόσφατους Χρυσούς Φοίνικες («Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», «Κλέφτες Καταστημάτων», και το συγγενικό «Τετράγωνο»), η θεματική των ανισοτήτων είναι ο κοινός παρονομαστής.

Η ταινία του Ostlund είναι χωρισμένη σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο μπαίνουμε στον κόσμο του μόντελινγκ, μέσα από κάποιες άβολες στιγμές στη ζωή ενός ζευγαριού μοντέλων-ινφλουένσερς, του Καρλ και της Γιάγια. Ο Καρλ προσπαθεί μάταια να υπερβεί την πλασματική υφή του κόσμου του, τολμώντας να μιλήσει και να επιμείνει για μικρές λεπτομέρειες στην καθημερινή συμπεριφορά, που υποδηλώνουν βαθύτερες αδυναμίες (εκεί ακριβώς βασίζεται και η «Ανωτέρα Βία»). Εκείνος το πηγαίνει επί του προσωπικού και καταλήγει να τσακωθεί με την κοπέλα του, όμως ο θεατής γνωρίζει πως αυτά τα συμπεριφορικά στοιχεία είναι καθιερωμένα σε ένα ευτύτερο πλαίσιο στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Στο δεύτερο κεφάλαιο βρισκόμαστε σε ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο, όπου οι δύο βασικοί χαρακτήρες κάνουν τις διακοπές τους (τις οποίες κέρδισαν σαν δώρο από την ινφλουένσινγκ-δουλειά τους). Εκεί το πράγμα χοντραίνει, σταδιακά όλο και περισσότερο, καθώς ο Καρλ και η Γιάγια εκπροσωπούν μόνο ένα μικρό και πολύ συγκεκριμένο τμήμα μιας ολικά τοξικής κοινωνίας. Οι μικρές, βαθύτερες αδυναμίες που όλοι μαθαίνουμε επιμελώς να κρύβουμε μέσα στον τρόπο που αλληλεπιδρούμε, για τις οποίες μιλούσε προηγουμένως ο Καρλ, εδώ συσσωρεύονται όλες μαζί, οι τάξεις ανατρέπονται και τα συλλογικά απωθημένα ανασύρονται και οργιάζουν, οδηγώντας σε μια επικών διαστάσεων καταστροφή.

Τέλος, οι επιζώντες από την καταστροφή, σε ένα μικρό νησί, προσπαθούν με τα ελάχιστα να ξεκινήσουν μια νέα κοινωνία από το μηδέν. Οι προηγούμενες τάξεις τους έχουν ήδη ανατραπεί, και τα survival-skills είναι αυτά που πλέον καθορίζουν τον ισχυρό έναντι του ανίσχυρου. Σε ένα ευφυές κλείσιμο, ο Ostlund αναρωτιέται αν η νέα κοινωνία μετά την καταστροφή μπορεί να κάνει τη διαφορά, ή αν ο άνθρωπος είναι αιώνια καταδικασμένος στην επανάληψη του λάθους, όντας δέσμιος των μικρών και μεγάλων αδυναμιών του.

Όσο αψεγάδιαστα στημένο, ξεκαρδιστικό και άκρως διασκεδαστικό είναι το νέο πόνημα του Ostlund, είναι άλλο τόσο χοντροκομμένο, εύπεπτο και διαφανές ως αλληγορία. Όχι ότι αυτό αφαιρεί πολλούς πόντους ή μειώνει το εγχείρημα, καθώς πρόκειται για δυόμισι ώρες καθαρής απόλαυσης (πράγμα αληθινά σπάνιο και δύσκολο στο αρτ σινεμά), ενώ κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αρτιότητα της δοκιμιακής γραφής του. Όμως το έργο αυτό μοιάζει σαν μια ευφάνταστη σύνοψη όλων των προβληματικών με τις οποίες έχει καταπιαστεί ο Ostlund στο παρελθόν. Είναι σαφώς πιο ψυχρό, εγκεφαλικό και αποστασιωποιημένο από τους προκατόχους του, καθώς εδώ οι χαρακτήρες είναι όλοι προσχηματικοί, αντικείμενα σάτιρας. Αυτό που μάλλον μπορούμε να προσάψουμε στον Σουηδό, είναι ότι παρά την αδιαμφισβήτητη μαεστρία του, αυτή τη φορά έβγαλε εντελώς την ουρά του απ’ έξω.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

7 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.