Ο Μίκι και η Κλόι γνωρίζονται στην Αθήνα, και η ενστικτώδης έλξη, ο αυθορμητισμός του φλερτ και η παραζάλη της ερωτικής νύχτας στην πόλη μια υποσχόμενη Παρασκευή, αναπόφευκτα θα συγκρουστούν με την πραγματικότητα και τους συμβιβασμούς της συμβίωσης. Όπως το hangover μιας Δευτέρας που μοιραία ακολουθεί ένα ξέφρενο σαββατοκύριακο. Η παραμονή της Κλόι στην Αθήνα πλησιάζει στο τέλος της. Ωστόσο, η γνωριμία της με τον γοητευτικό Μίκι την ωθεί να εγκαταλείψει την καριέρα της στην Αμερική, και να προτιμήσει τη άγρια φωτογένεια της Αθήνας.

Σκηνοθεσία:

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Κύριοι Ρόλοι:

Denise Gough … Chloe

Sebastian Stan … Mickey

Γιώργος Πυρπασόπουλος … Αργύρης

Dominique Tipper … Bastian

Έλλη Τρίγγου … Άσπα

Ανδρέας Κωνσταντίνου … Χρήστος

Σοφία Κόκκαλη … Στεφανί

Σύλλας Τζουμέρκας … Μάνος

Βαγγέλης Μουρίκης … Τάκης

Πανάγος Ιωακείμ … Παντελής

Προμηθέας Αλειφερόπουλος … Προμηθέας

Δημήτρης Κουρούμπαλης … Δημήτριος

Ορφέας Αυγουστίδης … Ορφέας

Αλέξανδρος Λογοθέτης … Γιώργος

Άλκηστις Πουλοπούλου … Έλλη

Ανδρέας Κοντόπουλος … Γιάννης

Orlando Seale … Johnny

Chloe Sirene … Anna

Αχιλλέας Κυριακίδης … δικαστής

Μαρίσα Τριανταφυλλίδου … δικηγόρος

Ιερώνυμος Καλετσάνος … γιατρός

Μιχάλης Οικονόμου … γαμπρός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Rob Hayes, Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Παραγωγή: Deanna Barillari, Damian Jones, Brian Kavanaugh-Jones, Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος, Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Μουσική: Αλέξης Γράψας

Φωτογραφία: Χρήστος Καραμάνης

Μοντάζ: Ναπολέων Στρατογιαννάκης

Σκηνικά: Αλίκη Κούβακα

Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Monday
  • Ελληνικός Τίτλος: Monday

Παραλειπόμενα

  • Έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ δεν άργησε να πάρει διανομή στις ΗΠΑ. Είχε αρχικά προγραμματιστεί να κάνει ντεμπούτο στο φεστιβάλ της Τριμπέκα, πριν όμως αυτό αναβληθεί οριστικά λόγω της πανδημίας.
  • Το Monday γυρίστηκε στην Αθήνα (Φωκίωνος Νέγρη, πλατεία Συντάγματος, κ.α.) και την Αντίπαρο.
  • Πρώτη επαφή της Denise Gough και του Sebastian Stan με το ελληνικό σινεμά.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Πλούσιο το σάουντρακ, με αιχμή τη Συννεφούλα του Διονύση Σαββόπουλου, σε Digital Remaster του 2007. Συμμετέχουν με σειρά τραγουδιών οι Μικές Μπίλης-Λεωνίδας Πετρόπουλος, ενώ η Idra Kayne ερμηνεύει ζωντανά το Κάτι, το High Hopes και το Q-Funk.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 20/5/2021

Θέλει κανείς να τοποθετηθεί θετικά απέναντι στο νέο εγχείρημα του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, δεδομένου ειδικά του ενθουσιασμού με τον οποίο «ορμάει» στο θέμα τού ασυγκράτητου ερωτικού πάθους, αλλά υπάρχουν εμφανή προβλήματα. Το καλό είναι πως το πρωταγωνιστικό ντουέτο των Denise Gough και Sebastian Stan, διαθέτοντας μεγάλα αποθέματα ενέργειας που ξέρει πώς να τα αξιοποιήσει, διαρκώς αμφιταλαντευόμενο σε ένα γιν/γιανγκ ευφορίας κι απελπισίας, δημιουργικότητας κι αυτοκαταστροφής, αγάπης και μίσους, κουβαλάει στους ώμους του ολόκληρο το φιλμ και χαρίζοντάς του δύο ερμηνείες εντυπωσιακής ειλικρίνειας, που καταφέρνουν να μεταφέρουν στον θεατή συναισθήματα που από μόνο του το σενάριο δεν θα μπορούσε να μεταδώσει αποτελεσματικά. Οι δυο τους αποτελούν δίχως καμία αμφιβολία τη ραχοκοκαλιά και την καρδιά του φιλμ, και η αξία της συνεισφοράς τους δεν μειώνεται από την υπερβολική πληθώρα δεύτερων ρόλων και γκεστ εμφανίσεων (από τον Βαγγέλη Μουρίκη μέχρι τον Ανδρέα Κωνσταντίνου) που λειτουργούν κάπως αποπροσανατολιστικά από το δράμα που βρίσκεται στο επίκεντρο.

Δυστυχώς, όμως, το κείμενο δεν μπορεί να πείσει για τη σημασία και τη βαρύτητα της ερωτικής σχέσης των πρωταγωνιστών, να καταστήσει ξεκάθαρο το γιατί το συγκεκριμένο «καταραμένο» ρομάντζο είναι μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ούτε πολλά πράγματα γίνονται γνωστά για τους δύο κεντρικούς ήρωες, επομένως δεν προχωράει πολύ βαθιά η πλευρά του ψυχογραφήματος και δεν γίνονται κι απόλυτα κατανοητές ως λογικά επακόλουθες αρκετές από τις ενέργειές τους, ενώ και τα τετριμμένα σχήματα (ενδεικτικά ο ανώριμος άνδρας, η μυστικοπαθής γυναίκα με πολλές συναισθηματικές μεταπτώσεις) συσσωρεύονται όσο προχωράει ο κινηματογραφικός χρόνος. Επικρατεί μια απλότητα στη γραφή που λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι, καθώς από τη μία δίνει μια αμεσότητα που χρειάζεται η αφήγηση, από την άλλη ξεκαθαρίζει ότι το βάθος στην ανάλυση φτάνει μέχρι ενός σημείου. Το δε φινάλε δείχνει μια πρόδηλη αμηχανία εκ μέρους των Παπαδημητρόπουλου και Hayes για το προς ποια κατεύθυνση να οδηγήσουν την ιστορία τους, κάτι που φανερώνεται κι από τον εξαιρετικά επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της δράσης (αρκεί κανείς να μετρήσει τις σκηνές που περιλαμβάνουν κλάμπινγκ).

Υπάρχουν ομολογουμένως στιγμές έντονες, που παίρνουν μεγαλύτερα ρίσκα δραματουργικά και που προσδίδουν στο σύνολο, σποραδικά, ένα ειδικό βάρος, αλλά δεδομένων των αδιεξόδων στα οποία καταλήγει η πλοκή, πρόκειται απλά για πινελιές που ξεχωρίζουν θετικά σε ένα αμήχανο σύνολο, χωρίς να ανυψώνουν τη δραματουργική του αξία. Το χιούμορ είναι απρόσμενα λειτουργικό και καλοδεχούμενο, με την εξαίρεση μιας χοντροκομμένης σκηνής, και ίσως αν υπήρχε σε μεγαλύτερες δόσεις και βρισκόταν και σε αρμονία παράλληλα με τον πυρήνα της ιστορίας, να προέκυπτε ένα ανώτερο τελικό αποτέλεσμα. Άλλα ευρήματα είναι μάλλον λιγότερο επιτυχημένα, με πιο χαρακτηριστικό τη χρήση της «Συννεφούλας» του Σαββόπουλου, που ως συμβολισμός και σχολιασμός επάνω στη φύση της σχέσης του ζευγαριού είναι κάπως κραυγαλέος, ενώ φαντάζει κι ως άτσαλα ενταγμένο στον κορμό της ταινίας προκειμένου να ενισχύσει με το ζόρι σχεδόν ένα στοιχείο ελληνικότητας.

Σε γενικές γραμμές, ενώ εντοπίζονται τόσο μια εκτιμητέα φιλοδοξία σε επίπεδο προθέσεων όπως και μεμονωμένες αρετές (σε αυτές να συμπεριληφθεί και μια ικανοποιητική οπτικά αξιοποίηση τοποθεσιών κυρίως μέσα και κοντά στην Αθήνα), το μείγμα δυστυχώς δεν «δένει».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.