1929. Ο Λίο, ένας ιρλανδός αρχιμαφιόζος, έχει υπό τον έλεγχό του μια ολόκληρη πόλη μαζί με τον Τομ, τον έμπιστο συνεργάτη και συμβουλάτορά του. Οι δυο τους θα βρεθούν αντιμέτωποι όταν ερωτευθούν την ίδια γυναίκα, τη στιγμή που η εξουσία τους θα αμφισβητηθεί από έναν ιταλό μαφιόζο, που αρχίζει να αποκτά δύναμη στην περιοχή. Μέσα στη δίνη μιας αδυσώπητης γκανγκστερικής σύγκρουσης, ο Τομ ακροβατεί σε ένα τεντωμένο σχοινί, στην προσπάθειά του να ελέγξει και να χειριστεί τα βίαια ξεσπάσματά της.

Σκηνοθεσία:

Joel Coen

Ethan Coen (βοηθητικός)

Κύριοι Ρόλοι:

Gabriel Byrne … Tom Reagan

Albert Finney … Liam ‘Leo’ O’Bannon

John Turturro … Bernie Bernbaum

Marcia Gay Harden … Verna Bernbaum

Jon Polito … Giovanni Gasparo/Johnny Caspar

J.E. Freeman … Eddie Dane

Steve Buscemi … ‘Mink’ Larouie

Michael Jeter … Adolph

Mike Starr … Frankie

Olek Krupa … Tad

Michael Badalucco … σοφέρ

Frances McDormand … γραμματέας δημάρχου

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Joel Coen, Ethan Coen

Παραγωγή: Ethan Coen, Joel Coen

Μουσική: Carter Burwell

Φωτογραφία: Barry Sonnenfeld

Μοντάζ: Michael R. Miller

Σκηνικά: Dennis Gassner

Κοστούμια: Richard Hornung

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Miller’s Crossing
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Πέρασμα του Μίλερ

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.

Παραλειπόμενα

  • Οι αδελφοί Coen ξεκίνησαν τη συγγραφή ενός σεναρίου με τίτλο The Bighead (το παρατσούκλι του κεντρικού ήρωα), αλλά δεν άργησαν να βρεθούν σε συγγραφικό αδιέξοδο. Για να το ξεπεράσουν πέρασαν κάποιες μέρες στο σπίτι ενός φίλου στη Μινεσότα, ελπίζοντας ότι θα τους βοηθήσει το τοπίο της περιοχής. Παρακολουθώντας εκεί ένα βράδυ την κωμωδία Μπέιμπι Μπουμ με την Diane Keaton, τους ήρθε η έμπνευση και επέτρεψαν στη Νέα Υόρκη. Η έμπνευση όμως αυτή γέννησε αρχικά το Μπάρτον Φινκ (γραμμένο μέσα σε 3 εβδομάδες), και έπειτα πέρασαν στο εν λόγω σενάριο.
  • Ο Trey Wilson ξεκίνησε τα γυρίσματα ως Λίο, αλλά μόλις δύο ημέρες μετά έφυγε έξαφνα από τη ζωή.
  • Οι Coen χρησιμοποίησαν μέλη της οικογένειας τους και φίλους για μικρούς ρόλους. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο σκηνοθέτης Sam Raimi.
  • Ο Peter Stormare δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί για τον ρόλο του Έντι Ντέιν λόγω της εμφάνιση του στο θέατρο ως Άμλετ.
  • Η πόλη της ταινίας δεν κατονομάζεται ποτέ, αλλά τα γυρίσματα έγιναν στη Νέα Ορλεάνη. Μπέρδεμα προκαλούν και τα διάφορα στοιχεία του φιλμ περί της χρονιάς που διαδραματίζεται η πλοκή. Το σενάριο όμως αναφέρει καθαρά το 1929.
  • Επιμέρους αναφορές γίνονται στον Χαφιέ του Jean-Pierre Melville και στον Νονό του Coppola, αλλά η κύρια επιρροή για το σενάριο ήταν ο Dashiell Hammett και το βιβλίο του, The Glass Key (1931). Ακόμα ένα έργο του ίδιου συγγραφέα, το Red Harvest (1929), χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για το χτίσιμο του κεντρικού χαρακτήρα.
  • Δεύτερη από τις μόλις τρεις ταινίες των Coen που δεν μόνταραν οι ίδιοι. Ήταν και η τελευταία τους με διευθυντή φωτογραφίας τον Barry Sonnenfeld, αφού ο τελευταίος στράφηκε έκτοτε στη σκηνοθεσία.
  • Η ταινία είχε περιορισμένη διανομή στις ΗΠΑ, και αποτέλεσε εμπορική αποτυχία. Τα έσοδα δεν ξεπέρασαν τα 5 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ το μπάτζετ ήταν στα 14 (οι δημιουργοί όμως υποστήριξαν ότι ήταν αρκετά μικρότερο).

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το βασικό θέμα του Carter Burwell πάτησε πάνω στην παραδοσιακή ιρλανδική μπαλάντα Lament for Limerick.
  • Ο ιρλανδός τενόρος Frank Patterson ερμηνεύει για την ταινία το παραδοσιακό Danny Boy και το Goodnight Sweetheart του 1931.

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 17/6/2014

Είναι μια από τις θεωρούμενες «σχετικά καλές, κυρίως στιλιστικά», αλλά όχι κάτι παραπάνω, και, για τα δικά μου γούστα, η καλύτερη ταινία των αδελφών Κοέν, μαζί ίσως με το πρόσφατο «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους». Μπορεί μάλιστα ο λόγος για τον οποίο τη θεωρώ εξαιρετική να προκύπτει ερήμην των στόχων των Κοέν, ως έναν βαθμό.

Καταρχάς, πρόκειται για ένα φιλμ νουάρ που μεταθέτει το σκηνικό στη δεκαετία του 1930 αντί του 1940, σε υποβλητικής ομορφιάς εσωτερικούς χώρους με ανάλογους φωτισμούς. Μαφιόζοι-δημιουργήματα της ποτοαπαγόρευσης σε ακαθόριστη βόρεια πόλη, το κλαμπ που ανήκει σε Ιρλανδό, το αφεντικό της πόλης (Λίο, Άλμπερτ Φίνεϊ), ο ιταλός γκροτέσκο Νο 2 (Κάσπαρ, Γιον Πολίτο) που προσπαθεί να επεκταθεί και ο ήρωα μας (Τομ Ρίγκαν, Γκάμπριελ Μπερν), μοναχικός, ανεξάρτητος τύπος και ταυτόχρονα δεξί χέρι και σύμβουλος του Ιρλανδού.

Ο Λίο και ο Τομ τρέφουν ο ένας για τον άλλο αμοιβαίο θαυμασμό. Για την εξυπνάδα, την ντομπροσύνη. Δεν είναι μικροπρεπείς, έχουν λόγο και τιμή. Σχεδόν αγαπιούνται και η αγάπη αυτή, ανομολόγητα, πάει μέχρι τα όρια του πλατωνισμού -ασφαλώς όχι σαρκικά. Αυτό είναι το δραματικό στοιχείο που αν δεν πιάσεις, η όλη αφήγηση σού φαίνεται μια καταπληκτική αισθητική σπουδή στο νουάρ και τίποτε άλλο.

Ανάμεσά τους λοιπόν θα μπει η μοιραία Βέρνα που προσπαθεί να σώσει τον αδελφό της (Μπέρνι, Τζον Τουρτούρο), ένα τομάρι που στοιχηματίζει, χρωστάει, κλέβει στις συναλλαγές και προσπαθεί να πουλήσει όλους σε όλους. Η Βέρνα πουλάει έρωτα στον Λίο, αυτός το χάβει και ασκεί βέτο στον Κάσπαρ που θέλει να καθαρίσει τον Μπέρνι. Ο Τομ θέλοντας να ξεσκεπάσει τη Βέρνα για να συνέλθει ο Λίο, πλαγιάζει μαζί της, μπλοφάροντας διαρκώς σε ποιο τερέν βρίσκεται ώστε να χειριστεί όλα τα μέτωπα. Η διπλωματική προδοσία θα φέρει την κατάρρευση της φιλίας των δυο ηρώων, παρά το ξεδιάλυμα του τέλους.

Ο Γκάμπριελ Μπερν δημιουργεί έναν πιο σοφιστικέ Μπόγκαρτ, ο Άλμπερτ Φίνεϊ επιστρατεύει τη δραματική του ευθραυστότητα πίσω από την επιβλητική του παρουσία, όπως στο «Κάτω από το Ηφαίστειο», o Γιον Πολίτο δίνει ρέστα ως μαφιόζικη καρικατούρα παίρνοντας πάνω του το μαύρο χιούμορ των Κοέν και ο Τουρτούρο δημιουργεί έναν καταπληκτικό τιποτένιο.

Όχι, δεν είναι απλά ένα στιλιστικό επίτευγμα, είναι η ελλειπτικά (ελλειπτικά σχεδόν αλά Όσιμα) ειπωμένη ιστορία μιας ρομαντικής φιλίας που δοκιμάζεται σε έναν σκληρό γκανγκστερικό κόσμο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

31 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *