Η μοίρα είναι γραμμένη για τον Τόνι και τον Μάικλ. Είναι ιδιοκτήτες ενός μικρού μπαρ και κάνουν συμφωνίες στους κακόφημους δρόμους της Μικρής Ιταλίας στη Νέα Υόρκη. Για τον Τσάρλι, ωστόσο, το μέλλον δεν είναι τόσο καθαρό: δουλεύει για τον θείο του, συλλέγει και διεκδικεί παλιές οφειλές, είναι όμως πολύ τίμιος για να γίνει πετυχημένος. Ερωτευμένος με μια γυναίκα που δεν εγκρίνει ο θείος του επειδή είναι επιληπτική, και φίλος με τον Τζόνι Μπόι, τον ξάδερφο της και σχεδόν ψυχωτικό φασαριόζο, ο Τσάρλι δυσκολεύεται να συμφιλιώσει τις αντικρουόμενες αξίες. Μια αποτυχημένη προσπάθεια να “δραπετεύσει” στο Μπρούκλιν οδηγεί τους πάντες ακόμα πιο κοντά σε ένα πικρό και ίσως προκαθορισμένο μέλλον.

Σκηνοθεσία:

Martin Scorsese

Κύριοι Ρόλοι:

Harvey Keitel … Charlie Cappa

Robert De Niro … John ‘Johnny Boy’ Civello

David Proval … Tony DeVienazo

Amy Robinson … Teresa Ronchelli

Richard Romanus … Michael Longo

Cesare Danova … Giovanni Cappa

Martin Scorsese … Jimmy Shorts

Victor Argo … Mario

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Martin Scorsese, Mardik Martin

Στόρι: Martin Scorsese

Παραγωγή: Jonathan T. Taplin

Φωτογραφία: Kent L. Wakeford

Μοντάζ: Sidney Levin, Martin Scorsese

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mean Streets

Ελληνικός Τίτλος: Κακόφημοι Δρόμοι

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινία του Scorsese στην οποία είχε απόλυτο δημιουργικό έλεγχο. Έμπνευση του για να το κάνει αυτό ήταν τα λόγια του John Cassavetes, που του είπε για τη δεύτερη δουλειά του (Ενάντια στη Βία, μια ταινία υπό παραγγελία του Roger Corman) ότι “Μόλις πέρασες έναν χρόνο της ζωής σου κάνοντας ένα μάτσο σκ…”.
  • Το στόρι το είχε πρώτα στείλει στον Roger Corman, αλλά εκείνος του είχε πει ότι θα το χρηματοδοτούσε αν έκανε τους ήρωες όλους έγχρωμους. Θέλοντας πολύ να κάνει το φιλμ με κάθε μέσο, ο δημιουργός σκέφτηκε κι αυτή την εκδοχή, αλλά η ηθοποιός Verna Bloom τού κανόνισε ένα ραντεβού με τον μουσικό μάνατζερ Jonathan Taplin. Ο τελευταίος ευχαριστήθηκε με το κείμενο, και συμφώνησε να ρίξει 300 χιλιάδες δολάρια, αν ο Corman αναλάμβανε τη διανομή. Η Warner Bros. όμως ανέλαβε αυτή τη διανομή και η ιδέα για blaxploitation έφυγε ανεπιστρεπτί.
  • Η ταινία γυρίστηκε με 500 χιλιάδες συνολικά δολάρια μέσα σε 27 ημέρες. Η περισσότερη γυρίστηκε όμως στο Λος Άντζελες, παρότι η ταινία αναφέρεται στη Νέα Υόρκη, επειδή στο Μεγάλο Μήλο τα γυρίσματα ήταν πανάκριβα.
  • Ο Brian De Palma βοήθησε τον Scorsese σε κάποια σημεία του μοντάζ.
  • Οι χρηματοδότες ήθελαν τον Jon Voight να παίξει τον Τσάρλι, αλλά αυτός αρνήθηκε. Τον ρόλο τον ήθελε πολύ ο Robert De Niro, αλλά όταν εμφανίστηκε ο Harvey Keitel στο καστ, τον έπεισε και να παίξει τον Τζόνι Μπόι.
  • Το μοντάζ ήταν κυρίως του Martin Scorsese, με απλά συμβουλευτικό ρόλο του Sidney Levin. Επειδή όμως ο τελευταίος ήταν στην ένωση μοντέρ, δέχτηκε να βάλει αυτός το όνομα του στους τίτλους.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η ταινία έχει πολύ πλούσιο σάουντρακ από τραγούδια της εποχής, αλλά το κόστος των δικαιωμάτων αποδείχτηκε το μισό του συνολικού. Η πηγή τους ήταν η προσωπική συλλογή δίσκων του Scorsese.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης 

Έκδοση Κειμένου: 1/4/2020

Έχει μια πάρα πολύ ξεχωριστή ομορφιά η συγκεκριμένη δημιουργία του Scorsese, που την καθιστά συγκινητική υπό μια οπτική γωνία. Πέραν του ότι υπήρξε η αφορμή για να γίνει γνωστό και καθιερωμένο στους σινεφίλ κύκλους το όνομα του μεγάλου αυτού ιταλοαμερικάνου κινηματογραφιστή, είναι κατά κάποιον τρόπο και το κύκνειο άσμα της σκηνοθετικής του «αθωότητας». Από το «Η Αλίκη Δεν Μένει Πια Εδώ» κι έπειτα, ο Scorsese ωριμάζει απότομα, αποκτά πρόωρα τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση ενός καταξιωμένου καλλιτέχνη στον χώρο του, με τη συνέχεια να είναι γνωστή για όσους είναι εξοικειωμένοι με το έργο του.

Οι «Κακόφημοι Δρόμοι» αποτελούν μια συναρπαστική έκρηξη ταλέντου, έναν πραγματικό παροξυσμό έμπνευσης ενός σκηνοθέτη που ακόμη δεν έχει πλήρη αυτοέλεγχο και αυτοσυνείδηση, αλλά διαθέτει πλεόνασμα όρεξης για να ταράξει τα νερά, και είναι αυτό το στοιχείο ανάμεσα σε άλλα που γοητεύει. Ταυτόχρονα πρόκειται για ένα φιλμ που διέπεται από μια βαθιά αυθεντικότητα ως προς τον μικρόκοσμο και τα γεγονότα που απεικονίζει. Η βιωματικότητα του σεναρίου προσδίδει στο σύνολο μια σχεδόν ντοκιμαντεριστική αληθοφάνεια, ενώ η περιέργεια της κάμερας να τρυπώσει σε κάθε σχεδόν αξιοπερίεργο στενό και δρομάκι μιας Νέας Υόρκης του τότε, λούμπεν και άκρως κινηματογραφήσιμης, οδηγεί σε μια συλλογή εικόνων αδιαμφισβήτητης αρχειακής αξίας, που λειτουργεί εμμέσως και ως μια καταγγελία των πολιτικών γκετοποίησης που ήδη άρχισαν να ακολουθούνται από τότε σχετικά με το συγκεκριμένο αστικό κέντρο.

Όπως σχεδόν σε όλες τις μεγάλες στιγμές της σκορσεζικής φιλμογραφίας, έτσι κι εδώ ο ανδρικός ψυχισμός είναι στο επίκεντρο. Πώς η αρετή συνυπάρχει με την τάση για καταστροφή και αυτοκαταστροφή σε μια επικίνδυνη ισορροπία, οι άγραφοι κώδικες τιμής, ο άμεσος κι έμμεσος ανταγωνισμός, η όποια τρυφερότητα που πνίγεται κάτω από την ανάγκη για προσαρμογή στις σκληρές εξωτερικές συνθήκες, όλα αυτά απασχολούν μια σεναριακή και σκηνοθετική γραφή που βρίσκεται σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τις τρικυμιώδεις και πληθωρικές προσωπικότητες των ηρώων. Σκοπός της όλης διαδρομής δεν είναι μια διαδικασία συμπάθειας και ταύτισης με τους χαρακτήρες (ειδικά με δεδομένες τις ροπές τους στη βία, την παρανομία και τον ρατσισμό), αλλά μια καταβύθιση σε ένα σύμπαν με ασφυκτικά πλαίσια, που μπορεί να εκπέμπει μια παράξενα ελκυστική παρακμιακή λάμψη, κρύβει όμως την πιο σκληρή τιμωρία για όποιον δεν κατορθώσει να ενσωματωθεί σε αυτό, όπως τονίζεται στην αξέχαστη κορύφωση του φινάλε. Οι άκρως ρεαλιστικοί, καθημερινοί διάλογοι με έντονη χρήση αργκό και τα αιματηρά ξεσπάσματα θα επηρέαζαν μια πλειάδα σκηνοθετών τις επόμενες δεκαετίες που θα έχτιζαν δικό τους όνομα στον χώρο, από τον Abel Ferrara και τον Quentin Tarantino μέχρι τον Guy Ritchie, και όχι αδίκως.

Όπως και ο αέρας του, έτσι κι εδώ η φόρμα του Scorsese δεν έχει τελειοποιηθεί πλήρως (αυτό θα συμβεί τρία χρόνια αργότερα στον αριστουργηματικό «Ταξιτζή»). Για πρώτη φορά όμως στην καριέρα του καταφέρνει να παράξει κάτι που μαρτυρά το μεγαλείο που θα ακολουθούσε. Διαθέτοντας μια ευρύτατη γκάμα επιρροών, από τον Peckinpah στο πάντρεμα αρρενωπότητας και βίας και τη νουβέλ βαγκ στο μοντάζ και τη χαλαρότητα της αφήγησης μέχρι το παραδοσιακό αμερικάνικο νουάρ στον φαταλισμό, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κοκτέιλ που συνδυάζει πολλά και συνάμα μοιάζει πρωτότυπο, χωρίς άμεσο πρόγονο. Παράλληλα καθιερώνει μια δική του γλώσσα, στην οποία το νεύρο στους ρυθμούς περισσεύει, και η ευρέως εννοούμενη ποπ μουσική, από το «Be My Baby» των Ronettes μέχρι το «Jumpin’ Jack Flash» των Rolling Stones, έχει οργανικό ρόλο. Στα δε πρόσωπα των ανερχόμενων τότε Harvey Keitel και Robert De Niro βρίσκει δύο ενθουσιώδεις ερμηνευτές με χειμαρρώδη ενέργεια, που σιγοντάρουν εκπληκτικά ο ένας τον άλλον, με τον πρώτο να αναδεικνύει υπέροχα τις πολλαπλές αντιφάσεις του αντιήρωά του και τον δεύτερο να κλέβει την παράσταση όποτε εμφανίζεται με τη ζωντάνια του.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν υπερβολή να αποκαλεστεί ως μια από τις πλέον επιδραστικές στιγμές στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο. Και κάπως έτσι, έκανε ένα οριστικό ξεκίνημα μια από τις πιο ένδοξες φιλμογραφίες των τελευταίων δεκαετιών παγκοσμίως…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.