
Η Χουλιέτα ζει με την κόρη της, Αντία. Και οι δύο υποφέρουν σιωπηλά για την απώλεια του άνδρα της Χουλιέτα και πατέρα της Αντία, μερικές φορές όμως η θλίψη δεν φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά -τους απομακρύνει ακόμη περισσότερο. Όταν η Άντια κλείσει τα 18, θα εγκαταλείψει τη μητέρα της χωρίς καμία εξήγηση και η Χουλιέτα θα ξεκινήσει να την αναζητά με κάθε δυνατό τρόπο. Το μόνο που θα ανακαλύψει είναι το πόσο λίγο γνωρίζει την ίδια της την κόρη.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Emma Suarez … Julieta Arcos
Adriana Ugarte … Julieta Arcos (νεότερη)
Daniel Grao … Xoan
Inma Cuesta … Ava
Michelle Jenner … Beatriz
Dario Grandinetti … Lorenzo Gentile
Rossy de Palma … Marian
Susi Sanchez … Sara
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Pedro Almodovar
Παραγωγή: Agustin Almodovar, Esther Garcia
Μουσική: Alberto Iglesias
Φωτογραφία: Jean-Claude Larrieu
Μοντάζ: Jose Salcedo
Σκηνικά: Antxon Gomez
Κοστούμια: Sonia Grande
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Julieta
- Ελληνικός Τίτλος: Julieta
- Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Χουλιέτα [φεστιβάλ]
Σεναριακή Πηγή
- Σειρά διηγημάτων: Runaway της Alice Munro.
Κύριες Διακρίσεις
- Υποψήφιο για βραβείο Bafta ξενόγλωσσης ταινίας.
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών.
- Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία και γυναικεία ερμηνεία (Emma Suarez και Adriana Ugarte) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
- Βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου (Emma Suarez) στα Goya. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, μουσική, ειδικά εφέ και μακιγιάζ/κομμώσεις.
- Επίσημη πρόταση της Ισπανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Παραλειπόμενα
- Επιστροφή του Almodovar στα γυναικεία μελοδράματα, που είχε αφήσει για λίγο στην άκρη μετά το 2006.
- Το φιλμ δανείζεται υλικό από συγκεκριμένα διηγήματα από το βιβλίο Runaway (2004) της νομπελίστας Alice Munro. Πρόκειται για τα: Chance, Soon και Silence. Τα δικαιώματα αγοράστηκαν από τον Almodovar το 2009, ενώ αργότερα ξεκαθάρισε ότι ήταν οι ζωτικής σημασίας σκηνές του τρένου που τον έκαναν να τα διεκδικήσει, κι ενώ γενικά δεν έμεινε πολύ πιστός στο αρχικό υλικό.
- Ο ισπανός δημιουργός σκέφτονταν από καιρό9 πριν με αυτή την ταινία να κάνει το αγγλόφωνο ντεμπούτο του. Μάλιστα, ήθελε διακαώς τη Meryl Streep για τον κύριο ρόλο. Η Streep είχε συμφωνήσει και είχαν ξεκινήσει να αναζητούν τόπους γυρισμάτων στον Καναδά, όπου και τοποθετείται η αρχική πηγή, αλλά και στη Νέα Υόρκη. Ο Almodovar όμως εγκατέλειψε την ιδέα, μη νιώθοντας ευχαριστημένος μακριά από την πατρίδα του, αλλά και λόγω της μη απόλυτης ικανότητας του στα αγγλικά.
- Αρχικά ήταν να τιτλοφορηθεί Silencio (ως μετάφραση ενός εκ των διηγημάτων του Runaway), αλλά αποφασίστηκε να αλλαχτεί όταν ανακοίνωσε ο Martin Scorsese το δικό του Silence.
- Ο σκηνοθέτης πρότεινε στις δύο “Χουλιέτες” του να διαβάσουν το The Year of Magical Thinking (2005) της Joan Didion και το Other Lives but Mine (2009) του Emmanuel Carrere ώστε να εμπνευστούν για τον ρόλο τους. Ειδικά όμως στην Emma Suarez τής πρότεινε να δει και το Ασανσέρ για Δολοφόνους (1958) και το Οι Ώρες (2002), μαζί με πίνακες του Lucian Freud. Η Suarez ακολούθησε τις οδηγίες και επιπλέον απομονώθηκε στη Μαδρίτη για να προετοιμαστεί κατάλληλα, παρακολουθώντας όλη τη φιλμογραφία του Almodovar.
- Στην Ισπανία, το άνοιγμα σε 203 αίθουσες συνοδεύτηκε από το κατώτερο νούμερο εισπράξεων σε άνοιγμα ταινίας του Almodovar. Ο Agustin Almodovar δήλωσε για αυτό πως ήταν δύο οι παράγοντες της αποτυχίας: τόσο το ότι ο κόσμος δεν θα έβλεπε εύκολα ένα δράμα έναντι μιας κωμωδίας, όσο και η εμπλοκή του ονόματος του σκηνοθέτη στο σκάνδαλο με τους Φακέλους του Παναμά. Το φιλμ τα πήγε καλύτερα σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, και απέβη τελικά κερδοφόρα.
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 9/7/2017
Είναι θαυμαστό το πώς ο Πέδρο Αλμοδοβάρ προσαρμόζει τα προσωπικά του στοιχεία σε κάθε περίοδο δημιουργίας του. Ώριμος πλέον, μας παρουσιάζει μια έντεχνη δραματική ταινία, φαινομενικά μακριά από το πλείστο της φιλμογραφίας του, αλλά και πάλι μας μιλάει για τον εσωτερικό κόσμο των γυναικών με τον δικό του, προσωπικό τρόπο. Το φιλμ είναι γεμάτο επικίνδυνες για έναν σκηνοθέτη σεναριακές παρεκκλίσεις και υποπλοκές, αλλά η αφήγηση του είναι τόσο καλοστημένη, που εύκολα ο θεατής μπαίνει στο στόρι. Η θεματολογία του μάλλον βαριά ως συναίσθημα, παραπέμπει περισσότερο σε Μπέργκμαν παρά στο έργο του μαδριλέζου σκηνοθέτη. Με όμορφες ερμηνείες, λεπτομέρεια στις κινήσεις και ευρεσιτεχνία στα ντεκόρ, ο Αλμοδοβάρ παίρνει το καλύτερο από το συγγραφικό έργο της Άλις Μανρό, και χωρίς να κάνει τη μεγάλη ταινία που θα τον σημαδέψει, κερδίζει το στοίχημα.
Βαθμολογία:
![]()
![]()

Κριτικός: 

