1820. Το φαλαινοθηρικό Έσεξ έχει ως καπετάνιο τον Τζορτζ Πόλαντ Τζούνιορ, υποπλοίαρχο τον Όουεν Τσέις, δεύτερο υποπλοίαρχο τον Μάθιου Τζόι και θαλαμηπόλο τον Τόμας Νίκερσον. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το πλοίο χτυπιέται από μια τεράστια φάλαινα φυσητήρα. Αποτέλεσμα είναι το πλοίο να ναυαγήσει και το πλήρωμα να ξεβραστεί στο πουθενά. Η επιβίωση, όμως, έχει και απάνθρωπες μεθόδους.

Σκηνοθεσία:

Ron Howard

Κύριοι Ρόλοι:

Chris Hemsworth … Owen Chase

Benjamin Walker … καπετάνιος George Pollard Jr.

Cillian Murphy … Matthew Joy

Tom Holland … Thomas ‘Tom’ Nickerson

Brendan Gleeson … Thomas ‘Tom’ Nickerson (γηραιός)

Ben Whishaw … Herman Melville

Michelle Fairley … Κα Nickerson

Gary Beadle … William Bond

Frank Dillane … Henry Coffin

Charlotte Riley … Peggy Chase

Donald Sumpter … Paul Mason

Jamie Sives … Isaac Cole

Joseph Mawle … Benjamin Lawrence

Paul Anderson … Caleb Chappel

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Charles Leavitt

Στόρι: Charles Leavitt, Rick Jaffa, Amanda Silver

Παραγωγή: Brian Grazer, Ron Howard, Joe Roth, Will Ward, Paula Weinstein

Μουσική: Roque Banos

Φωτογραφία: Anthony Dod Mantle

Μοντάζ: Daniel P. Hanley, Mike Hill

Σκηνικά: Mark Tildesley

Κοστούμια: Julian Day

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: In the Heart of the Sea
  • Ελληνικός Τίτλος: Στην Καρδιά της Θάλασσας

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: In the Heart of the Sea του Nathaniel Philbrick.

Παραλειπόμενα

  • Το φιλμ ήταν υπό συζήτηση ήδη από το 2000, με τον Barry Levinson για σκηνοθέτη.
  • Βασίζεται σε αληθινή ιστορία, η οποία αποτέλεσε τη βάση της έμπνευσης για το Μόμπι Ντικ του Herman Melville. Ο Τσέις κι ο Νίκερσον είχαν αφήσει καταγραφές του συμβάντος και η ταινία ακολούθησε το βιβλίο In the Heart of the Sea: The Tragedy of the Whaleship Essex του Nathaniel Philbrick (γραμμένο το 2000), το οποίο συγκέντρωσε τις καταγραφές.
  • Πριν καταλήξουν στον Benjamin Walker, ο ρόλος του καπετάνιου πέρασε από τους: Benedict Cumberbatch, Tom Hiddleston και Henry Cavill.
  • Οι σκηνές της καταιγίδας γυρίστηκαν στα Leavesden Studios, σε μια δεξαμενή παγωμένου νερού.
  • 17 κιλά χρειάστηκε να χάσει ο Hemsworth για τον ρόλο αυτό.
  • Η ταινία βγήκε και τρισδιάστατη.
  • Το φιλμ δεν κατάφερε να αποσβέσει το μπάτζετ του. Έβγαλε 93,9 εκατομμύρια δολάρια, αλλά κόστισε 100.

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 27/12/2015

Μία πιο πεζή ιστορία ξαναγράφεται και εικονογραφείται γύρω από τα πραγματικά γεγονότα που τελικά οδήγησαν στη μυθοπλαστική έμπνευση και σύνθεση ενός από τα μεγαλύτερα και πιο επικά συγγραφικά δημιουργήματα. Μια ιστορία γύρω από την αιώνια μάχη δύο εκ των μεγαλυτέρων εχθρών-αδελφών ψυχών που γέννησε η παγκόσμια λογοτεχνία, ή ακόμη καλύτερα ο αφηγηματικός λόγος του 19ου αιώνα. Ένα ταξίδι στα βάθη της θάλασσας, αλλά και τα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης εμμονής. Η ικανότητα του Χέρμαν Μέλβιλ αποτυπώνεται στο γεγονός ότι το μυθιστόρημα γεμάτο πολλαπλές νοηματικές κατευθύνσεις, συμβολισμούς και μεταφορές, αντηχεί ταυτόχρονα την ανθρώπινη ικανότητα να επιχειρεί να εξουσιάσει την αδάμαστη φύση, αλλά και τη ματαιοδοξία ενός εγχειρήματος που μοιάζει ανώφελο, που γιγαντώνεται μόνο μέσα από την παραφροσύνη της υπακοής στη μοίρα. Στην παράλογη αίσθηση ότι τελικά οι εξιδανικευμένες και σχεδόν φαντασιωσικές επιθυμίες μπορούν να εξουσιάσουν τη σκέψη και την πράξη πλάθοντας τον μύθο (ή για κάποιους το ακριβώς αντίθετο) «του ανθρώπου που δεν φοβάται τον Θεό, που μοιάζει με Θεό. Του υπέροχου ανθρώπου».

Ο διάσημος σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ («Ένας Υπέροχος Άνθρωπος», «Κώδικας Ντα Βίντσι» και το πιο πρόσφατο «Rush») προσπαθεί -βασισμένος στο ομώνυμο βιβλίο του Ναθάνιελ Φίλμπρικ- να περιγράψει την ιστορία της πολύπαθης μοίρας του φαλαινοθηρικού Έσεξ, το οποίο σαλπάρισε από το ανεμοδαρμένο λιμάνι του Νατάκετ της Μασαχουσέτης για ένα ταξίδι που κράτησε σχεδόν 2,5 χρόνια. Μια θαλάσσια περιπέτεια με σκοπό την αναζήτηση του πολύτιμου λαδιού της φάλαινας, το οποίο το 1820 αποτελούσε το νούμερο ένα αγαθό. Τα γεγονότα αφηγούνται μέσα από ένα φλας-μπακ σχεδόν 30 χρόνων, ενός από τους νεαρούς ναύτες του καραβιού (Μπρένταν Γκλίσον) και παρουσιάζονται χωρίς τις φανταστικές παρεκκλίσεις του λογοτεχνικού κυήματος του Μέλβιλ. Ο Χάουαρντ αιχμαλωτίζει τον μικρόκοσμο του ιστιοφόρου, με την κάμερα να ελίσσεται ανάμεσα στους πολυταξιδεμένους (αλλά και τους ποιο άπειρους) ναύτες, από τα αμπάρια μέχρι τον πρωραίο ιστό του καραβιού, το οποίο στην αρχή φαντάζει μικροσκοπικό, όμοιο με την ξύλινη διακοσμητική μικρογραφία του που εμφανίζεται διάσπαρτα ως οπτικό μοτίβο, αλλά όσο ο χρόνος περνάει -και ιδιαίτερα στις σκηνές της τρικυμίας- ξεδιπλώνει όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Το ελεγχόμενο χάος του ταξιδιού και ο συγχρονισμός του πληρώματος, προκειμένου το φαλαινοθηρικό να καταφέρει να πλεύσει γρήγορα και σωστά, δίνουν ρυθμό σε ένα πρώτο μέρος που ολοκληρώνεται με το αίμα των φαλαινών να ξεπηδά και να βάφει τα πρόσωπα, τις υποθαλάσσιες λήψεις να διαθλούν μονίμως το φως, και την κάμερα (διαρκώς υγρή) να περιστρέφεται σχεδόν σε τέλειο κύκλο καταγράφοντας την απέραντη έρημο του ειρηνικού ωκεανού. Η καταστροφή (φιξιονική, αλλά και σεναριακή) έρχεται όταν το Έσεξ αναγκάζεται να πλεύσει μίλια μακριά, σε αχαρτογράφητα νερά, προς αναζήτηση πολύτιμου φορτίου. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, το φιλμ μετατρέπεται σε κάτι άλλο, κάτι που δεν φαίνεται να του ταιριάζει ιδιαίτερα. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να μην έχει αποφασίσει προς τα πού θα οδηγήσει την πλοκή, που παλινδρομεί από σοβαρό δράμα επιβίωσης σε action-adventure και πάλι πίσω. Η αίσθηση ότι η ταινία χάνει τη δημιουργική της πυξίδα γίνεται παραπάνω από προφανής όταν η αίτια της κατεστραμμένης ύπαρξης των επιζώντων της μεγάλης περιπέτειας δεν κορυφώνεται σωστά, χάνοντας την ευκαιρία μιας ουσιαστικής κλιμάκωσης που τελικώς ποτέ δεν έρχεται. Επιπλέον, η αφήγηση δείχνει να πελαγοδρομεί προς το τέλος, εισάγοντας διαρκώς πιθανά φινάλε, δένοντας ταυτόχρονα το εγχείρημα με μελοδραματικές νότες ανδρείας και περηφάνιας.

Μπορεί το σχόλιο γύρω από την απληστία την μεγάλων εταιριών λαδιού (οι οποίες πολύ γρήγορα αναμένεται να απλώσουν τα πλοκάμια τους στη γη και το πετρέλαιο) να πιάνει τελικά τόπο, αλλά έρχεται πολύ αργά, σχεδόν με τις υποσημειώσεις του φινάλε, που φαίνεται να μην έχουν κανέναν λόγο ύπαρξης. Ο Κρις Χέμσγουορθ πείθει αρκετά στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο κυρίως την εμπορική και λιγότερο την καλλιτεχνική του αξία, ενώ ο Γκλίσον αποδεικνύει ότι η ενσάρκωση του τσακισμένου ανθρώπου αποτελεί ξεκάθαρα κομμάτι του ερμηνευτικού του ρεπερτορίου. Παρόλα αυτά, το γεμάτο τύψεις βλέμμα του δεν μπορεί να μεταδώσει πλήρως την κάθαρση που αποζητά αυτό το δύσκαμπτο (και πολλές φορές στερούμενο υφής) φιλμ. Μπορεί σε στιγμές οι εικόνες να καταφέρνουν να απαθανατίσουν αυτό που οι σελίδες του υπέροχου μυθιστορήματος τόσο παραστατικά περιγράφουν, με τα κύματα να χτυπούν δυνατά το σκάφος, το καμάκι να μπήγεται βαθιά στο σκληρό δέρμα του υπόλευκου, τεράστιου κήτους και τα χοντρά καραβόσκοινα να τρίβονται στους ξύλινους αρμούς. Ωστόσο, όμως, η ιστορία παρατίθεται αφηγούμενη μέσα από τόσες πολλές αντανακλάσεις, που τελικά αφαιρούν ενδιαφέρον παρά της προσφέρουν σασπένς. Κρατώντας μόνο την πρώτη πράξη, όπως και πολλά αξιόλογα «περιφερειακά» χαρακτηριστικά, φτάνεις γρήγορα να αναζητάς εκείνο το περίφημο «Να τη, ξεφυσάει!» που στοιχειώνει τις σελίδες, τη σκέψη και κλιμακώνει την προσμονή, χωρίς παράλληλα να έχει την παραμικρή ανάγκη από φανταχτερά και πανάκριβα τεχνικά υποβοηθήματα.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 31/12/2015

Η ιστορία του Μόμπι Ντικ δεν είναι απλώς καλό υλικό για μία θαλάσσια περιπέτεια. Θα έλεγε κανείς ότι το έργο του Χέρμαν Μέλβιλ αποτελεί κολοσσιαία στιγμή της αμερικανικής γραμματείας, θεμελιώδη για την εξέλιξή της, ένα κλασικό σημείο αναφοράς της αμερικανικής κουλτούρας, στο οποίο συχνά αυτή επιστρέφει. Στην προκείμενη ταινία, ο Ρον Χάουαρντ διασκευάζει το ομότιτλο βιβλίο του Ναθάνιελ Φίλμπρικ και παρουσιάζει την αληθινή ιστορία που ενέπνευσε τον Μόμπι Ντικ, τις δραματικές περιπέτειες του φαλαινοθηρικού Έσσεξ.

1820 και το Έσσεξ έχει σαλπάρει και αναζητά φάλαινες, καθώς το λίπος τους είναι πολύτιμο. Η κατάσταση στο καράβι είναι τεταμένη, καθώς το πρόγραμμα δεν τηρείται επακριβώς, δεν έχει μαζευτεί το λίπος που όλοι περίμεναν και η σχέση μεταξύ καπετάνιου και υπάρχου είναι έτοιμη να εκραγεί. Υπό αυτές τις συνθήκες και ενώ πλέουν σε πελάγη μακρινά, ενημερώνονται για ένα μέρος που βρίσκεται σε αχαρτογράφητα νερά και φιλοξενεί τόσο πολλές φάλαινες, που θα μπορούσαν μέσα σε μία μέρα να μαζέψουν όσο λίπος χρειάζονται. Προειδοποιούνται όμως από τους ντόπιους ότι οι φάλαινες προστατεύονται εκεί από ένα πλάσμα μυθικό, μια γιγάντια φάλαινα, που έχει βυθίσει όλα τα απειλητικά καράβια που προσέγγισαν. Αψηφώντας τον κίνδυνο, πλέουν άμεσα προς αυτή την κατεύθυνση, για να συναντήσουν και αυτοί την οργή του μυθικού όντος.

Ο Χάουναρντ σ` αυτή την ταινία μοιάζει να διαθέτει όσα χρειαζόταν για να δημιουργήσει ένα ποιοτικό μπλοκμπάστερ. Υψηλό μπάτζετ, γεμάτο καστ, σπουδαία ιστορία. Δυστυχώς όμως, αρκείται στη γνωστή μέθοδο που λέει ότι το μόνο που έχει σημασία είναι οι σκηνές που απεικονίζεται η εν στενή εννοία δράση και η υπόλοιπη ταινία είναι διαδικαστικό κομμάτι. Ομολογουμένως, στις σκηνές που επιτίθεται η φάλαινα έχει γίνει ως επί το πλείστον καλή δουλειά, με ευφάνταστο γύρισμα και αγωνία που υπερχειλίζει. Η απόλυτη προσήλωση όμως σε αυτές δημιούργησε μια άνιση συνολική εικόνα μιας ταινίας η οποία πάσχει ρυθμικά και μοιάζει να έχει ξεχάσει τους χαρακτήρες της στο πρώτο εικοσάλεπτο. Η παλιομοδίτικη χροιά που δίνεται από την αφήγηση και τη δομή της ταινίας σε φλας μπακ, ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση απευκταία, μοιάζει δυστυχώς παράταιρη και οι χαρακτήρες του πρώην ναύτη-αφηγητή Μέλβιλ, μεταξύ των οποίων γίνεται η όλη κουβέντα 40 χρόνια μετά τα συμβάντα και την εικονοποίηση της οποίας παρακολουθεί ο θεατής, είναι διαδικαστικοί. Όσον αφορά τις ερμηνείες, είναι απορίας άξια η επιμονή του σκηνοθέτη στον Κρις Χέμσγουορθ, ο οποίος πλην του καλίγραμου σώματος και καλοσχηματισμένου προσώπου δεν έχει κάτι να επιδείξει και κοστίζει στην ταινία όσον αφορά το βασικό της χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα, είναι πάντα ευχάριστο να βλέπει κανείς στο πανί τον , εδώ αφηγητή, και τον Κίλλιαν Μέρφι, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκούν αυτοί.

Η μεγαλύτερη απογοήτευση πάντως είναι ως προς τους θεματολογικούς άξονες. Σε κανένα σημείο ο θεατής δεν αντικρίζει τίποτα πέρα από την ρηχή εξιστόρηση της περιπέτειας των ναυτών. Ο Χάουαρντ μοιάζει μαεστρικά να έχει κλείσει την πόρτα στην εμβάθυνση επί οποιουδήποτε θέματος. Έτσι, ουδέποτε εγείρονται ζητήματα ανταγωνισμού ή πίστης στο Θείο, στοιχεία που αποτελούν τα θεμέλια του Μόμπι Ντικ, ενώ ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η απουσία της ύβρεως, που είναι το πρώτο και καίριο στοιχείο της εν λόγω ιστορίας. Είναι πρωτοφανής ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε η ταινία να αποφύγει την ουσία πίσω από την εικόνα. Δε λαμβάνει χώρα ούτε μια πραγματική συζήτηση μεταξύ των ναυτών γύρω από την ανθρώπινη πρόκληση στην υπερβατική φύση, η οποία ως άλλος Θεός-τιμωρός δε θα έρθει να εκδικηθεί, ακόμα και αν μοιάζει έτσι στο ασήμαντο ανθρώπινο μάτι, θα έρθει απλά να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τα όντα της, ακόμα και μέσω μυθικών τεράτων. Αλλά, δυστυχώς, το βάθος σε αυτή την ταινία αντιμετωπίζεται ως κινηματογραφική ασθένεια.

Συνοπτικά, το φιλμ είναι εντυπωσιακό στην αρχή, αλλά υποβαθμίζει τόσο έντονα τον εαυτό του που είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητη η έλλειψη πραγματικού περιεχομένου. Η ιστορία που επιχειρεί να αφηγηθεί δέχεται οξεία προσβολή, ενώ οποιαδήποτε σύνδεση με το Μόμπι Ντικ μοιάζει ευκαιριακή και φθηνή. Παρολ` αυτά, αν κανείς επιδιώκει να περάσει το δίωρό του παρακολουθώντας μια φανταστική θαλάσσια περιπέτεια που θα ξεχάσει εντός είκοσι δευτερολέπτων, η εν λόγω ταινία είναι μια κατάλληλη πρόταση.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

24 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.