Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Τέσσερις ηλικιωμένοι φίλοι μοιράζονται ένα μεγάλο κι αριστοκρατικό σπίτι στην εξοχή. Η ήσυχη συμβίωσή τους απειλείται όταν ένα νεαρό ζευγάρι προσπαθεί να τους εξαπατήσει κάνοντάς τους να πουλήσουν το σπίτι.

Σκηνοθεσία:

Juan Jose Campanella

Κύριοι Ρόλοι:

Graciela Borges … Mara Ordaz

Oscar Martinez … Norberto Imbert

Luis Brandoni … Pedro De Cordova

Marcos Mundstock … Martín Saravia

Clara Lago … Barbara Otamendi

Nicolas Francella … Francisco Gourmand

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Juan Jose Campanella, Darren Kloomok

Παραγωγή: Muriel Cabeza, Juan Jose Campanella, Gerardo Herrero, Axel Kuschevatzky

Μουσική: Emilio Kauderer

Φωτογραφία: Felix Monti

Μοντάζ: Juan Jose Campanella

Σκηνικά: Nelson Noel Luty

Κοστούμια: Cecilia Monti

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: El Cuento de las Comadrejas
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Κόλπο της Νυφίτσας
  • Διεθνής Τίτλος: The Weasel’s Tale

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Los Muchachos de Antes no Usaban Arsenico (1976)

Σεναριακή Πηγή

  • Σενάριο: Los Muchachos de Antes no Usaban Arsenico των Augusto Giustozzi, Jose A. Martinez Suarez.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου (Graciela Borges) και ήχου στα εθνικά βραβεία της Αργεντινής. Υποψήφιο σε ακόμα 9 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και καλύτερης ταινίας.

Παραλειπόμενα

  • Πρόκειται για ριμέικ πετυχημένης ταινίας του Jose A. Martinez Suarez από το 1976, που ήταν και η πρόταση της Αργεντινής για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
  • Έμελλε να είναι η τελευταία ταινία για τον Marcos Mundstock, που το 2020 έφυγε από τη ζωή.
  • Επιστροφή στη ζωντανή μυθοπλασία για τον Campanella από το 2009 και τη μεγάλη του επιτυχία, Το Μυστικό στα Μάτια της, ενώ ενδιάμεσα είχε μόνο μία ταινία κινουμένων σχεδίων (Metegol).

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 20/7/2022

Διχασμένη κάπως η ταυτότητα αυτού του ριμέικ, που σηματοδοτεί και την επιστροφή του Juan Jose Campanella στο φορμάτ του live-action ύστερα από τη σαρωτική επιτυχία του «Μυστικού στα Μάτια της».

Αναλυτικότερα, διαθέτει τον δέοντα κυνισμό και τη μισανθρωπία που θα περίμενε κανείς από μια καλή μαύρη κωμωδία, αλλά δυστυχώς πέφτει πολύ συχνά και στην παγίδα του μελοδραματισμού. Και αυτές οι δύο όψεις του φιλμ είναι τόσο αντίθετες μεταξύ τους που αναπόφευκτα προκύπτει μια ανομοιογένεια στο ύφος.

Ο Campanella ομολογουμένως δεν φοβάται τη θεατρικότητα του σεναριακού υλικού με το οποίο δουλεύει, και αυτό τον τιμά. Παίζει με αυτήν, τη βλέπει ως ευκαιρία για να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των ηθοποιών του, να βγάλει την απαιτούμενη ένταση εκεί που χρειάζεται και να εστιάσει στους ήρωες. Εσκεμμένα κρατάει χαμηλά τους σκηνοθετικούς τόνους για ν’ αναδείξει το κείμενο, φλερτάροντας ενίοτε μ’ ένα τηλεοπτικό λουκ στις εικόνες του, επιτυγχάνοντας όμως τουλάχιστον τον αρχικό σκοπό του, έστω και αν κανείς θα επιθυμούσε οι αιχμηροί διάλογοι να συνοδεύονται κι από ανάλογα αξιομνημόνευτες οπτικές συνθέσεις…

Φαινομενικά η κεντρική θεματολογία εδώ είναι η μελαγχολία των γηρατειών, ειδικά αν η ζωή που έχει προηγηθεί είναι συναρπαστική, όμως η σύγκρουση μεταξύ χαρακτήρων που βρίσκεται στο επίκεντρο αναδεικνύει και άλλες πτυχές, εξίσου ενδιαφέρουσες. Η κόντρα ανάμεσα στην πρωταγωνιστική τετράδα και το νεαρό σε ηλικία ζευγάρι που πάει να τους ξεγελάσει μεταφράζεται κι ως μια αναμέτρηση μεταξύ διαφορετικών γενεών της Αργεντινής. Από τη μία πλευρά οι εβδομηντάρηδες που έχουν γνωρίσει αμέτρητες «κατραπακιές» στο πέρασμα του χρόνου, μιας και βίωσαν στο πετσί τους δεκαετίες στρατιωτικών πραξικοπημάτων και κρατικής βίας κι ενίοτε πλήρωσαν και πολύ προσωπικό τίμημα. Από την άλλη οι πολλά υποσχόμενοι αριβίστες ανάμεσα στα είκοσι και τα τριάντα, που δεν έχουν ζήσει Αργεντινή χωρίς δημοκρατία, έχουν όμως κι αυτοί το δικό τους μερίδιο σκληρών εμπειριών (αρκεί να θυμηθεί κανείς την περίοδο των πιέσεων του ΔΝΤ στην αυγή του 21ου αιώνα). Αμφότερες οι πλευρές έχουν περάσει δύσκολα, αυτό όμως που υπονοείται από τον Campanella είναι ότι οι «παλιοί», παρότι αναμφίβολα σκοτεινοί άνθρωποι, ταυτόχρονα διαθέτουν ένα αξιακό σύστημα το οποίο παλεύει να επιβιώσει σε μια χώρα στην οποία επιβιώνει ο εφήμερος, επιπόλαιος οπορτουνισμός μιας καπιταλίζουσας νοοτροπίας. Και σ’ αυτήν τη διαπίστωση, ενώ η ίδια οδηγεί σε κάποια ιντριγκαδόρικα συμπεράσματα, υπάρχει μια ηθικολογία που είναι κάπως ξένη με το εν λόγω κινηματογραφικό είδος.

Και κάπως έτσι, στήνεται μια μακροσκελής παρτίδα σκάκι, γεμάτη καλομελετημένες στρατηγικές και παιχνιδιάρικες ανατροπές, που θα ήταν ακόμη απολαυστικότερη αν υπήρχε μεγαλύτερη προσοχή στην αληθοφάνεια κάποιων συμπεριφορών και καταστάσεων, ειδικά όσο πλησιάζει το φινάλε. Γεγονός πάντως είναι πως ο ρυθμός είναι άψογος και το ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο όσο προχωρούν τα λεπτά, που δεν είναι μικρό επίτευγμα για μια ταινία που ως επί το πλείστον διαδραματίζεται σε κλειστούς χώρους.

Εξαιρετική όμως είναι και η ομάδα των ερμηνευτών, με κορυφαία του καστ την Graciela Borges, που αριστεύει τόσο στις κωμικές όσο και στις τραγικές διαστάσεις του αβανταδόρικου ρόλου της, αιχμαλωτίζοντας τον θεατή με το «καλημέρα» σε μια σύντομη εναρκτήρια σκηνή που συνοψίζει την ουσία του προσώπου που υποδύεται. Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του βασικού κουαρτέτου προσθέτουν αναγκαία για το σύνολο στοιχεία (ο Oscar Martinez τη σοφία, ο Marcos Mundstock την πονηριά και ο Luis Brandoni την αγνότητα), αυτή όμως που απρόσμενα ξεχωρίζει είναι η Clara Lago. Αυτή η νεότερη του βασικού καστ ερμηνεύτρια, μέσα από τη συμπυκνωμένη μοχθηρία που μαεστρικά εντάσσει στους μανιερισμούς της, πραγματικά εκπέμπει μια έντονη αίσθηση απειλής, άρα συνεισφέρει καθοριστικά και στο σασπένς που επικρατεί για την έκβαση.

Μάλλον μικρού βεληνεκούς αλλά με τις αρετές του, το «Κόλπο της Νυφίτσας» προσφέρει ουκ ολίγες στιγμές σαρδόνιου χαβαλέ και διαθέτει νοημοσύνη άνω του μέσου όρου. Βέβαια χρειαζόταν μια μεγαλύτερη ποσότητα δημιουργικής τόλμης για να προκύψει μια μαύρη κωμωδία που πραγματικά θα έγραφε τη δική της ιστορία.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.