Τόκιο, 1989. Η Λούσι Φλάι, μια αινιγματική μετανάστρια που στοιχειώνεται από ένα οδυνηρό παρελθόν, ξεκινά μια έντονη σχέση με τον Τέιτζι, έναν γοητευτικό αλλά εξίσου προβληματικό ντόπιο φωτογράφο. Αν κι εξωτερικά φαίνεται ατάραχη, η Λούσι σιγά-σιγά λυγίζει όταν μια αφελής νεοφερμένη, η Λίλι Μπρίτζες, διεισδύει στη ζωή τους και καταλήγει αγνοούμενη, κι ενδεχομένως νεκρή.

Σκηνοθεσία:

Wash Westmoreland

Κύριοι Ρόλοι:

Alicia Vikander … Lucy Fly

Riley Keough … Lily Bridges

Naoki Kobayashi … Teiji Matsuda

Jack Huston … Bob Johnson

Kiki Sukezane … Natsuko

Ken Yamamura … ντετέκτιβ Oguchi

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Wash Westmoreland

Παραγωγή: Georgina Pope, Michael A. Pruss, Ann Ruark, Ridley Scott, Kevin J. Walsh

Μουσική: Atticus Ross, Leopold Ross, Claudia Sarne

Φωτογραφία: Chung-hoon Chung

Μοντάζ: Jonathan Alberts

Σκηνικά: Yohei Taneda

Κοστούμια: Kumiko Ogawa

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Video-on-Demand.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Earthquake Bird

Ελληνικός Τίτλος: Προάγγελμα Θανάτου

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Earthquake Bird της Susanna Jones.

Παραλειπόμενα

  • Η Alicia Vikander δήλωσε ότι δεν είχε πρόβλημα να εμφανιστεί γυμνή σε ταινία, αλλά παρακάλεσε το συνεργείο να γίνει μόνο μία λήψη στην σκηνή, ώστε να μην αναγκαστεί να περιφέρεται δίχως ρούχα με τις ώρες.
  • Η πρεμιέρα έγινε στο φεστιβάλ του Λονδίνου, ακολούθησε αυτό του Τόκιο, και έπειτα πήρε διανομή στη συνδρομητική πλατφόρμα του Netflix.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 23/11/2019

Ο σεβαστότατος Wash Westmoreland αποτυγχάνει οικτρά στο θριλερικό επίπεδο της νέας του ταινίας, ένα είδος που δεν είχε δουλέψει ως σήμερα. Αλλά ο δημιουργός του Still Alice και του Colette κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα, και το κάνει αρκετά καλά: το δράμα. Θα μου πείτε, το δράμα στην εν λόγω ιστορία δεν είναι ξέχωρο από το θρίλερ μυστηρίου, άρα ποιο το νόημα σε αυτό που καταφέρνει. Κι όμως…

Βασικά, έχουμε διασκευή βιβλίου, και είναι λογικό ότι ο σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να «ξεκάνει» την πηγή του ολότελα για να τη φέρει στα μέτρα του. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι το κάνει ως έναν μεγάλο βαθμό, χωρίς εντέλει ούτε να έχει ένα καθαρό δράμα με μελό κατάληξη, ούτε ένα θρίλερ που θα στηρίζονταν στο χτίσιμο του. Παρότι, λοιπόν, η ταινία ανοίγει υποσχόμενη έναν φόνο και, φυσικά, έναν δολοφόνο, θα περάσει υπερβολικά πολλή ώρα για να έρθει αυτό το επίπεδο της πλοκής στο προσκήνιο. Για την ακρίβεια, μιλάμε περίπου για το τελευταίο εικοσάλεπτο. Εύκολα δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε δύο ταινίες που απλά βρήκαν κοινά στοιχεία στην πλοκή και έδεσαν. Κι όμως…

Ανεξάρτητα αν κολλάνε μεταξύ τους ή όχι ως ένα ενιαίο σύνολο που θα ικανοποιούσε όποιον έρθει σε επαφή μαζί του, ως ανεξάρτητες λειτουργούν, κυρίως βέβαια η πρώτη. Από την πλευρά αυτής της πρώτης, του δράματος, ο Westmoreland υποτάσσει αυτό το τόσο εύχρηστο εργαλείο ερμηνευτικής, την Alicia Vikander, και δεν παίζει την Ευρωπαία που ζει στην Ιαπωνία, αλλά κυριολεκτικά αυτήν που έχει διαγράψει την πρότερη καταγωγή της, και πασχίζει να γίνει ένα με το ντόπιο εκεί στοιχείο. Βοηθάει βέβαια η σουηδική, τεκτονική καταγωγή της, ενώ δεν πέφτουμε κι από τα σύννεφα που κατάφερε μια τόσο εγκεφαλική εμφάνιση, αλλά όπως και να το κάνεις είναι μια ταινία μόνη της. Το ολιγομελές καστ που την ακολουθεί είναι η ιαπωνική της πλευρά (Naoki Kobayashi) κι αυτή του παρελθόντος της που αμφισβήτησε (Riley Keough). Γοητευμένη από αμφότερες, η Vikander εξελίσσει την ερμηνεία της όσο περνάει το φιλμ, δανειζόμενη ενδιάμεσα στοιχεία κι από τις δύο ταυτότητες. Παράλληλα, οι συμπρωταγωνιστές της βοηθούν στο να αναπτυχθεί ένα δραματικό μυστήριο, αυτό που αφορά τον αισθησιασμό του φιλμ, αλλά κι αυτό που πηγαίνει πίσω στις ρίζες όσων παρακολουθούμε.

Κι έρχεται το θριλερικό κομμάτι. Η ειρωνεία είναι ότι ούτε απότομα μπαίνει, ούτε χάνεται ειρμός των χαρακτήρων ή της πλοκής. Μπαίνει όμως τόσο δυναμικά και τσαπατσούλικα, που χάνεται κάθε ροή που είχε χτιστεί μέχρι κι εκεί. Ξαφνικά, ανακαλύπτουμε ότι χωρίς να έχει κάνει κάτι το σενάριο για να σε ξεγελάσει, άρα να σου φέρει και την ανατροπή, απλά σου έκρυβε επιμελώς κομμάτια που θα έχτιζαν μια εσωτερική αγωνία. Μια αγωνία που ούτε στο φινάλε προλαβαίνει να σε αγγίξει, αφήνοντας έτσι έκθετο το όλο οικοδόμημα.

Αυτά που κρατάμε που είναι ότι το σενάριο δεν υποπίπτει σε κενά λογικής, κι ανά τομείς είναι στρωτό και ολοκληρωμένο. Κρατάμε όμως και μια απογοήτευση που ο δημιουργός δεν μας έβαλε από νωρίς στο κόλπο ότι δεν παρακολουθούμε απλά ένα ακόμα αισθηματικό-αισθησιακό δράμα, είτε εναλλακτικά δεν τράβηξε μέχρι τέλους αυτό το ύφος, αφήνοντας εντέλει ανάμεικτες εντυπώσεις. Ίσως, όμως, αν κρατήσουμε αυτόνομα αυτό το ταλέντο που ονομάζεται Vikander, δεν θα αισθανθούμε διόλου προδομένοι, μια και το εν λόγω φιλμ είναι μια νοητή συνέχεια μιας συνεπέστατης σε υψηλές εμφανίσεις πορεία, που είναι τόσο μα τόσο όμορφο να παρακολουθείς, με την ελπιδοφόρα σκέψη ότι στο μέλλον μπορεί να ωριμάσει ακόμα περισσότερο, και να μας αφήσει όλους άναυδους.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.