Η ταινία αφηγείται την ιστορία δύο βρετανών δρομέων που αγωνίζονται για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 στο Παρίσι. Ο Χάρολντ Άμπραχαμς, καθοδηγούμενος από την εβραϊκή του καταγωγή, τρέχει για να υπερνικήσει τις προκαταλήψεις και να αποκτήσει δόξα. Ο αντίπαλός του, ο Έρικ Λίντελ, ένας πιστός σκοτσέζος ιεραπόστολος, αγωνίζεται για τη δόξα του Θεού. 

Σκηνοθεσία:

Hugh Hudson

Κύριοι Ρόλοι:

Ben Cross … Harold Abrahams

Ian Charleson … Eric Liddell

Nicholas Farrell … Aubrey Montague

Nigel Havers … λόρδος Andrew Lindsay

Ian Holm … Sam Mussabini

John Gielgud … ο πρύτανης του Τρίνιτι

Lindsay Anderson … ο πρύτανης του Κάιους

Cheryl Campbell … Jennie Liddell

Alice Krige … Sybil Gordon

Nigel Davenport … λόρδος Birkenhead

Patrick Magee … λόρδος Cadogan

Peter Egan … λόρδος Granville

Dennis Christopher … Charles Paddock

Brad Davis … Jackson Scholz

Richard Griffiths … επιστάτης κολεγίου

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Colin Welland

Παραγωγή: David Puttnam

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Φωτογραφία: David Watkin

Μοντάζ: Terry Rawlings

Σκηνικά: Roger Hall

Κοστούμια: Milena Canonero

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Chariots of Fire
  • Ελληνικός Τίτλος: Οι Δρόμοι της Φωτιάς

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας, αυθεντικού σεναρίου, μουσικής και κοστουμιών. Υποψήφιο για σκηνοθεσία, δεύτερο αντρικό ρόλο (Ian Holm) και μοντάζ.
  • Χρυσή Σφαίρα ξένης ταινίας.
  • Βραβείο Bafta καλύτερης ταινίας, δεύτερου αντρικού ρόλου (Ian Holm) και κοστουμιών. Υποψήφιο για σκηνοθεσία, δεύτερο αντρικό ρόλο (Nigel Havers), σενάριο, μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά και ήχο.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών. Βραβείο δεύτερης ερμηνείας (Ian Holm) και ειδική μνεία οικουμενικής επιτροπής.
  • Βραβείο κοινού στο φεστιβάλ του Τορόντο.

Παραλειπόμενα

  • Ο τίτλος προέρχεται από ποίημα του William Blake, και συγκεκριμένα τον στοίχο “Bring me my Chariot of fire!”. Αυτό είχε διασκευαστεί στον αγγλικό ύμνο Jerusalem, ενώ έχει πηγές από τη βίβλο.
  • Ο παραγωγός David Puttnam ανακάλυψε τυχαία την ιστορία του Eric Liddell το 1977, πέφτοντας πάνω σε βιβλίο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, καθώς ανάρρωνε στο Λος Άντζελες λόγω γρίπης.  Η δουλειά όμως που έδωσε στον σεναριογράφο Colin Welland δεν ήταν διόλου εύκολη. Εκείνος αναζήτησε παλιές εφημερίδες, τα εθνικά αρχεία κινηματογράφου, αλλά ήρθε και σε επικοινωνία με όσους ήταν ακόμα εν ζωή. Επιπλέον, ο γιος του Aubrey Montague είδε ότι γίνονταν έρευνα μέσω αγγελίας σε εφημερίδα, και έστειλε αντίγραφα των γραμμάτων του πατέρα του από την εν λόγω περίοδο. Η πρόθεση όμως δεν ήταν πρωτίστως να γίνει μια ιστορική ταινία, αλλά κάτι που θα εξύψωνε την αυτοθυσία και το ηθικό ανάστημα. Για αυτό πάρθηκαν γενναίες ελευθερίες σε σχέση με τα αληθινά γεγονότα.
  • Το αρχικό σενάριο είχε ακόμα έναν πρωταγωνιστή, τον ολυμπιονίκη Douglas Lowe. Ο ίδιος όμως δεν ήθελε να υπάρχει καθόλου στην ταινία, και αντικαταστάθηκε με τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα του λόρδου Andrew Lindsay.
  • Κινηματογραφικό ντεμπούτο στη σκηνοθεσία για τον Hugh Hudson, που γνώριζε τον παραγωγό από τις αρχές των 1960. Ήταν και βοηθός σκηνοθεσίας στο Εξπρές του Μεσονυχτίου, του ίδιου παραγωγού.
  • Όλοι οι ηθοποιοί που υποδύονταν δρομείς χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες σκληρής εκπαίδευσης, υπό την εποπτεία του αναγνωρισμένου προπονητή στίβου Tom McNab.
  • Στις ΗΠΑ είδαν μια ελαφρώς αλλαγμένη εκδοχή, όπου λείπει η σκηνή με το κρίκετ (άγνωστο εκεί), αλλά και με επιπλέον μια άλλη σε σταθμό τρένου όπου ακούγεται μια “κακιά λέξη”, ώστε να μη βγει η ταινία κατάλληλη για όλους (κάτι που ήταν συνδεδεμένο με το οικογενειακό κοινό).
  • Η Warner Bros. είχε να πάρει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας από το 1964 και το Ωραία μου Κυρία. Χαρακτηριστική ήταν στην απονομή η φράση του νικητή Colin Welland, όπου αναφώνησε: “Οι Βρετανοί έρχονται!”.
  • Κοστίζοντας 5,5 εκατομμύρια δολάρια, το φιλμ έβγαλε 59.
  • Με την ευκαιρία των Ολυμπιακών του 2012, το σενάριο μετατράπηκε σε θεατρικό.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Παρότι ταινία εποχής, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έγραψε ιστορία με την τόλμη του να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονική μουσική, εν μέρει γραμμένη σε συνθεσάιζερ. Το ομότιτλο με την ταινία θέμα μνημονεύεται ως αντιπροσωπευτικό του ολυμπισμού (μεταξύ άλλων, σημάδεψε την έναρξη της Ολυμπιάδας του 2012 στο Λονδίνο). Παρόλα αυτά, ο σκηνοθέτης επέμενε από τον έλληνα συνθέτη να του δώσει το L’Enfant (από το άλμπουμ Opera Sauvage) ως κεντρικό θέμα, μέχρι που ο Παπαθανασίου τον έπεισε πως μπορεί να γράψει κάτι καταλληλότερο. Το L’Enfant εντέλει συμπεριλήφθηκε στο σάουντρακ, αλλά όχι ως κεντρικό.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 28/12/2017

Είναι σίγουρα σκάνδαλο που αυτή η ταινία κέρδισε το κυριότερο Όσκαρ μέσα από τα χέρια του φαβορί Γουόρεν Μπίτι (Οι Κόκκινοι), χωρίς να ξεχνάμε κι άλλους ανώτερους υποψήφιους (Ιντιάνα Τζόουνς, Ατλάντικ Σίτυ), αλλά είναι επίσης δύσκολο να αγνοήσεις και την αξία της. Γιατί μπορεί να εκφράζει έναν άκρατο συντηρητισμό μέσω της ακαδημαϊκής προσέγγισης του Χιου Χάντσον, μα μιλάμε για επιτομή του είδους αυτού, άρα για την καλύτερη δυνατή του χρησιμοποίηση (κατώτερο όμως του «συγγενικού» Γκάντι). Και γιατί να δεις διαφορετικά μια αληθινή ιστορία με επίκεντρο μια ομάδα ανθρώπων που επιθυμούσαν να υψώσουν τη σημαία της χώρας τους στο κεντρικό βάθρο, αφού ειδικά για εκείνες τις εποχές, η προσπάθεια να αμφισβητήσεις κάτι τέτοιο, μάλλον θα οδηγούσε σε άτοπες υποθέσεις. Κι ενώ όλα κυλούν απλά, όμορφα και καλο-φωτογραφισμένα (ενίοτε όμως και κουραστικά ανά στιγμές), η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου έρχεται και στοιχειώνει τις εικόνες, δίνοντας τους και την ψυχική ώθηση που τους στέρησε ο Χάντσον.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

31 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.