Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Η επαναθέαση μιας ταινίας όπως τα Φώτα της Πόλης (City Lights, 1931) δεν αποτελεί απλώς μια πράξη κινηματογραφικής νοσταλγίας, αλλά μια αναγκαία επιστροφή στις ρίζες της οπτικής αφήγησης. Στην ταινία συναντάμε για άλλη μια φορά τη διασημότερη περσόνα του Τσάρλι Τσάπλιν , τον «Αλήτη». Ο πολυαγαπημένος και διεθνώς αναγνωρίσιμος χαρακτήρας με το μικρό καπέλο, το χαρακτηριστικό μουστακάκι, το στενό σακάκι, το μπαστούνι και το ιδιότυπο βάδισμα, μας παρουσιάζεται εδώ στην πιο ολοκληρωμένη του εκδοχή και μας χαρίζει την πιο εκφραστική του ερμηνεία. Το έργο συνιστά μια τέλεια σύνθεση γέλιου, δράματος, πάθους και συγκίνησης, επιβεβαιώνοντας πως ο Τσάπλιν υπήρξε ένας καθολικός δημιουργός, καθώς ανέλαβε εξολοκλήρου την παραγωγή, τη σκηνοθεσία, το σενάριο, τη σύνθεση της μουσικής, το μοντάζ, ενώ παράλληλα πρωταγωνίστησε.

Τα Φώτα της Πόλης ήταν ένα ριζοσπαστικά αναχρονιστικό έργο όταν πρωτοεμφανίστηκε. Κυκλοφόρησε το 1931, σε μια εποχή που το Χόλιγουντ αγκάλιαζε με ενθουσιασμό και δίχως επιστροφή τον ερχομό του ήχου, οδηγώντας τον βουβό κινηματογράφο στις παρυφές της εξαφάνισης. Ο Τσάπλιν, ωστόσο, πιστός λάτρης της παντομίμας, αρνήθηκε να υποταχθεί στη νέα τεχνολογία του ομιλούντος κινηματογράφου, επιλέγοντας να προσθέσει μόνο ηχητικά εφέ και μια εξαιρετική, δική του μουσική επένδυση. Η ταινία ξεκινά σατιρίζοντας ευθύς εξαρχής τον ήχο: στην εναρκτήρια σκηνή των αποκαλυπτηρίων ενός μνημείου, οι λόγοι των τοπικών αξιωματούχων αποδίδονται μέσα από πνιχτούς, ακατάληπτους ήχους πνευστών οργάνων. Με αυτόν τον τρόπο, ο Τσάπλιν υπογραμμίζει με ειρωνεία πόσο κενός και γελοίος μπορεί να καταστεί ο περιττός διάλογος, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η καθαρή ουσία της έβδομης τέχνης δεν έχει ανάγκη από λέξεις για να συγκινήσει.

Πίσω από τις ιδιοφυείς κωμικές σκηνές σλάπστικ, το φιλμ λειτουργεί ως μια βαθιά κοινωνική αλληγορία, ιδιαίτερα επίκαιρη αν αναλογιστεί κανείς ότι η παραγωγή του συνέπεσε με το μεγάλο Κραχ της Γουόλ Στριτ και τη Μεγάλη Ύφεση. Η πλοκή ξεδιπλώνεται γύρω από δύο άξονες: τον αγνό έρωτα του Αλήτη για μια τυφλή ανθοπώλισσα (Virginia Cherrill) και την κυκλοθυμική σχέση του με έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο (Harry Myers). Η δυναμική με τον πλούσιο άνδρα, τον οποίο ο Αλήτης σώζει από την αυτοκτονία, αποτελεί ένα συγκλονιστικό σχόλιο για την ταξική συνείδηση. Όσο ο εκατομμυριούχος βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ, αναγνωρίζει τον Αλήτη ως τον καλύτερο φίλο και σωτήρα του. Μόλις όμως ξεμεθά, η νηφάλια αυγή ξυπνά έναν διαφορετικό άνθρωπο, ψυχρό και κυνικό, που δεν τον αναγνωρίζει και διατάζει τους μπάτλερ του να τον πετάξουν έξω. Αυτό το κινηματογραφικό παράδοξο αποτυπώνει ανάγλυφα την απάνθρωπη και ασυνεπή φύση του καπιταλιστικού κόσμου, μετατρέποντας τις περιπέτειες του άστεγου ήρωα σε καθρέφτη των φόβων της εργατικής τάξης της εποχής.

Ο Τσάπλιν επιδεικνύει το μοναδικό του ταλέντο να οδηγεί τους θεατές από το γέλιο στο δάκρυ με απόλυτη οργανική ρευστότητα. Το χιούμορ κινείται διαρκώς ανάμεσα στο ποιητικό και το γκροτέσκο, αναγκάζοντας το κοινό να αποδεχτεί το ευτελές μαζί με το υψηλό. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί η θρυλική σκηνή της πυγμαχίας. Προκειμένου να μαζέψει τα χρήματα για την εγχείρηση που θα αποκαταστήσει την όραση της ανθοπώλισσας, ο Αλήτης ανεβαίνει στο ρινγκ. Εκεί, η επιβίωση μετατρέπεται σε ένα ιδιόμορφο, χορογραφημένο μπαλέτο τριών προσώπων, όπου ο ήρωας φροντίζει να διατηρεί τον διαιτητή συνεχώς ανάμεσα σε αυτόν και τον αντίπαλό του. Η σκηνή αυτή ξεχωρίζει για τη χάρη και την πλαστικότητά της, απομακρυνόμενη από τη βίαιη σλάπστικ παράδοση των πρώτων χρόνων του Χόλιγουντ και αναδεικνύοντας μια υψηλή αισθητική της σωματικής κίνησης.

Η ταινία είναι γεμάτη με τέτοιες οπτικές αντιθέσεις: στην αρχή, ο Αλήτης κοιμάται κουλουριασμένος στην αγκαλιά του αγάλματος της «Ευημερίας» -μια πικρή ειρωνεία για την κοινωνική εξαθλίωση. Όταν συναντά την ανθοπώλισσα, εκείνη τον εκλαμβάνει ως πλούσιο ευεργέτη · κι ενώ εκείνος τη βλέπει σαν μια αγγελική, ιδανική μορφή ομορφιάς, η πραγματικότητα εισβάλλει κωμικά όταν η κοπέλα αδειάζει άθελά της έναν κουβά βρόμικο νερό πάνω του.

Στο τέλος, η εικόνα του Αλήτη είναι σχεδόν τραγική: φθαρμένα ρούχα, ένα εσώρουχο διπλωμένο σαν μαντίλι στο πέτο, ένα μικρό μπουκέτο λουλουδιών τσακισμένο από τα νευρικά του δάχτυλα. Κι όμως, μέσα από το βλέμμα της αγαπημένης του, αναγεννάται. Όταν εκείνη, πλέον θεραπευμένη, τον αναγνωρίζει, η στιγμή αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση. «Τώρα βλέπεις;» τη ρωτά. «Ναι, τώρα βλέπω», απαντά εκείνη -και η φράση αποκτά διπλή σημασία, τόσο κυριολεκτική όσο και συμβολική.

Το τελευταίο κοντινό πλάνο παραμένει ένα από τα κορυφαία στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Το χαμόγελο του Τσάπλιν, γεμάτο πόνο αλλά και ελπίδα, αιωρείται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, πριν σβήσει στο μαύρο της τελευταίας κάρτας «The End». Δεκαετίες αργότερα, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ θα το περιγράψει ως «ένα χαμόγελο που αποχαιρετά το σύμπαν» -μια εικόνα που συνοψίζει όλη την ανθρώπινη ευθραυστότητα και την επιμονή της ελπίδας.

Η θέαση της ταινίας φέρνει στο νου τον στίχο του Σαρλ Μπωντλαίρ: «Τι άραγε αναζητούν στον Ουρανό όλοι αυτοί οι τυφλοί;». Το ερώτημα παραμένει μετέωρο και επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες: αναζητούν τον Θεό ή το νόημα της ύπαρξης; Το ποίημα, όπως και η ταινία, αποτελούν έναν σκοτεινό αλλά βαθύ στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, την αντίληψη και την αποξένωση. Δεν αναφέρονται μόνο στη σωματική, αλλά κυρίως στην πνευματική και υπαρξιακή τύφλωση. Οι τυφλοί λειτουργούν ως καθρέφτης μιας ανθρωπότητας που αναζητά απεγνωσμένα νόημα μέσα σε έναν θορυβώδη, επιφανειακό και άδικο κόσμο.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *