Στην εισαγωγή (σσ. 13-16) ο συγγραφέας επιχειρεί μια σκιαγράφηση του φiλμ νουάρ. Δίνει, όχι τόσο έναν ορισμό, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά των ταινιών που μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία του φιλμ νουάρ. Τα στοιχεία που καθορίζουν το φιλμ νουάρ είναι ο τόνος, οι χαρακτήρες, το στιλ και τα θέματα. Ξεκαθαρίζει επίσης από την αρχή ότι το φιλμ νουάρ «δεν περιορίζεται σε ασπρόμαυρες αμερικανικές ταινίες της περιόδου 1940-1959». Παρουσιάζει τα πέντε κεφάλαια από τα οποία αποτελείται το βιβλίο και μας προετοιμάζει για όλα αυτά που θα ακολουθήσουν.

Στο πρώτο κεφάλαιο, «Ι. Φωτίζοντας τις σκιές. Ορισμός και γενεαλογία του φιλμ νουάρ» (σσ. 17-40). , «ανατέμνονται ο ορισμός του είδους, η γενεαλογία του, οι επιδράσεις από τη λογοτεχνία και τον εξπρεσιονισμό, τα κεντρικά θέματα και η διακριτή αισθητική του». Ο συγγραφέας αναφέρεται στη δυσκολία για τον ορισμό του φιλμ νουάρ, στην προέλευση του όρου, στα βασικά συστατικά που πρέπει να υπάρχουν στον ορισμό του, στη συζήτηση για το αν το φιλμ νουάρ είναι είδος ή στιλ καθώς και στα μοτίβα που συνθέτουν το περιεχόμενο του φιλμ νουάρ. Ακολουθούν στο ίδιο κεφάλαιο οι επιρροές που δέχθηκε το φιλμ νουάρ: ο Γερμανικός Εξπρεσιονισμός, ο Γαλλικός Ποιητικός Ρεαλισμός, οι αμερικανικές γκανγκστερικές ταινίες, η «Hard-boiled» λογοτεχνία, ο Υπαρξισμός, ο Φροϊδισμός και ο Γοτθισμός. Στο ίδιο κεφάλαιο περιλαμβάνονται τα θεματικά χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ, οι χαρακτήρες (με διάκριση ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες), ενώ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο πολιτικό φιλμ νουάρ. Συνεχίζει με στοιχεία που αφορούν στην αισθητική του φιλμ νουάρ. Διαπιστώνει κανείς από τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας με αναφορές στο οπτικό στιλ, στον φωτισμό χαμηλών τόνων («LowKey»), στους ευρυγώνιους φακούς, στο αφηγηματικό στιλ (αναδρομές), το voiceover (αφηγηματική φωνή χωρίς να φαίνεται ο αφηγητής) και στο χρώμα του φιλμ νουάρ. ότι το φιλμ νουάρ, τελικά, δεν είναι μόνο «νουάρ», ασπρόμαυρο.

Στο δεύτερο κεφάλαιο «II. Από το κλασικό στο νεο-νουάρ. Η ιστορική εξέλιξη του είδους» (σσ. 41-164) «παρακολουθείται η ιστορική εξέλιξη του φιλμ νουάρ, από την πρώιμη περίοδο (δεκαετία του ’30) στην κλασική περίοδο (δεκαετίες’40-’50) μέχρι τις νεότερες μορφές του νέο-νουάρ και των σύγχρονων εκφάνσεων του είδους», μετά το 1960.

Οι απαρχές του φιλμ νουάρ ανάγονται στην περίοδο του Μεσοπολέμου, περίοδο Μεγάλης  Ύφεσης, κατά την οποία προέκυψαν τα b-movies, ταινίες γκανγκστερικές, μυστηρίου και τρόμου, χαμηλού προϋπολογισμού, μέσα από τις οποίες οι σκηνοθέτες οδηγήθηκαν σε «ευρηματικότητα και τολμηρούς αισθητικούς πειραματισμούς –στοιχεία καθοριστικά για το σκοτεινό ύφος και τη θεματολογία του φιλμ νουάρ». Παρουσιάζονται οι σημαντικότερες ταινίες (8) της πρώτης περιόδου του φιλμ νουάρ (1930-1940) με όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να τις κατανοήσει ο αναγνώστης και με την κριτική ματιά του συγγραφέα.

Ακολουθεί η κλασική εποχή του φιλμ νουάρ (1940-1959) με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Οι χαμηλοί προϋπολογισμοί των ταινιών στην πρώτη φάση της περιόδου, στα χρόνια του πολέμου «συγκαλύπτονταν δημιουργικά από ατμοσφαιρικό φωτισμό, παιχνίδια σκιάς και φωτός (chiaroscuro) και τη χρήση ασυνήθιστων γωνιών κάμερας –στοιχεία που εμπεδώθηκαν ως σήμα κατατεθέν του νουάρ. Γίνεται αναφορά στις επιρροές της περιόδου (1940-1947 εξπρεσιονισμό και 1947-1952 ιταλικό νεορεαλισμό). Τα θέματα του φιλμ νουάρ σ’ αυτή τη φάση σχετίζονται με τους βετεράνους του πολέμου και τις συνέπειες στην επανένταξή τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή, ενώ έχουν τόσο αριστερές όσο και δεξιές αποχρώσεις, μέχρι τη στιγμή που αναπτύχθηκε η αντικομουνιστική εκστρατεία από την ρεπουμπλικανό γερουσιαστή JosephMcCarthy με μαύρη λίστα καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος. Στη φάση μετά το 1952 επικράτησαν «αστυνομικές ταινίες, επικεντρωμένες στην απειλή των οργανωμένων εγκληματικών συνδικάτων να κυριαρχήσουν στην αμερικανική κοινωνία…». Παρουσιάζονται και εδώ οι σημαντικότερες ταινίες της περιόδου με εξαιρετικό τρόπο.

«Το νέο-νουάρ (1960- ) δεν είναι απλώς ένα μεταγενέστερο παράγωγο, αλλά η ζωντανή, παλλόμενη και αδιάκοπα μεταλλασσόμενη κληρονομιά ενός είδους που σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία του κινηματογράφου». Αν η ταινία Odds Against Tomorrowτου Robert Wise (1959) σηματοδοτεί το τέλος της κλασικής εποχής του φιλμ νουάρ, το Point Black (1967) του John Boorman ήταν η ταινία που στην πραγματικότητα εγκαινίασε το νέο-νουάρ, με επιρροές από το γαλλικό Νέο Κύμα. Γενικότερα αυτή την περίοδο οι αμερικανοί κινηματογραφιστές επηρεάζονται από τις εξελίξεις του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Τα γεγονότα των δεκαετιών του ’60 και του ’70 (ο πόλεμος στο Βιετνάμ και το αντίστοιχο αντιπολεμικό κίνημα, το σκάνδαλο του Ουότεργκεϊτ, οι αγώνες για πολιτικά δικαιώματα και το αντιφεμινιστικό κίνημα βρίσκουν έκφραση σε ταινίες νουάρ. Παράλληλα το νουάρ συνδέεται με την επιστημονική φαντασία, ενώ η θεματική και γεωγραφική του γκάμα διευρύνεται μέσω διασκευών μυθιστορημάτων και επεκτείνεται και έξω από τον αστικό χώρο, στην αγροτική Αμερική. Αισθητικά οι κινηματογραφιστές είχαν πλέον στη διάθεσή τους νέες τεχνολογίες που τους επέτρεπαν να διατηρήσουν τα στοιχεία του φιλμ νουάρ, παρότι έβαλαν χρώμα στις ταινίες τους : την τεχνολογία να φωτογραφίζουν έγχρωμα σε πολύ χαμηλά επίπεδα φωτισμού, δημιουργώντας εντυπωσιακές οπτικές αντιθέσεις που θύμιζαν έντονα το κλασικό chiaroscuro –φέρνοντας το παιχνίδι φωτός και σκιάς στη χρωματική εποχή. Και εδώ παρουσιάζει ο συγγραφέας τις σημαντικότερες ταινίες της εποχής του νέο-νουάρ φιλμ.

Στο τρίτο κεφάλαιο «III. Νουάρ χωρίς σύνορα. Παγκόσμιες αποχρώσεις του είδους» (σσ. 165-200) «επεκτείνεται η μελέτη πέρα από τα αμερικανικά όρια, επιχειρώντας μια χαρτογράφηση βασικών δημιουργών και ταινιών του διεθνούς νουάρ, αναδεικνύοντας την παγκόσμια επίδραση του είδους». «Η ιδιότυπη γοητεία του και η θεματική του ευελιξία τού επέτρεψαν να ριζώσει και να εξελιχθεί σε ποικίλα πολιτιστικά περιβάλλοντα, αποκτώντας νέα μορφή μέσα από τις κοινωνικές, ιστορικές και πολιτικές πραγματικότητες κάθε χώρας», γράφει ο συγγραφέας. Παρουσιάζεται, λοιπόν, το φιλμ νουάρ, όπως διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε σε οχτώ χώρες: Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Μεξικό, Ιαπωνία και Ελλάδα. Μέσα από αυτή τη συγκριτική προσέγγιση φαίνεται καθαρά πώς «ένα παγκόσμιο κινηματογραφικό ιδίωμα μπορεί να εκφράσει τοπικές αλήθειες και να εξελιχθεί διατηρώντας ταυτόχρονα την κοινή του ρίζα και την πολιτιστική του πολυφωνία».

Γαλλία

Στη Γαλλία επινοήθηκε το όνομα του είδους. Στη Γαλλία δεν λείπουν επίσης τα αισθητικά και καλλιτεχνικά ρεύματα που μπορούν να διαμορφώσουν το φιλμ νουάρ, όπως ο γαλλικός ποιητικός ρεαλισμός της δεκαετίας του 1930 [Marcel Carné, ή η Nouvelle Vague(Νέο Κύμα) της δεκαετίας του 1960 κυρίως [(Louis Malle, Claude Chabrol, Jean-Luc Godard, François Truffaut)].Τα μυθιστορήματα του Βέλγου George Simenon αποτέλεσαν πηγές για υλικό σχετικό με τις ταινίες ιδιαίτερα της δεκαετίας του 1930, ενώ η εστίαση στην ποιητική ατμόσφαιρα, στους χαρακτήρες και στη μοιρολατρία σημαδεύουν τις ταινίες αυτής της δεκαετίας. Τα μεταπολεμικά νουάρ στη Γαλλία διατηρούν «τον καθημερινό ρεαλισμό και τη μοιρολατρία των προπολεμικών ταινιών αλλά χωρίς την ποίηση. Οι σκηνοθέτες της Nouvelle Vague (“κυρίως οι LouisMalle, Claude Chabrol, Jean-Luc Godard, François Truffaut») οικειοποιήθηκαν στοιχεία του αμερικανικού κινηματογράφου, «ειδικά τα b-moovies νουάρ» και τα απέδωσαν «με πολύ διαφορετικούς τρόπους ως μέρος της μοντερνιστικής τους ανησυχίας». Μετά τα γεγονότα του Μάη του ’68 «αναπτύχθηκε στη Γαλλία ένα κίνημα με πολιτικά θρίλερ φτιαγμένα από αριστερή προοπτική, ως μοχλός αμφισβήτησης της κρατικής εξουσίας και νομιμότητας. Κύριος εκφραστής αυτής της τάσης ήταν ο Ελληνο-Γάλλος Κώστας Γαβράς (Compartiment tueurs, Z, LAneu, État de siège).Στη δεκαετία του 1980 επικρατούν επιρροές από αστυνομικές ταινίες αμερικανικού τύπου, ενώ στη δεκαετία του 1990 παρατηρείται επιστροφή κοινωνικά ζητήματα. Με την αλλαγή του αιώνα κυριαρχούν τρεις τάσεις στο φιλμ νουάρ της Γαλλίας: 1) «η αναβίωση του κλασικού αστυνομικού φιλμ», 2) η εξερεύνηση κοινωνικών θεμάτων και 3) οι «σύγχρονες ανησυχίες σχετικά με την επιτήρηση, τη διασημότητα και το τίμημα της ευμάρειας».

Μεγάλη Βρετανία

Το βρετανικό φιλμ νουάρ ανέπτυξε τη δική του ταυτότητα κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Οι βρετανικές ταινίες νουάρ χαρακτηρίζονται από την εστίαση στο ψυχολογικό βάθος, τις ταξικές ανισότητες, την ηθική ασάφεια και τα θέματα της μεταπολεμικής απογοήτευσης». Αντικατοπτρίζουν έτσι τις αλλαγές στην μετα-αποικιακή εποχή με τη νέα παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ.Ο πόλεμος ανέστειλε την ανάπτυξη του βρετανικού νουάρ, αλλά αμέσως μετά τον πόλεμο «επέστρεψε σε μια πιο παραγωγική φάση, κυρίως με γοτθικά νουάρ». Στη δεκαετία του 1950 η βρετανική παραγωγή αστυνομικών ταινιών εμπλουτίστηκε από την «εισροή ταλαντούχων Αμερικανών σκηνοθετών της μαύρης λίστας» του McCarthy. Μετά την επικράτηση του έγχρωμου φιλμ (τέλος της κλασικής εποχής του αμερικανικού νουάρ) το βρετανικό νουάρ έπεσε σε αφάνεια. Αργότερα, ωστόσο, ανέκαμψε και άνοιξε ο κύκλος του βρετανικού νέο-νουάρ. «Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το βρετανικό νέο-νουάρ επηρεάστηκε από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο τέχνης, συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά στοιχεία του είδους με μια δυτικοευρωπαϊκή ευαισθησία». Τέλος, στον 21ο αιώνα η πιο αξιόλογη νέο-νουάρ βρετανική ταινία θεωρείται το You Were Never Really Here (2017) του Lynne Ramsay.

Γερμανία

Η προσφορά της Γερμανίας στο φιλμ νουάρ είναι ιστορική και ουσιαστική. «… Αποτελεί το επιστέγασμα μιας αισθητικής και θεματικής παράδοσης που έχει τις ρίζες της σε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα κοινωνικής αναταραχής και υπαρξιακής αγωνίας: τον “κινηματογράφο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης”», τον κινηματογράφο, δηλαδή, της περιόδου 1919 έως 1933. Οι ταινίες της περιόδου «αντανακλούν συλλογικά άγχη της γερμανικής κοινωνίας, τα οποία σχετίζονται με την πολιτική αστάθεια, τον τραυματικό απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την αμφιθυμία απέναντι στον μοντερνισμό». Η «ταινία M του Fritz Lang θεωρείται το μεταίχμιο μεταξύ εξπρεσιονισμού και πρώιμου φιλμ νουάρ». «Στον απόηχο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η κινηματογραφική βιομηχανία επιχείρησε την αναγέννηση με ταινίες ερειπίων (Trümmer film), που απεικόνιζαν απελπισμένες ψυχές στα συντρίμμια του πολέμου, συχνά βυθισμένες στο έγκλημα». «Το γερμανικό νέο-νουάρ αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970, κυρίως από τους Rainer Werner Fassbinder και Wim Wenders, και άσκησε κριτική στο οικονομικό θαύμα, την αμερικανική επιρροή και την ιστορική αμνησία για το ναζιστικό παρελθόν».

Ιταλία

Στην Ιταλία, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «γεννήθηκε και άνθησε μια ιδιαίτερη μορφή κινηματογραφικής έκφρασης: το ιταλικό φιλμ νουάρ και τα συγγενή του είδη». Το ιταλικό νουάρ, πιο ευέλικτο και υβριδικό σε σχέση με το αμερικανικό, «Επηρεάστηκε βαθιά από τον κυρίαρχο τότε Νεορεαλισμό». Εστιάζει στους απλούς ανθρώπους, τα γυρίσματα γίνονται σε πραγματικές τοποθεσίες (και όχι σε στούντιο), με μια αίσθηση ωμού ρεαλισμού. «Ωστόσο, πρόσθεσε τη δική του διάσταση: μια αίσθηση μοιρολατρίας, ηθικής ασάφειας και την εξερεύνηση του εγκλήματος ως καθρέφτη των κοινωνικών πιέσεων». Προς το τέλος της κλασικής εποχής του φιλμ νουάρ «αναδύθηκε ένα νέο είδος: το giallo [=κίτρινος]. Πήρε το όνομά του από τα κίτρινα εξώφυλλα φτηνών αστυνομικών βιβλίων και συνδύασε στοιχεία μυστηρίου, τρόμου, βίας (συχνά από κατά συρροή δολοφόνο) και ερωτισμού με έντονο οπτικό στιλ. Στη δεκαετία του 1970 επηρεάζεται από την ταραγμένη περίοδο της τρομοκρατίας και της πολιτικής διαφθοράς και εστιάζει στην εξουσία, τους μηχανισμούς της και τη σχέση τους με το έγκλημα, ενώ αυτό το είδος συνεχίζεται και στη δεκαετία του 1990. «Οι πιο πρόσφατες ιταλικές ταινίες […] επιβεβαιώνουν πως το ιταλικό νουάρ συνεχίζει να εξελίσσεται συνδυάζοντας κοινωνικό ρεαλισμό με ψυχολογικό βάθος».

Ιαπωνία

«Το φιλμ νουάρ βρήκε εξίσου γόνιμο έδαφος στην Ιαπωνία, μια χώρα που βίωσε δραματικά τις συνέπειες του πολέμου και βρέθηκε σε διαδικασία ριζικής κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής. Η πυκνότητα των ιαπωνικών πόλεων, η ισχυρή παρουσία του εγκληματικού υποκόσμου της Γιακούζα και μια ανεπτυγμένη κινηματογραφική βιομηχανία συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός ξεχωριστού ιαπωνικού νουάρ». Καθοριστική μορφή στην υιοθέτηση και προσαρμογή των νουάρ στοιχείων στον ιαπωνικό κινηματογράφο υπήρξε ο Akira Kurosawa. Μαζί με αυτόν στην κλασική περίοδο του φιλμ νουάρ περιλαμβάνονται και οι Masahiro Shinoda, Seijun Suzuki, Koreyoshi Kurahara και άλλοι. Η παράδοση του ιαπωνικού νουάρ συνεχίστηκε και ανανεώθηκε στη δεκαετία του ’90 με την άνοδο του νέο-νουάρ. «Στη σύγχρονη εποχή, ο Shinya Tsukamoto εδραιώνεται ως ένας σημαντικός σκηνοθέτης με αυξανόμενη κριτική αναγνώριση εξερευνώντας τα προβλήματα της ταυτότητας μέσα από το πρίσμα του νέο-νουάρ».

Μεξικό

Το Μεξικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του φιλμ νουάρ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, όχι μόνο γιατί κυριάρχησε οικονομικά στη Λατινική Αμερική αλλά και γιατί δέχθηκε σημαντική επιρροή από τις πρώιμες γκανγκστερικές ταινίες του Χόλιγουντ. Ο Ισπανός σκηνοθέτης Luis Buñuel, που έζησε αρκετά χρόνια (1946-1965) στο Μεξικό, ενσωμάτωσε έντονα στοιχεία της νουάρ αισθητικής και θεματολογίας, όπως η ηθική αμφισημία, το έγκλημα και η παράνοια σε αρκετές από τις ταινίες του. «Μετά το 1955 η μεξικανική κινηματογραφική βιομηχανία γνώρισε πτώση και ο σταθερός κύκλος παραγωγής νουάρ σταμάτησε, με περιστασιακά μόνο παραδείγματα νέο-νουάρ».

Ισπανία

Στην Ισπανία το φιλμ νουάρ, cinenegro, όπως αποκαλείται «αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες ανάπτυξης υπό το καθεστώς της φασιστικής δικτατορίας του Franco (1939-1975). Ο κυβερνητικός έλεγχος στην κινηματογραφική βιομηχανία, η λογοκρισία, η επιρροή του άκαμπτου Καθολικισμού ευνοούσαν την παραγωγή ταινιών με μιλιταριστικό ή λαογραφικό χαρακτήρα, ενώ ο, κατά κύριο λόγο, αγροτικός χαρακτήρας της χώρας δεν συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός είδους που «παραδοσιακά ευδοκιμεί σε αστικά περιβάλλοντα και εξερευνά την ηθική αμφισημία και την κοινωνική παρακμή». Αν και η ταινία El misterio de la Puertadel Sol του Francisco Elias του 1930 θεωρείται πρόδρομος του είδους στην Ισπανία, χρειάστηκε να περάσουν δύο δεκαετίες για να εμφανιστούν κάποιες ταινίες με διάσπαρτα νουάρ στοιχεία. Τη δεκαετία του 1950 δύο νέοι σκηνοθέτες (Juan Antonio Bardem και Louis Garcia Berlanga) αψηφούν τα επιβαλλόμενα πλαίσια, υιοθετούν και ενσωματώνουν στοιχεία νουάρ στα έργα τους, ασκώντας οξεία κοινωνική κριτική. «Μετά τον θάνατο του Franco (1975) και τη μετάβαση στη δημοκρατία, η έκρηξη της ισπανικής αστυνομικής λογοτεχνίας (novela negra) και η άρση της λογοκρισίας επέτρεψαν την ανάπτυξη του νέο-νουάρ». Ιδιαίτερη θέση στον ισπανικό κινηματογράφο κατέχει το ρετρό-νουάρ, που δίνει την ευκαιρία να εξερευνηθεί ένα άβολο παρελθόν. Αρκετές ταινίες του Pedro Almodóvar περιέχουν στοιχεία νουάρ, ενώ από τα πιο πρόσφατα ισπανικά νέο-νουάρ ξεχωρίζουν ταινίες που συνεχίζουν να εξερευνούν τη σύγχρονη ισπανική πραγματικότητα και τις σκιές του παρελθόντος.

Ελλάδα

Το ελληνικό φιλμ νουάρ «ενσωμάτωσε βαθιά και ουσιαστικά την ιδιαίτερη ελληνική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας τις οδυνηρές πληγές του Εμφυλίου Πολέμου, την αυστηρή κοινωνική ηθική μιας μεταπολεμικής κοινωνίας σε ανασυγκρότηση, καθώς και τις προκλήσεις μιας εποχής γεμάτης αντιφάσεις. Οι Έλληνες σκηνοθέτες, συχνά επηρεασμένοι από το γαλλικό νουάρ και τον ποιητικό ρεαλισμό, βρήκαν στο είδος έναν τρόπο να εκφράσουν μια υφέρπουσα πολιτική και κοινωνική κριτική, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αδύνατο να διατυπωθεί με τόση αμεσότητα». Ο Γιάννης Μαρής με τα αστυνομικά μυθιστορήματά του έδωσε έδαφος για την άνθηση του είδους στον κινηματογράφο. Η απαρχή του ελληνικού φιλμ νουάρ τοποθετείται στα 1956 με την ταινία του Νίκου Κούνδουρου Ο Δράκος. «Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 υπήρξαν ιδιαίτερα παραγωγικές για το ελληνικό αστυνομικό σινεμά και τις ταινίες με νουάρ αποχρώσεις». Σκηνοθέτες όπως ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Τζανής Αλιφέρης, ο Ντίνος Κατσουρίδης , ο Ερρίκος Ανδρέου, ο Ερρίκος Θαλασσινός, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο Σωκράτης Καψάσκης, ο Βαγγέλης Σερντάρης, ο Σταύρος Τσιώλης συμβάλλουν στο είδος με ταινίες τους. «Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, το ελληνικό σινεμά συνέχισε να επιστρέφει στο νουάρ, συχνά με πιο πειραματικές ή σύγχρονες προσεγγίσεις». Νεότεροι σκηνοθέτες, όπως ο Γιώργος Καρυπίδης, ο Δημήτρης Σταύρακας, ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Γιάννης Οικονομίδης υπηρετούν το είδος με διάφορες ταινίες τους.

Στο τέταρτο κεφάλαιο «IV. Οι άρχοντες του σκότους. Οι μεγάλοι δημιουργοί του φιλμ νουάρ» (σσ. 201-244) «παρουσιάζονται είκοσι από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες –μεταξύ άλλων οι Fritz Lang, Orson Welles, Robert Siodmak, Alfred Hitchkock, John Huston, Billy Wilder, Otto Preminger, Robert Aldrich, Jean-Pierre Melville και οι αδελφοί Coen– που, με τις σκοτεινές τους παλέτες και τη διακριτική σκηνοθετική τους ματιά, διαμόρφωσαν και καθόρισαν το είδος». Αναφέρονται οι μεγάλοι δημιουργοί (20) του φιλμ νουάρ με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις επιρροές τους, τις θεματικές επιλογές και την εξέλιξή τους.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, τέλος, βρίσκεται «ο σκληρός πυρήνας του βιβλίου, «V. Τα Μαύρα μαργαριτάρια. Ανάλυση πενήντα νουάρ που λάμπουν στο σκοτάδι» (σσ. 245-356). «Πενήντα εμβληματικά νουάρ –από την πρώιμη περίοδο […], την κλασική εποχή […] μέχρι το νέο-νουάρ» […], που «αναλύονται διεξοδικά τόσο από αισθητική όσο και από θεματική σκοπιά». Αναλύονται πενήντα ταινίες που ο συγγραφέας θεωρεί ως πιο σημαντικές και ενδιαφέρουσες. Αναφέρονται οι αυθεντικοί τίτλοι τους και παράλληλα και οι ελληνικοί. Πέρα από την ιστορία της ταινίας, παρουσιάζεται ένα πλήθος πληροφοριών, όπως οι επιρροές της, οι προεκτάσεις της, η σκηνοθετική αντίληψη, οι ηθοποιοί, όλα τα αισθητικά στοιχεία και φυσικά δεν λείπει η κριτική ματιά του Ξανθάκη, που αιτιολογεί την επιλογή.

  1. VI. Επίλογος (σσ. 357-358)

Με τον επίλογο ο συγγραφέας καταλήγει σε κάποια γενικά συμπεράσματα σχετικά με το φιλμ νουάρ, δίνοντάς του πολύ ευρύτερες διαστάσεις από αυτήν ενός κινηματογραφικού είδους. Γράφει ο συγγραφέας: «Πρόκειται, ταυτόχρονα, για ένα σύνολο από σαγηνευτικά σκοτεινές και καλλιτεχνικά άρτιες ταινίες, αλλά και για μια διανοητική παράδοση που διαμόρφωσε νέους τρόπους θέασης, επαναπροσδιόρισε την έννοια του κινηματογραφικού είδους και λειτούργησε ως εργαλείο ιδεολογικής και αισθητικής ανάλυσης».

Κλείνω με τη φιλοδοξία του συγγραφέα, όπως διατυπώνεται στην Εισαγωγή του βιβλίου: «να αποτελέσει το βιβλίο αυτό ένα χρήσιμο εργαλείο και έναν ολοκληρωμένο οδηγό για κάθε λάτρη του κινηματογράφου, φοιτητή ή ερευνητή, που επιθυμεί να κατανοήσει σε βάθος τη φύση, την ιστορία και τη διαχρονική επίδραση ενός από τα πιο συναρπαστικά και ανθεκτικά είδη στην ιστορία του κινηματογράφου».

ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΙΑΣ

Φιλόλογος – π. Σύμβουλος Εκπαίδευσης

Δείτε και: 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *