
Κάννες 2026 | Απολογισμός των πρώτων προβολών
Συντάκτης: Γιώργος Σπανός
Το να βρίσκεσαι στις Κάννες σε αυτή την περίοδο του Φεστιβάλ, όπου 24 ώρες το 24ωρο ζεις και αναπνέεις σινεμά ανάμεσα σε ανθρώπους που κάνουν το ίδιο, είναι από μόνο του η μέγιστη απόλαυση που μπορεί να γευτεί ένας λάτρης της Έβδομης Τέχνης. Από εκεί και πέρα, έχοντας αφήσει να περάσουν οι πρώτες τρεις μέρες, δεν μπορώ παρά να πω ότι η αρχή του φετινού Φεστιβάλ από πλευράς ταινιών έχει αποδειχθεί πολύ χλιαρή.
Η καλύτερη ταινία που έχω δει ως τώρα στο Φεστιβάλ, η πιο πλήρης, και η οποία έχει ξεχωρίσει στις συνειδήσεις των κριτικών, είναι το πολύ όμορφο “Fatherland” του Pawlikowski. Κομψότατο, μελαγχολικό και αιθέριο, όπως αναμένεται από τον πολωνό σκηνοθέτη, απεικονίζει μια ερειπωμένη μεταπολεμική Γερμανία, μετέωρη ανάμεσα στο ναζιστικό παρελθόν και στο αβέβαιο μέλλον, ανάμεσα «στον Στάλιν και στον Μίκι Μάους». Η ταινία είναι αυστηρή και αυτοσυγκρατημένη, όπως ο γηραιός πρωταγωνιστής της, ο μεγάλος Thomas Mann -τη βαριά κληρονομιά του οποίου διεκδικούν όλες οι πλευρές στην πατρίδα του. Πραγματεύεται μαεστρικά με τρόπο οργανικό στη μικρή διάρκειά της μεγάλα θέματα, τη (μη-)πατρίδα και τον ξεριζωμό, το παρελθόν που παραμένει βαρύ και την αναζήτηση οράματος για έναν δρόμο μπροστά, τον ρόλο του καλλιτέχνη, αλλά και τον καλλιτέχνη ως άνθρωπο-πατέρα. Είναι πάντως δραματικά και συναισθηματικά πιο «μικρή» σε φιλοδοξία ταινία από τον «Ψυχρό Πόλεμο», που θεωρώ την καλύτερή του, με την έννοια ότι εκείνο το έργο κατάφερνε τα μόλις 85 λεπτά του να μοιάζουν επικά, αφηγούμενο έναν παθιασμένο καταδικασμένο έρωτα και παράλληλα, μέσα στην πολυετή διάρκειά του, συμπυκνώνοντας την ιστορική εξέλιξη όλου του διχασμού και την αβεβαιότητας των αρχικών δεκαετιών της Ψυχροπολεμικής Ευρώπης. Αδιαμφισβήτητα το “Fatherland” έχει κερδίσει απόλυτα την εκτίμηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των κριτικών εδώ στις Κάννες, δεν είμαι σίγουρος όμως ότι θα εμπνεύσει τον ενθουσιασμό που θα τo οδηγήσει στον Χρυσό Φοίνικα εντέλει. Πολύ πιθανό όμως να αποσπάσει κάποιο μικρότερο βραβείο.
Ταινία που δεν υπολόγιζα πολύ πριν το Φεστιβάλ ήταν το “La Vie d’une Femme” της Charline Bourgeois-Taquet. Ενεργητική και καλογραμμένη, η ταινία της Γαλλίδας είναι χωρισμένη σε σύντομα κεφάλαια που ακολουθούν τη ζωή μιας δυναμικής εργασιομανούς χειρουργού που προσπαθεί να διαχειριστεί τους πολλαπλούς ρόλους της ως γυναίκα (την απαιτητική δουλειά της, την ερωμένη της, τον άντρα της και τον γιο του, τη μητέρα της που πάσχει από Alzheimer), όταν, χωρίς να το περιμένει και ίδια, βρίσκεται σφόδρα ερωτευμένη με μια άλλη γυναίκα που τη φλερτάρει. Η «Ζωή μιας Γυναίκας» καταφέρνει να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον, σε κάποιες στιγμές να συγκινεί, και, σε μια συγκεκριμένη, αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη χορευτική περφόρμανς, ακόμα και να απογειώνει. Τα θέματα της ταυτότητας και του σώματος είναι σημαντικά στο έργο. Η Taquet, γράφοντας τον χαρακτήρα της πρωταγωνίστριάς της, όπως και των γύρω της, ανθρώπινο, με αρετές και ελαττώματα, καταφέρνει να κάνει μια ταινία απόλυτα φεμινιστική και ταυτόχρονα χωρίς διδακτικά κηρύγματα. Ξεχωρίζει η ερμηνεία της Lea Drucker στον ρόλο της πρωταγωνίστριας, και θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για το βραβείο της Καλύτερης Ηθοποιού.

Αντίθετα, με άφησε παγερά αδιάφορο το, εντελώς συγγενικό θεματικά, “Viva”, στην Εβδομάδα των Κριτικών, για μια γυναίκα που θέλει να ζήσει με πάθος μετά από μια περιπέτεια υγείας της.
Προσωπικά βρήκα άνευρο και αρκετά πληκτικό το “Nagi Notes” του Koji Fukada που άνοιξε το Διαγωνιστικό, ένα υπερβολικά συγκρατημένο και υποτονικό δράμα χωρίς ιδιαίτερο θεματικό πυρήνα, στο οποίο μια γυναίκα επισκέπτεται τη γλύπτρια αδερφή του πρώην άντρα της στο χωριό Nagi. Εκείνη ζει μόνη της και ακόμα σκέφτεται έναν παλιό ανεκπλήρωτο έρωτά της με μια γυναίκα, ενώ δυο έφηβα αγόρια του χωριού προσπαθούν να ζήσουν τον δικό τους. Όλα αυτά με τον ήσυχο ιαπωνικό τρόπο.
Παράξενη παρέκβαση από τα συνηθισμένα του θα χαρακτήριζα τη νέα ταινία “Parallel Tales” του Asghar Farhadi, εμφανώς έξω από τα νερά του στη Γαλλία, δουλειά που αν δεν γνώριζες ότι είναι δική του, δεν θα το υποπτευόσουν εύκολα. Πρέπει να είναι η πιο αδύναμη στιγμή στην καριέρα του, μια ιστορία αλληλεπίδρασης φαντασίας και πραγματικότητας, ίσως και μια απάντηση στην κατηγορία περί λογοκλοπής που αντιμετώπισε, που όμως η εκτέλεσή της, αν και κρατάει το ενδιαφέρον και περιλαμβάνει καλούς ηθοποιούς (Huppert, Efira, Cassel), είναι εντελώς μα εντελώς επιφανειακή, πράγμα τόσο ασυνήθιστο για τον μεγάλο Ιρανό.

Πολύ μέτριο ήταν και το “Butterfly Jam” του Kantemir Balagov, μια ιστορία ανόητου πληγωμένου ανδρικού εγωισμού που καταλήγει στη βία. Δεν είναι πολύ πειστικό από τη μέση και μετά, και δεν καταφέρνει να «δέσει» τα διάφορα επιμέρους στοιχεία του.
Από τις όμορφες ταινίες που είδα ήταν το animation “We are Aliens”, συγκινητικό animation μελόδραμα ιδωμένο από τις δύο διαφορετικές οπτικές δύο ευαίσθητων αγοριών που ήταν κολλητοί φίλοι στο δημοτικό, αλλά οι ζωές τους τράβηξαν πολύ διαφορετικές πορείες μετά από έναν τσακωμό, όταν ο ένας από τους δύο αρχίζει να δέχεται bullying στο σχολείο και ο άλλος να απομακρύνεται.
Χθες αναμέναμε όλοι με ενθουσιασμό το “Soudain” του Ryusuke Hamaguchi, που προέκυψε λίγο κατώτερο των προσδοκιών. Το κάλεσμά του σε μια πιο ανθρώπινη φροντίδα των ηλικιωμένων και των πασχόντων ώστε «να κάνουμε το αδύνατο δυνατό», η καταγγελία του στον καπιταλισμό που, προκειμένου να αυξήσει το περιθώριο κέρδους, αφήνει απ’ έξω τον άνθρωπο και τις φυσικές ανάγκες του, είναι βαθιά ευαίσθητα. Η επουλωτική δύναμη του θεάτρου και των βιωματικών δράσεων είναι και εδώ σε πρώτο πλάνο. Την ίδια στιγμή, όμως, η αχρείαστη τεράστια διάρκεια των σχεδόν τρεισήμισι ωρών, στην οποία μάλιστα υπάρχει μεγάλη επαναληπτικότητα και έμφαση σε διαδικαστικά, αλλά και η επεξηγηματικότητα των διαλόγων (που «τερματίζεται» σε μια σκηνή όπου οι δύο πρωταγωνίστριες αναλύουν την πολιτική φιλοσοφία τους σε έναν πίνακα με σχεδιαγράμματα!), σαφώς είναι επιβαρυντικοί παράγοντες που προβληματίζουν και τους πιο φανατικούς του σημαντικού ιάπωνα δημιουργού.

Τέλος, όσο νοσταλγική και γλυκιά κι αν ήθελε να γίνει (και ενίοτε ήταν) η πρώτη ταινία του αγαπητού John Travolta, “Propeller One-Way Night Coach”, εμπνευσμένη από το παιδικό πάθος του για τα αεροπλάνα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το πόσο άτεχνη βγήκε, με κακές ερμηνείες και με ένα εξαιρετικά αμήχανο voice-over να περιγράφει αυτά που έτσι κι αλλιώς βλέπαμε στην οθόνη. Τουλάχιστον ήταν όμορφο που ο ίδιος καταχειροκροτήθηκε και βραβεύτηκε με τιμητικό βραβείο.




