Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Η Λούσι, αποφασισμένη να επιτύχει στην επαγγελματική της καριέρα χωρίς να διακυβεύσει την ηθική της, ξεκινά ένα αδίστακτο παιχνίδι μονομαχίας ενάντια στον ψυχρό και ικανό εχθρό Τζόσουα, ένας ανταγωνισμός που περιπλέκεται όταν εκείνη αρχίζει να αναπτύσσει έλξη προς αυτόν.

Σκηνοθεσία:

Peter Hutchings

Κύριοι Ρόλοι:

Lucy Hale … Lucy Hutton

Austin Stowell … Joshua ‘Josh’ Templeman

Damon Daunno … Danny

Nicholas Baroudi … Patrick

Corbin Bernsen … Richard Bexley

Sakina Jaffrey … Helen

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Christina Mengert

Παραγωγή: Brice Dal Farra, Claude Dal Farra, Santosh Govindaraju, Brian Keady, Dan Reardon

Μουσική: Spencer David Hutchings

Φωτογραφία: Noah Greenberg

Μοντάζ: Jason Nicholson

Σκηνικά: Debbie DeVilla

Κοστούμια: Astrid Brucker

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Hating Game
  • Ελληνικός Τίτλος: Παιχνίδι Μίσους

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Hating Game της Sally Thorne.

Παραλειπόμενα

  • Το μπεστ-σέλερ του 2018 μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες, και θεωρείται από τα χαρακτηριστικά δείγματα του πρόσφατου ξεσπάσματος της rom-com λογοτεχνίας.
  • Αρχικός Τζόσουα ήταν ο Robbie Amell, αλλά το πρόγραμμα του τον εξανάγκασε σε αποχώρηση.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 9/9/2022

Η κομεντί προσπαθεί να γυρίσει στις ρίζες της, τότε που ήταν σπιρτόζα και με αιχμηρές ατάκες και πλάνα. Ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο ικανό να μιλήσει με βλέμματα, και να μοιάζουν πως εννοούν την κάθε τους λέξη. Ό,τι λοιπόν διαβάσατε ως τώρα στην κριτική… απλά διαγράψτε το. Ισχύουν μόνο για το πρώτο εικοσάλεπτο αυτής της αφόρητα κουραστικής ταινίας…

Είναι ένα σημείο αιχμής, που δεν μπορεί να μην το εντοπίσετε, μια και είναι τόσο κακογυρισμένο, που από μόνο του αλλάζει ρότα στη διάθεση του θεατή. Πρόκειται για ένα «αθώο» παιχνίδι paint-ball, που οριστικοποιεί τη λήξη κάθε «παιχνιδιού μίσους» που μας υπόσχονταν τόσο ο τίτλος, όσο και η έναρξη του φιλμ. Το εργασιακό rom-com πάει πλέον περίπατο, και έχουμε μια light εκδοχή του 50 Αποχρώσεις του Γκρι. Για την ακρίβεια το έχουμε αυτούσιο, απλά ξεχάστε την «τσόντα» (άστα να πάνε, δηλαδή…)!

Τη σκηνοθετική ερασιτεχνικότητα στην αρχή την αποδέχεσαι, μια και μυρίζει ανεξάρτητη αμερικανική κομεντί των 1990. Στη συνέχεια όμως είναι ακόμα ένας πρόσθετος λόγος που έπρεπε αυτό το «προϊόν» να καταλήξει σε τηλεταινία του Lifetime Channel, μια και το να προβάλλεται σε μεγάλη αίθουσα φαντάζει με ιδιοτροπία του δημιουργού της.

Κανένα φταίξιμο για αυτό το «τίποτα» στη  Lucy Hale και τον Austin Stowell. Αμφότεροι δείχνουν στα πρώτα λεπτά μια διάθεση να παράγουν αυτούς τους στάνταρ κομεντί χαρακτήρες που θα έλεγες πως δεν αποτυγχάνουν ποτέ. Ακολούθως είναι κι αυτοί μαζί με τον θεατή που πρέπει να ακολουθούν μια αλλοίωση των χαρακτήρων που πιστεύαμε ότι ερμήνευαν, για να τους ρίξουν σε μια σειρά παράδοξων αποφάσεων και ακατανόητων κρίσεων (κατά ανάγκη θα έλεγε κανείς, μπας και προκύψει ροή), ενώ την ίδια ώρα παρουσιάζονται και οι δύο ως οι «κύριοι τέλειοι» ενός σαπουνέ τηλερομάντζου. Κανένα φταίξιμο και στο υπόλοιπο καστ, που είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, δεν το καταλαβαίνει και κανείς, ακόμα κι αν τυπικά διαδραματίζουν ρόλο στην πλοκή.

Αλλά ξέρετε κάτι; Το «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα» δεν έχει βγει διόλου τυχαία. Το μπεστ-σέλερ που εδώ διασκευάζεται θεωρείται υπόδειγμα σύγχρονου rom-com, ενώ όσο κι αν θάβει δικαίως κανείς μια σαπουνόπερα, είναι άδικο να καταδικάζει αυτούς που επιλέγουν να τις βλέπουν. Άρα, εμείς τα είπαμε και αμαρτία ουδεμία από μέρους μας, αλλά εκεί έξω, ανάμεσα σας, δεν είναι ούτε φυσιολογικό ούτε καν θα θέλαμε να συμμερίζονται όλοι τις δικές μας απόψεις-γούστα πάνω σε όλα…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.