Η Σεσίλι, ο Ρέτζι και ο Γουίλφρεντ ζουν σε ένα σπίτι για συνταξιούχους τραγουδιστές της όπερας. Κάθε χρόνο, στις 10 Οκτωβρίου, παίρνουν μέρος σε μια συναυλία για να γιορτάσουν την επέτειο γέννησης του Βέρντι. Η Τζιν, που κάποτε ήταν παντρεμένη με τον Ρέτζι, καταφτάνει στο σπίτι και διαταράσσει την ισορροπία τους. Εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν ντίβα κι αρνείται να τραγουδήσει. Παρόλα αυτά, η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί…

Σκηνοθεσία:

Dustin Hoffman

Κύριοι Ρόλοι:

Maggie Smith … Jean Horton

Tom Courtenay … Reginald ‘Reggie’ Paget

Billy Connolly … Wilfred ‘Wilf’ Bond

Pauline Collins … Cecily ‘Cissy’ Robson

Michael Gambon … Cedric Livingstone

Gwyneth Jones … Anne Langley

Sheridan Smith … Δρ Lucy Cogan

Andrew Sachs … Bobby Swanson

Michael Byrne … Frank White

Jumayn Hunter … Joey

Luke Newberry … Simon

Sarah Crowden … Felicity Liddle

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ronald Harwood

Παραγωγή: Finola Dwyer, Stewart Mackinnon

Μουσική: Dario Marianelli

Φωτογραφία: John de Borman

Μοντάζ: Barney Pilling

Σκηνικά: Andrew McAlpine

Κοστούμια: Odile Dicks-Mireaux

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Quartet
  • Ελληνικός Τίτλος: Κουαρτέτο

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Quartet του Ronald Harwood.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Maggie Smith) σε κωμωδία/μιούζικαλ.

Παραλειπόμενα

  • Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Dustin Hoffman.
  • Αρχικά ήταν να παίξει ο Albert Finney, αλλά αποχώρησε λόγω κακής υγείας. Τον αντικατέστησε ο Peter O’Toole, αλλά κι αυτός έδωσε τη θέση του στον Billy Connolly.
  • Η πλοκή πλησιάζει πολύ με μιας ταινίας του Julien Duvivier από το 1939, το Λυκόφως της Δόξας (La Fin du Jour). Από την άλλη, ο Dustin Hoffman είχε δηλώσει πως δανείστηκε την έμπνευση του από ένα ντοκιμαντέρ του 1984, το Tosca’s Kiss, που αναφέρονταν σε ένα ίδρυμα παλαίμαχων της όπερας που είχε εκκινήσει ο Giuseppe Verdi).

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Αρκετοί από το βοηθητικό καστ είναι επαγγελματίες μουσικοί, και μάλιστα διάσημων ορχηστρών.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 10/4/2013

Μια εξοχική έπαυλη κοντά στο Λονδίνο λειτουργεί ως πολυτελές ΚΑΠΗ για απόμαχους μουσικούς της κλασικής και ιδιαίτερα για τραγουδιστές της όπερας, με τα πιάνα, τα πνευστά και τα έγχορδα τους πάντα σε καθημερινή χρήση. Ο τενόρος Ρέτζι αναστατώνεται όταν βλέπει ότι έρχεται να διαμείνει η παλιά του αγάπη, μια μεγάλη ντίβα που τον εγκατέλειψε τότε στις δόξες τους, μετά από λίγες ώρες γάμου, επειδή μια επαγγελματική πρόταση που ενέσκηψε ξαφνικά, της φάνηκε σημαντικότερη από τη σχέση τους, κάτι που κράτησε με πικρία για πάντα ο Ρέτζι χωρίς να ξέρει ότι και η ίδια πάσχει για αυτό, παρά το ότι η ίδια έκανε στη συνέχεια κι άλλους γάμους, μάλλον στα πλαίσια της καριέρας της. Στο ίδρυμα ετοιμάζονται για ένα μουσικό γκαλά και η παρεούλα του Ρέτζι προσπαθεί να την πείσει να επαναλάβουν έναν παλιό τους θρίαμβο, όταν οι τέσσερεις τους είχαν τραγουδήσει ένα φωνητικό κουαρτέτο, το «Bella Figlia dell’Amore» από το «Ριγκολέτο» του Βέρντι, ενώ ταυτόχρονα οι δυο τους προσπαθούν να ξαναπλησιάσουν ο ένας τον άλλον.

Μπορεί το θεατρικό του Ρόναλντ Χάργουντ, που έγραψε και το σενάριο, να λειτουργεί σωστά στο σανίδι, όμως στην κινηματογραφική μεταφορά, οι πραγματολογικές αυθαιρεσίες (τα οικονομικά του ιδρύματος, ο τρόπος που λειτουργεί, η έλλειψη επισκεπτών κ.α.) και ακόμη πιο πολύ η ισχνή, ισχνότατη πλοκή που κάνουν (ως έναν βαθμό) τις ατάκες να είναι περισσότερο σκέτες ατάκες κι όχι βήματα που οδηγούν σε δραματικές κορυφώσεις, κάνουν εντέλει το φιλμ να μοιάζει με σκιτσάκι μπροστά στο παρόμοιας σύλληψης Εξωτικό Ξενοδοχείο Μάριγκολντ που σαφώς έχει πιο μεστή δραματική υφή.

Παρόλα αυτά, η πρώτη ολοκληρωμένη σκηνοθετική απόπειρα του 75χρονου Ντάστιν Χόφμαν ξεχειλίζει από μια αγάπη και τρυφερότητα για τους ήρωές του που περνάει στο πανί και βέβαια τα ιερά τέρατα του αγγλικού θεάτρου και κινηματογράφου Μάγκι Σμιθ και Τομ Κόρτνεϊ («έγραψε» με τον Άλμπερτ Φίνεϊ στον Αμπιγιέρ του 1983, πάλι μεταφορά έργου του Χάργουντ) κεντάνε με την απλότητα κι αποτελεσματικότητα που χαρακτηρίζει τους παλιούς. Μαζί τους σιγοντάρουν έξοχα και ο σκοτσέζος Μπίλι Κόνoλι (Η Μεγαλειότατη Κυρία Μπράουν), όπως και η Πολίν Κόλινς που οι Βρετανοί αγάπησαν ως Σάρα στην καθοριστική (για όλα τα τύπου «Downton Abbey») σειρά «Upstairs Downstairs» της εποχής 1971-1973. Δεν λείπει και ο Μάικλ Γκάμπον, ως οικότροφος που του αρέσει να παριστάνει τον μάνατζερ.

Εντέλει, είναι μια γλυκιά, ειλικρινής ταινία από έναν αμερικανό ηθοποιό που χωρίς αρτίστικες φιλοδοξίες, δίνει τον λόγο κι αφουγκράζεται συνάδελφους της γενιάς του. Σημειωτέον, ότι πολλοί δεύτεροι χαρακτήρες είναι όντως παλαίμαχοι της όπερας, όπως η μεγάλη σοπράνο Γκουίνεθ Τζόουνς.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 31/10/2013

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Dustin Hoffman αποτελεί πια γεγονός. Ο Hoffman, στα 75 του, μας δίνει μια απ’ τις πιο αστείες και τρυφερές ταινίες της χρονιάς που μας πέρασε. Βασισμένο σε θεατρικό του Ronald Harwood, το Κουαρτέτο εκτυλίσσεται μέσα σε έναν οίκο ευγηρίας για μουσικούς της Όπερας. Το πάθος των ηλικιωμένων αυτών καλλιτεχνών, για τη ζωή και την τέχνη, δεν σβήνει ποτέ και το σπίτι των μουσικών είναι γεμάτο μελωδίες φωνών και οργάνων, όλες τις στιγμές της ημέρας. Οι ντίβες παραμένουν ντίβες, οι “ψωνισμένοι” παραμένουν “ψωνισμένοι” αλλά από όλους ξεχειλίζει η αγάπη για την τέχνη τους, οι οποία τους κρατά ακόμα ζωντανούς και ευτυχισμένους.

Ευδιάκριτη είναι και η αγάπη του σκηνοθέτη, για όλους τους ήρωες του και πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε όταν έχεις να κάνεις με έναν μεγάλο ηθοποιό, που κοντεύει την 8η δεκαετία της ζωής του. Ακόμα και οι πιο δύστροποι από αυτούς παρουσιάζονται με αρκετά χιουμοριστικό τρόπο από τον Hoffman, κερδίζοντας έτσι τη συμπάθειά μας.

Αν κάτι λείπει από το Κουαρτέτο, είναι ίσως το δέσιμο του σεναρίου, το οποίο θα μας οδηγούσε σε μια μεγαλύτερη δραματουργική κορύφωση, όπως συνέβη με το, γυρισμένο την ίδια χρονιά, Εξωτικό Ξενοδοχείο Μάριγκολντ. Οι ατάκες είναι αστείες, έξυπνες και ποτέ άτοπες αλλά υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι παρακολουθείς σκετσάκια, ευχάριστα μεν, χωρίς να οδηγούν κάπου δε. Απ’ την άλλη, ακόμα και με αυτόν τον τρόπο, το Κουαρτέτο επιλέγει να κινηθεί ξεκάθαρα στην πλευρά της κωμωδίας, δίνοντας έτσι έναν ισχυρό τόνο αισιοδοξίας για την τρίτη ηλικία.

Σε ότι έχει να κάνει με το cast, νομίζω ότι το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο χαρακτήρων είναι εξαιρετικό. Ο ασυγκράτητα χιουμορίστας Billy Conolly, ο μελαγχολικός Tom Courtenay, η ντίβα Maggie Smith και η αστεία και μελαγχολική ,ταυτόχρονα, Pauline Collins, μοιάζουν ιδανικοί στους ρόλους τους και η χημεία μεταξύ τους, είναι φανερή.

Με λίγα λόγια: αστείο και τρυφερό, το Κουαρτέτο προσφέρεται για όσους έχουν κουραστεί από όλες αυτές τις ταινίες που ξεκινούν ως κωμωδίες, για να καταλήξουν σε ένα μελοδραματικό μάθημα ζωής. Όχι. Το Κουαρτέτο προτιμά να είναι κωμωδία ως το τέλος, χωρίς δραματικές κορυφώσεις.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.