Ένα ζευγάρι, η Μητέρα κι Εκείνος, ζει ήρεμο κι ευτυχισμένο στο απομονωμένο, τεράστιο σπίτι του μέχρι τη στιγμή που απρόσκλητοι και παράξενοι επισκέπτες, ένας άντρας και μια γυναίκα, κάνουν αναπάντεχα την εμφάνισή τους και ο εφιάλτης ξεκινά.

Σκηνοθεσία:

Darren Aronofsky

Κύριοι Ρόλοι:

Jennifer Lawrence … η μητέρα

Javier Bardem … Αυτός

Ed Harris … ο άντρας

Michelle Pfeiffer … η γυναίκα

Domhnall Gleeson … ο μεγάλος αδελφός

Brian Gleeson … ο νεότερος αδελφός

Kristen Wiig … η αγγελιοφόρος

Jovan Adepo … ο οινοχόος

Stephen McHattie … ο ζηλωτής

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Darren Aronofsky

Παραγωγή: Scott Franklin, Ari Handel

Φωτογραφία: Matthew Libatique

Μοντάζ: Andrew Weisblum

Σκηνικά: Philip Messina

Κοστούμια: Danny Glicker

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mother!

Ελληνικός Τίτλος: Μητέρα!

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Η Michelle Pfeiffer παραδέχτηκε ότι δεν κατάλαβε το σενάριο την πρώτη φορά που το διάβασε. Το περιέγραψε ως «εσωτερικό». Αλλά η ηθοποιός αφοσιώθηκε στα γυρίσματα, αφού ενθουσιάστηκε με τον χαρακτήρα που ερμήνευε.
  • Η Jennifer Lawrence απέρριψε άλλη ταινία που είχε κλείσει, για να παίξει εδώ. Κατά τα γυρίσματα, άρχισε να βγαίνει ραντεβού με τον Darren Aronofsky.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινία του Aronofsky χωρίς τον συνθέτη Clint Mansell.
  • Το φιλμ αρχικά είχε μουσική γραμμένη από τον Johann Johannsson, αλλά όταν είδαν ένα πρώτο μοντάζ, τόσο αυτός, όσο κι ο σκηνοθέτης συμφώνησαν ότι η ταινία δεν χρειάζεται τη μουσική. Εντέλει, αυτή ενσωματώθηκε στην ηχοληψία, στους θορύβους που ακούγονται στο σπίτι.
  • Στους τίτλους τέλους, η Patti Smith τραγουδάει α καπέλα το The End of the World της Skeeter Davis.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 19/10/2017

Ο Θεός και Δημιουργός (Χαβιέ Μπαρδέμ) είναι ποιητής που αναζητά έμπνευση, και συζεί με τη μητέρα (Τζένιφερ Λόρενς), η οποία έδωσε ζωή και πνοή στο σπίτι-κήπο της Εδέμ, το οποίο κάποτε κάηκε από μεγάλη πυρκαγιά. Ζουν μαζί αρμονικά, μέχρι που τους επισκέπτεται ο άνθρωπος, στον οποίο ο φιλεύσπλαχνος Θεός δίνει στέγη. Με έλλειψη πίστης και σεβασμού, ο -πρωτόπλαστος- άνθρωπος εισβάλλει στον χώρο της μητέρας, ταράζοντας την πλήρως συνεκτική σχέση της με το σπίτι.

Το παραπάνω δεν είναι παρά μια περίληψη της πλοκής της ταινίας, και όχι κάποια προσπάθεια σύντομης ανάλυσής της. Ο Ντάρεν Αρονόφσκι αφορμάται από τη Βίβλο, μα καταφέρνει να μιλήσει διαχρονικά και πανανθρώπινα, με ένα έργο του οποίου η κάθε γωνιά (κινηματογραφικά και μεταφορικά) επιδέχεται πλήθος ερμηνειών. Το τελευταίο πόνημά του ενέχει την κυριολεκτική έννοια της λέξης, καθότι πρόκειται για μια στιγμιαία, μα συγχρόνως και βασανιστικά ατελείωτη κραυγή πόνου. Ένα πολύ πικρό σφηνάκι, άψογα κατασκευασμένο, με εξαίρετη τόλμη, προβοκατόρικη διάθεση και καλλιτεχνική εντιμότητα.

Αρχικά, ο Αρονόφσκι πρωτοπορεί με ιδιαίτερα ανατρεπτικό τρόπο στη σεναριακή του φόρμα, τοποθετώντας στο πρώτο επίπεδο τη βιβλική αλληγορία, αντί μιας συμβατικότερης αφήγησης που θα καθοδηγούσε τον θεατή προς αυτήν, όπως είναι το σύνηθες. Το δύσκολο στην επιλογή του αυτή είναι η διαχείριση του βάθους του έργου, η οποία πρέπει να είναι αυστηρή προέκταση της αλληγορίας που βρίσκεται στην επιφάνεια, αλλά και να την υπερβαίνει επαρκώς διεισδυτικά, ώστε να γεννά διαλλακτική, εξελίσσοντας παράλληλα τους συμβολικά σχηματικούς χαρακτήρες του ως μέλη της αλληγορίας, ώστε να αποφεύγει τη δραματουργική στατικότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα απαιτητικό και δύσβατο κινηματογραφικό θαύμα, γεμάτο εκπλήξεις και αγκάθια.

Δομικά, το «Μητέρα!» εκπέμπει δικάναλο σήμα, εφόσον αποτελεί έναν αριστουργηματικό συνδυασμό βιωματικού και εγκεφαλικού σινεμά. Ο Αρονόφσκι εδώ κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα («Μαύρος Κύκνος», «Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο», «π»), δηλαδή να επιτυγχάνει ψυχογραφικές διεισδύσεις πρωτοφανούς βάθους σε χαρακτήρες που υποφέρουν, χρησιμοποιώντας μηχανισμούς σουρεαλισμού και ψυχολογικού τρόμου (κατά βάση έμμεσου foreshadowing), ως οχήματα ανάλυσης του υποσυνειδήτου, μέσω των οποίων επιδιώκει να μεταφέρει ατόφια στον θεατή τη βιωματική εμπειρία του πόνου τους. Ο μητρικός πόνος είναι το επίκεντρο εδώ, με τα ένστικτα, τις ευαισθησίες και τους φόβους που τον συνοδεύουν. Η μητέρα (ως μητέρα-φύση ή βιβλικά η Παναγία) γεννά ζωή, και ο Αρονόφσκι μέσα από τον πόνο της, αποδίδει αριστοτεχνικά και τον ρόλο της στη συνέχιση της ανθρωπότητας. Ανανεώνει τη ζωή και συνεπώς έμμεσα νικάει τον τελεσίδικο θάνατο, δηλαδή τον αφανισμό του ανθρώπου ως ύπαρξη. Η μητέρα μόνο δίνει, υπομένει γενναιόδωρα, και ποτέ δεν αρκεί. Ως γυναίκα είναι εύθραυστη, μα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις του ισχυρότερου ανδρικού φύλου. Κλονίζεται με τη σταδιακή εισβολή του αδηφάγου ανθρώπου μέσα στο σπίτι, τη φωλιά που η ίδια έχτισε, όπου εγκυμονεί καλλιεργώντας τη νέα ζωή. Πρόκειται για έναν μεταφορικό, μετα-φυσικό κλονισμό, που η Τζένιφερ Λόρενς αποδίδει με περίσσεια εκφραστικότητα και άψογη ερμηνευτική κλιμάκωση.

Παράλληλα με το ψυχο-βιωματικό στοιχείο που σαφώς κατέχει ο Αρονόφσκι, με τη μητέρα να υποφέρει στο επίκεντρο, στήνει κι ένα μαγευτικό ψηφιδωτό-δοκίμιο από συμβολισμούς (το δεύτερο «κανάλι»), με τους οποίους γεμίζει πάντα έντεχνα το υπόλοιπο κάδρο του. Ξεκινάει διακριτικά, μέχρι που ο έλεγχος σταδιακά χάνεται και δίνει τη θέση του στην απόλυτη σύγχυση. Από εκεί και μετά, δεν χάνει την ευκαιρία να πλημμυρίζει κάθε σεκάνς με παράφωνη ένταση και σύμβολα, παραβάλλοντας τον τρόπο που ο υπέρμετρος όγκος πληροφορίας συγχύζει και μαραζώνει τον άνθρωπο, θολώνοντας την κρίση του και δημιουργώντας αυξανόμενες υλιστικές ανάγκες που βαραίνουν το περιβάλλον του (το σπίτι που του παρέχει η φύση). Αναφέρεται στην ίδια την τέχνη, στη διαδικασία της δημιουργίας ως γέννηση, στη σχέση του δημιουργού με το αντικείμενο-προϊόν δημιουργίας. Ο Θεός, ως Δημιουργός, ενέχει το ανθρώπινο στοιχείο της έπαρσης, στοιχείο που αν και μπορεί να ερμηνευτεί ως αναντίστοιχο, εναρμονίζεται καθρεφτιζόμενο στην ατέλεια της ανθρώπινης φύσης ως δημιούργημά Του. Όμως, το έργο, παρ` ότι θέλει να συγκλονίσει και να αφυπνίσει σε κοινωνικό, οικολογικό και υπαρξιακό επίπεδο μέσω της κατάληξης στον (πρόωρο) θάνατο, κλείνει με την Αναγέννηση, την Αναδημιουργία μετά την καταστροφή, τον κύκλο της ιστορίας που επαναλαμβάνεται λίγο διαφορετικά, ώστε πάντα να ανακυκλώνεται η ζωή. Ο Θεός δεν «μετανοεί», αλλά χρησιμοποιεί τον πάντα γόνιμο καρπό που η φύση, ως αυτούσιο θεϊκό δημιούργημα, φέρει διαχρονικά μέσα της, ώστε να πλάσει εκ νέου από το μηδέν τον επόμενο τέλεια ατελή άνθρωπο.

Η έντεχνα εναρμονισμένη αμετροέπεια του «Μητέρα!» έγκειται στο ότι ο Αρονόφσκι επιλέγει να μιλήσει με γνώριμους όρους (τεχνικά άρτια, σωστά δομημένα πλάνα σε κατανοητή κινηματογραφική γλώσσα), με τη χρήση αντισυμβατικών σεναριακών μεθόδων. Το έργο ενέχει στοιχεία που ο θεατής αντιλαμβάνεται αρμονικά, σε συνδυασμό με άλλα που αισθητικά φαντάζουν παράταιρα, με σκοπό τη δημιουργία μιας άβολης και προφανώς εκτός ρεαλιστικών πλαισίων έντασης που μετατρέπεται σταδιακά σε άμεσο ψυχολογικό πόλεμο και καθιστά τη θέαση επώδυνη εμπειρία. Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο Αρονόφσκι και το πετυχαίνει πανηγυρικά. Όντας ένας αισθητικός και εγκεφαλικός οργασμός την ίδια στιγμή (με την εσκεμμένη αλληλεπίδραση των δύο αυτών πτυχών), αν το Μητέρα! δεν δίχαζε τους πάντες, σαφώς δεν θα ήταν το ίδιο μεγαλειώδες.

Βαθμολογία:

Κριτικός Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 14/10/2017

Ο Darren Aronofsky επιστρέφει, μετά από την ακριβή μπλοκμπαστερική παραγωγή του «Νόε» σε ένα φιλμ πιο μικρό, προσωπικό κι εσωστρεφές, όχι όμως χωρίς ψηλές φιλοδοξίες. Το «Mother!» λαμβάνει χώρα σχεδόν εξολοκλήρου εντός των τεσσάρων τοίχων ενός απομονωμένου σπιτιού, μα αυτό δεν το περιορίζει στην απλότητα μιας ταινίας δωματίου, αφού οι νοηματικές του εξερευνήσεις επεκτείνονται (πολύ) πέρα από το κατώφλι του σπιτιού, για να φτάσουν μέχρι και στην ίδια τη… δημιουργία του σύμπαντος! Το θαυμαστικό στον τίτλο του άλλωστε υπονοεί αυτήν ακριβώς την υπέρβαση, τη βαριά νοηματοδότηση κάθε μικρότερου ή μεγαλύτερου στοιχείου της ιστορίας.

Επίσης, ανακοινώνει εξαρχής τον κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Παρόλο που λόγω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, ο μέσος θεατής δεν διευκολύνεται να διακρίνει αυτήν την ειρωνικά χιουμοριστική πλευρά του φιλμ, ο Aronofsky μοιάζει μάλλον να σπάει πλάκα με τη δημιουργία του, εις βάρος του απροστάτευτου θεατή που θα βρεθεί θύμα της φάρσας. Το κυρίαρχο στοιχείο στο «Mother!» είναι ο σουρεαλισμός του, είναι πως όλα φαντάζουν τόσο τραβηγμένα που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε καθαρόαιμο εφιάλτη και σε ξέφρενη κωμωδία -φανταστείτε το «Πάρτι» αμπαλαρισμένο ως μια ψυχολογικά βάναυση φιλοσοφική αλληγορία! Κάθε λεπτό είναι ασφυκτικά και -για τους ίδιους λόγους- σχεδόν ξεκαρδιστικά σουρεάλ, ένας ανελέητος όσο και διασκεδαστικότατος ψυχολογικός πόλεμος.

Αποπνικτικά προσκολλημένη στο πρόσωπο της Jennifer Lawrence, η κάμερα μάς παρασέρνει σε μια παρέλαση συμβόλων και ιδεών, ξεκινώντας από κοινές αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον υλισμό της σημερινής κοινωνίας και καταλήγοντας σε θρησκευτικά και κοσμογονικά αρχέτυπα. Αν και το φιλμ είναι χτισμένο πάνω σε μια συγκεκριμένη βιβλική -κυρίως- σημειολογία, παραμένει τόσο ανοιχτό σε υποκειμενικές ερμηνείες ώστε η απλή παρατήρηση όλης της έκτασης των πιθανών εξηγήσεων είναι εξίσου απολαυστική με την αναζήτηση των προσωπικά ικανοποιητικών ερμηνειών. Έτσι, το φιλμ μπορεί να μην είναι διόλου εύπεπτο, αλλά βελτιώνεται αναμφίβολα κατά τη χώνεψη, αποτελώντας ένα αξιοπρόσεκτο σινεφιλικό παζλ, όσο και μια ιδιαίτερη, ενοχλητική και ταυτοχρόνως διασκεδαστική εμπειρία. Σίγουρα πάντως δεν είναι για μαμάδες.

Βαθμολογία:

Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.