
Η Ντάνι κι ο Κρίστιαν, ένα νεαρό ζευγάρι από τις ΗΠΑ, ταξιδεύουν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Σουηδίας, για να γίνουν μάρτυρες ενός καλοκαιρινού φεστιβάλ που γίνεται μονάχα μία φορά στα 90 χρόνια. Με την άφιξη τους στον χώρο, το ταξίδι μετατρέπεται σε μια εφιαλτική παραίσθηση, όταν τους προσφέρουν και πίνουν ένα τελετουργικό υγρό. Ακόμα χειρότερα, η βία έρχεται στο προσκήνιο, και αυτοί που αρχικά έμοιαζαν με γραφικοί φεστιβαλιστές, αποκαλύπτονται πως αποτελούν τα μέλη μιας παγανιστικής σέκτας.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Florence Pugh … Dani Ardor
Jack Reynor … Christian Hughes
William Jackson Harper … Josh
Vilhelm Blomgren … Pelle
Will Poulter … Mark
Ellora Torchia … Connie
Archie Madekwe … Simon
Liv Mjones … Ulla
Anna Astrom … Karin
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Ari Aster
Παραγωγή: Patrik Andersson, Lars Knudsen
Μουσική: The Haxan Cloak
Φωτογραφία: Pawel Pogorzelski
Μοντάζ: Lucian Johnston
Σκηνικά: Henrik Svensson
Κοστούμια: Andrea Flesch
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Midsommar
- Ελληνικός Τίτλος: Μεσοκαλόκαιρο
Παραλειπόμενα
- Σύμφωνα με τον Ari Aster, αυτή είναι η πρώτη του ταινία τρόμου, μια και το Η Διαδοχή περιγράφεται από αυτόν ως οικογενειακό δράμα.
- Ο Aster εμπνεύστηκε το στόρι από έναν δικό του δύσκολο χωρισμό, και πάνω σε αυτό έχτισε την υπόλοιπη πλοκή. Αρχικά όμως η πρόταση που του είχε γίνει ήταν για μια ταινία σλάσερ, κάτι που ο δημιουργός δεν ένιωθε ότι τον εξέφραζε. Ως επιρροή του μάλιστα κατονόμασε την κομεντί Modern Romance (1981) του Albert Brooks.
- Το φιλμ δεν είναι γυρισμένο στη Σουηδία (ακόμα κι αν είναι η συμπαραγωγός χώρα), αλλά κοντά στη Βουδαπέστη, κυρίως για οικονομικούς λόγους αλλά κι επειδή στη Σουηδία απαγορεύονται γυρίσματα άνω των 8 ωρών την ημέρα. Κάποια λίγα όμως γυρίσματα έγιναν και στις ΗΠΑ.
- Τα γυρίσματα σημαδεύτηκαν από τις υψηλές θερμοκρασίες, τις σφήκες της περιοχής και τις διαφορετικές γλώσσες σε καστ και επιτελείο.
- Η σφύρα που χρησιμοποιήθηκε για τη γεροκτονία ήταν αντίγραφο από μία που υπάρχει σε μουσείο της Σουηδίας.
- Η A24 έβγαλε το 2020 σε δημοπρασία αντικείμενα ταινιών της, με τα έσοδα να πηγαίνουν υπέρ της καταπολέμησης της πανδημίας του COVID-19. Αυτό που ξεχώρισε και πουλήθηκε με 65 χιλιάδες δολάρια ήταν το φόρεμα από μετάξι και λουλούδια που φοράει στην ταινία η Florence Pugh. Και ο αγοραστής του ήταν το μουσείο της ακαδημίας που είναι υπεύθυνη για τα Όσκαρ.
- Η επιτροπή αξιολόγησης των ΗΠΑ είχε ενδοιασμούς πάνω στο αν θα χαρακτήριζε ως NC-17 ή R το φιλμ, κάτι που λύθηκε από τον σκηνοθέτη που προχώρησε σε αρκετές περικοπές των πολλών γυμνών πλάνων.
- Με 9 μόνο εκατομμύρια δολάρια κόστος, το φιλμ πέτυχε εισπράξεις των 48.
- Μέσα στην ίδια χρονιά με την πρεμιέρα, εμφανίστηκε σε προβολή στη Νέα Υόρκη το director’s cut, διάρκειας 171 λεπτών. Ακολούθησε η ενσωμάτωση του στην Apple TV.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Ο Bobby Krlic (γνωστότερος ως The Haxan Cloak) δανείστηκε στοιχεία από τη νορβηγική φολκ μουσική.
Κριτικός: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur
Έκδοση Κειμένου: 22/8/2019
Μόλις πέρυσι έκανε ο Ari Aster («Η Διαδοχή») την εμφάνισή του στο κινηματογραφικό προσκήνιο και, ήδη, με δύο ταινίες στο βιογραφικό του, έχει όχι απλώς συζητηθεί έντονα, αλλά και συνθέσει το προφίλ ενός ικανότατου δημιουργού με διακριτή προσωπική ταυτότητα. Η τεχνικά μελετημένη σκηνοθεσία του, η οπτική του εφευρετικότητα και οι θεματικές που διατρέχουν τη φιλμογραφία του ήδη από την πρώτη μικρού μήκους του («The Strange Thing About The Johnsons») επανέρχονται και αποδεικνύουν έναν καλλιτεχνικά συνειδητοποιημένο δημιουργό.
Εμφανές θεματικό μοτίβο στις δουλειές του είναι η -μεταφορική ή μη- οικογένεια και πιο συγκεκριμένα η διάλυσή της. Αυτή πραγματοποιείται με τρόπους επώδυνους και κοινωνικά απαγορευμένους, από σεξουαλικά ταμπού και οιδιπόδεια συμπλέγματα μέχρι οικογενειακούς θανάτους που έχουν προκληθεί -άλλοτε κατά λάθος κι άλλοτε εσκεμμένα- από έτερα οικογενειακά μέλη. Το αποτέλεσμα είναι καταστάσεις που δοκιμάζουν τη συνείδηση, τα συναισθήματα και τη λογική των πρωταγωνιστών του, ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ανάγκη (και αδυναμία) τους να ανήκουν σε μια ομάδα (οικογένεια-παρέα-κοινότητα) οδηγώντας τους, εννοείται, στα άκρα.
Ας είμαστε ξεκάθαροι. Δεν ανατρέχω τυχαία στο ευρύτερο έργο του Aster. Το «Μεσοκαλόκαιρο» και η «Διαδοχή» έχουν τόσα θεματικά κοινά που αποτελούν, ουσιαστικά, την ίδια ταινία, απλώς μεταμφιεσμένη εδώ ως… το «Καταραμένο Σκιάχτρο» του Robin Hardy. Οι ομοιότητες με την κλασική ταινία του ’73 όμως εξαντλούνται στο πρώτο επίπεδο αφήγησης και εικονοκλασίας. Κάτω απ’ την επιφάνεια, οι απόηχοι της «Διαδοχής» είναι τόσο αισθητοί που κάνουν αδύνατη την ανεξάρτητη κρίση του φιλμ. Η οικογενειακή απώλεια και το κατοπινό πένθος, η αποδόμηση του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος των κεντρικών χαρακτήρων και το εξωτερικό «κακό» ως μια κινηματογραφική εξωτερίκευση των εσωτερικών δεινών τους αποτελούν κοινή αφηγηματική διάλεκτο των δύο ταινιών.
Μία διαφορά είναι πως εδώ το πένθος για την οικογενειακή απώλεια δεν στοιχειώνει άμεσα την ψυχολογία της ηρωίδας (μια συγκλονιστική Florence Pugh), όπως στο προηγούμενο φιλμ, παρά αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η ιστορία μιας δυσλειτουργικής σχέσης, η οποία είναι και το κεντρικό ψυχολογικό διακύβευμα. Η αληθινά σημαντική διαφορά όμως είναι πως εδώ όλα τα «ανακυκλώμενα» στοιχεία απλώς λειτουργούν καλύτερα. Το «Μεσοκαλόκαιρο» είναι, τελικά, μια πιο απλή και (γι’ αυτό) πιο ολοκληρωμένη βερζιόν της «Διαδοχής», με όλη την αφηγηματική συνοχή που έλειπε από εκείνη. Ακόμα και το σχεδόν… κόπι-πέιστ φινάλε που εκεί φάνταζε μάλλον άτολμο κι επιφανειακό, εδώ αποδεικνύεται μια ουσιώδης κι οργανική κατάληξη, παρόλο που η επεξηγηματικότητά της μπορεί εύλογα να θεωρηθεί περιττή. Το πιο αξιέπαινο επίτευγμα του φιλμ είναι πως η αφήγησή του παραμένει ως τέλους ανθρωποκεντρική, ο τρόμος του (παρά τα βίαια ξεσπάσματα) σταθερά ψυχολογικός και το «έξω» ένας μόνιμος καθρέφτης του «μέσα».
Ο Aster μας βυθίζει σε έναν κόσμο βορειοευρωπαϊκών παραδόσεων και παγανιστικών τελετών, όπου το τραγούδι, ο χορός, τα πολύχρωμα λουλούδια και… ο χιπισμός είναι πιασμένα χέρι-χέρι με τον φρικτό θάνατο και τον κινηματογραφικό εφιάλτη. Ο ρυθμός είναι νωχελικός και το ύφος «ambient» (βασισμένο στην ατμόσφαιρα), θυσιάζοντας την αυστηρή αφήγηση για χάρη μιας πιο μυσταγωγικής, υπνωτιστικής εμπειρίας. Σκηνές καθαρόαιμου τρόμου με την κλασική έννοια δεν υφίστανται, όμως τα ηλιόλουστα λιβάδια της σουηδικής εξοχής κρύβουν πραγματικά ενοχλητικές εικόνες. Εδώ, οφείλουμε να εγκωμιάσουμε θριαμβικά τον Aster για την προσοχή του στην οπτική λεπτομέρεια, «πειράζοντας» διακριτικά και ύπουλα τα πλάνα του για να αναπαράξει την επίδραση των ψυχοτρόπων μανιταριών με την ίδια λεπτότητα που «έκρυβε» στο σκοτάδι τις τρομακτικές εικόνες της «Διαδοχής». Πρόκειται για μια εξαιρετικά αποτελεσματική και καίρια σκηνοθετική άποψη, που μπολιάζει την κινηματογραφική θέαση με αξιοπρόσεκτο οπτικό ενδιαφέρον και στοιχεία υπερβατικής αισθητηριακής εμπειρίας.
Ταυτόχρονα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και τα σημεία στα οποία η δημιουργική προσέγγιση του Aster προδίδει πως μιλάμε πάντα για έναν δημιουργό στη μόλις δεύτερη ταινία του και, συνεπώς, όχι σε πλήρη δημιουργική ωριμότητα. Αυτό γίνεται ατυχώς αισθητό στην απεικόνιση της βίας, όπου, σε διαμετρική αντίθεση με τα παραπάνω, η αίσθηση του μέτρου και της λεπτότητας φαντάζει τρανταχτά απούσα. Παρά την θεωρητικά εύστοχη χρήση πρακτικών εφέ, η ολοκάθαρη και υπερβολικά ορατή σε σημείο χαχανητού βία -συχνά σε αυτάρεσκα κοντινά ή και slow-motion πλάνα- δυστυχώς λειτουργεί σε βάρος του φιλμ, ξεφουσκώνοντας την αφηγηματική ένταση. Αντίστοιχα και ορισμένες σκηνές που αφιερώνονται στους δεύτερους χαρακτήρες των William Jackson Harper και Will Poulter, οι οποίες μας αποσπούν άστοχα από την υποκειμενική οπτική του κεντρικού ζευγαριού, έχοντας το ίδιο αποτέλεσμα για το φιλμ.
Όπως είπαμε, όμως, ο τρόμος του «Μεσοκαλόκαιρου» δεν προέρχεται από τα κρανία που συνθλίβονται, τις φιγούρες που παραμορφώνονται από τις ψυχοτρόπους ουσίες και τα φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν τα όνειρα της πρωταγωνίστριας. Ο Ari Aster εντοπίζει τον απόλυτο τρόμο στην απουσία της επικοινωνίας, στην απώλεια της αγάπης και, πάνω απ’ όλα, στο αληθινά τρομακτικό αίσθημα του να μην ανήκεις πουθενά. Κι αν υπάρχει κάτι που χρειάζεται να κατανοήσει ο σύγχρονος κινηματογράφος τρόμου είναι πως αυτά ακριβώς είναι τα πιο τρομακτικά φαντάσματα. Ari, αναμένουμε με ενδιαφέρον το τρίτο χτύπημα.
Βαθμολογία:
![]()
![]()




