Ένα παντρεμένο ζευγάρι από την Αγγλία, ο Νικ και η Μεγκ, επισκέπτονται εκ νέου το Παρίσι για να αναθερμάνουν τον γάμο τους. Εκεί πέφτουν πάνω σε έναν παλιό φίλο του Νικ, τον Μόργκαν, ο οποίος τους προσφέρει μια νέα οπτική πάνω στην αγάπη και τη ζωή.

Σκηνοθεσία:

Roger Michell

Κύριοι Ρόλοι:

Jim Broadbent … Nick Burrows

Lindsay Duncan … Meg Burrows

Jeff Goldblum … Morgan

Olly Alexander … Michael

Judith Davis … Eve

Xavier de Guillebon … Jean-Pierre Degremont

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Hanif Kureishi

Παραγωγή: Kevin Loader

Μουσική: Jeremy Sams

Φωτογραφία: Nathalie Durand

Μοντάζ: Kristina Hetherington

Σκηνικά: Emmanuelle Duplay

Κοστούμια: Natalie Ward

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Le Week-End

Ελληνικός Τίτλος: Σαββατοκύριακο στο Παρίσι

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για καλύτερη κωμωδία στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Βραβείο αντρικής ερμηνείας (Jim Broadbent) στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 6/8/2014

Ο σκηνοθέτης Ρότζερ Μίτσελ («Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ») ξεθάβει μερικές σημαντικές και ίσως καθολικές αλήθειες της ανθρώπινης φύσης με τη νέα του ταινία «Σαββατοκύριακο στο Παρίσι», περιγράφοντας τις 48 ώρες ενός μεσήλικου ζευγαριού, στο κατώφλι των γηρατειών. Μέσα από μακρόσυρτα πλάνα, ματιές όλο αναζήτηση κι ακανθώδεις διαλόγους, χαρίζει υπόσταση σε μια περίπλοκη σχέση αγάπης κι απόγνωσης, τρυφερότητας και δυσαρέσκειας, που υπάρχει σχεδόν από πάντοτε. Μια σχέση που συνεχίζει να δοκιμάζεται, να περπατά σε τεντωμένο σχοινί, με συνέπειες τόσο καταστροφικές, όσο κι εμπνευσμένες.

Ο Νικ και η Μεγκ αποφασίζουν να ταξιδέψουν στο Παρίσι από το Μπέρμιγχαμ, για να γιορτάσουν την επέτειο των τριάντα χρόνων του γάμου τους. Τα πράγματα φαίνονται να μην πηγαίνουν καλά από την αρχή, αφού η εναρκτήρια σκηνή τούς βρίσκει στο τρένο να κάθονται αμίλητοι στις θέσεις τους. Αυτός να ψάχνει με αγωνία τα ευρώ στις τσέπες του και αυτή να δυσανασχετεί με κάθε του ακούσιο άγγιγμα. Οι δυο τους, έχοντας φτάσει στο φθινόπωρο της ζωής τους, μόνοι τους πια, ανακαλύπτουν σιγά σιγά ότι δεν έχουν και πολλά να πουν, ενώ τα προβλήματα που έχουν αφήσει κρυμμένα εδώ και καιρό βγαίνουν συνεχώς στην επιφάνεια, απαιτώντας λύσεις. Ο Νικ (Τζιμ Μπρόντμπεντ) είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο και όπως μας αποκαλύπτει πολύ σύντομα, ωθείται σε πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω ενός ατυχούς περιστατικού. Φοβικός κι αδέξιος, φαίνεται εμφανέστατα η ανάγκη του για ασφάλεια και σταθερότητα. Όπως δηλώνει ο ίδιος, είναι ένας «αναρχικός της αριστεράς» που όμως τρέμει για τα χρήματα, ενώ θεωρεί αυτό το ταξίδι μια πολύ καλή ευκαιρία για να συζητήσει με τη γυναίκα του την ανακαίνιση του μπάνιου τους. Η Μεγκ από την άλλη (πανέμορφη η Λίντσεϊ Ντάνκαν) δουλεύει ως καθηγήτρια και σκέφτεται να τα παρατήσει όλα για να γευτεί τις χαρές της ζωής. Παρουσιάζεται μαγευτικά σκληρή, σχεδόν άκαρδη, με ένα αέρινο, μελαγχολικό βήμα και έναν σβησμένο ρομαντισμό που έχει καταλήξει να περιορίζεται σε μικρές, αλλά πολύ έντονες σκηνές τρυφερότητας. Οι δυο τους φεύγουν κυριολεκτικά τρέχοντας από τον «μπεζ», άθλιο ξενώνα που έχουν κλείσει και καταλήγουν σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο με εκπληκτική θέα, που όμως είναι αμφίβολο αν τελικά μπορούν να πληρώσουν. Η περιπλάνησή τους στην πόλη του φωτός (χαρακτηριστική για ακόμη μία φορά η μποέμ αίσθηση του Παρισιού, που όμως φαντάζει περισσότερο ρετρό από όσο θα έπρεπε, οδηγώντας σε κοινότοπη φωτογραφία) από μουσεία σε βιβλιοπωλεία και από εκλεπτυσμένα μπιστρό σε εκκλησίες και νεκροταφεία, συνοδεύεται από έντονες και μακροσκελείς συζητήσεις, γύρω από την ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και την αγωνιώδη αναζήτηση του απρόσμενου, του συναρπαστικού. Την ήδη εύθραυστη ισορροπία έρχεται να ταράξει η τυχαία συνάντησή τους με έναν παλιό γνώριμο του Νικ από τα χρόνια του Κέμπριτζ, τον Μόργκαν (ο Τζεφ Γκόλντμπλουμ μοιάζει απλά να υποδύεται τον εαυτό του), ο οποίος έχει στο μεταξύ εξελιχθεί σε ψευτοδιανοούμενο του τζετ-σετ, με ένα βιβλίο μπεστ-σέλερ και σπίτι στο κέντρο της πόλης. Η πρόσκλησή του προς το ζευγάρι, για ένα δείπνο στο διαμέρισμά του, θα κλιμακώσει την πλοκή και θα γίνει η αιτία για έντονες, αλλά κι αναμενόμενες αποκαλύψεις.

Το σενάριο της ταινίας είναι γραμμένο από τον Χανίφ Κουρεϊσί, ο οποίος χάρισε στον Πίτερ Ο`Τουλ μια οσκαρική υποψηφιότητα για τον ρόλο του στο «Venus» το 2006. Συνδυάζοντας τη μελαγχολική σκηνοθεσία του Μίτσελ, ο σεναριογράφος καταπιάνεται, κυρίως μέσω της σχέσης των ηρώων του, με το αγαπημένο του θέμα: την οικειότητα. Τα κωμικά στοιχεία, πιο ευδιάκριτα στην πρώτη πράξη, δίνουν τη θέση τους σε αιχμηρούς, αληθινούς διαλόγους, τόσο ουσιαστικούς κι αγωνιώδεις, ώστε η τελική κλιμάκωση (η μήπως αποκλιμάκωση;) έρχεται σχεδόν ομαλά, χωρίς να συνταράσσει τόσο, γιατί στο μεταξύ έχουμε υποψιαστεί ό,τι μπορεί να συμβεί. Ο ίδιος δε ο σκηνοθέτης μοιάζει να αποδίδει καλύτερα όταν οι ρόλοι του βρίσκονται κάτω από στρες ή όταν προσπαθούν να βρουν κοινή γραμμή πλεύσης με το κινηματογραφικό άλλο τους μισό. Γεμάτο έντονα βλέμματα, αλλά και οπτικές γωνίες που θυμίζουν το δαιδαλώδες αλλενικό σύμπαν, με μια διάθεση απόρριψης ή καλύτερα αναδιατύπωσης των παραδοσιακών αξιών και με ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο που ερμηνεύει ζεστά κι έξυπνα δυο συζύγους που έχουν πάψει να εκπλήσσουν ο ένας τον άλλο, το φιλμ κατορθώνει να αντιμετωπίσει με στωικότητα κι ειλικρίνεια μια μακροχρόνια σχέση σε διαρκή κρίση, δυο ανθρώπων που μοιάζουν να θέλουν τελικά το ίδιο πράγμα αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Όταν τελικά η αλήθεια παύει να κρύβεται και τα συναισθήματα βγαίνουν με ευθύτητα στο φως (ο Νικ καταφέρνει με έναν εύστοχο μονόλογο να συνοψίσει τις βασικές αρχές που διέπουν τη γεμάτη απογοητεύσεις ζωή του, κάνοντας ακόμη και τον επιτυχημένο φίλο του να τον αποκαλέσει πανέξυπνο και μεγαλοφυή), το ζευγάρι μοιάζει να αποχωρεί με μια νέα σχέση, μια νέα δέσμευση. Ίσως είναι μια φλόγα πάθους που δεν έχει σβήσει ακόμη. Ίσως πάλι όχι, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Κι αυτό τελικά μοιάζει να είναι το κερδισμένο στοίχημα της ταινίας. Το εξαιρετικό καταληκτικό πλάνο, εμπνευσμένο από το «Bande a Part» του Γκοντάρ, συνοψίζει πανέμορφα την ανησυχία, την αντισυμβατικότητα, αλλά και τη νοσταλγία μιας ολόκληρης γενιάς, τον μεστό και γλυκόπικρο τόνο αυτής της αξιοπρεπέστατης δραμεντί, αλλά και το σοκαριστικό κι αφόρητα οδυνηρό συναίσθημα ότι ο χρόνος αναπόφευκτα τελειώνει.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.