Είναι τα 60α γενέθλια της Λάρα, και έχει κάθε λόγο να γιορτάσει: ο γιός της, Βίκτορ, δίνει το πιο σημαντικό κονσέρτο πιάνου στην καριέρα του. Η Λάρα είναι εκείνη που σχεδίασε και διαμόρφωσε όλη τη μουσική του πορεία. Ο Βίκτορ όμως έχει εξαφανιστεί, και τίποτα δεν δείχνει πως η Λάρα είναι ευπρόσδεκτή σε αυτήν του την παράσταση. Εκείνη όμως έχει τα δικά της σχέδια. Αγοράζει όλα τα εισιτήρια που δεν έχουν ακόμα διατεθεί, και τα μοιράζει σε όποιον γνωρίζει για να κάνει επιτυχημένη αυτή τη βραδιά. Γρήγορα όμως τα σχέδια της εκτροχιάζονται, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Σκηνοθεσία:

Jan-Ole Gerster

Κύριοι Ρόλοι:

Corinna Harfouch … Lara Jenkins

Tom Schilling … Viktor Jenkins

Rainer Bock … Paul Jenkins

Volkmar Kleinert … καθηγητής Reinhoffer

Andre Jung … Κος Czerny

Gudrun Ritter … η μητέρα της Lara

Edin Hasanovic … Sascha Czerny

Maria Dragus … Clara

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Blaz Kutin

Παραγωγή: Marcos Kantis, Martin Lehwald, Martin Lehwald, Michal Pokorny

Μουσική: Arash Safaian

Φωτογραφία: Frank Griebe

Μοντάζ: Isabel Meier

Σκηνικά: Klaus-Dieter Gruber

Κοστούμια: Anette Guther

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Τηλεόραση.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Lara

Ελληνικός Τίτλος: Λάρα

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για καλύτερη ταινία στα εθνικά βραβεία της Γερμανίας.
  • Ειδικό βραβείο επιτροπής και βραβείο γυναικείας ερμηνείας (Corinna Harfouch) στο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.

Παραλειπόμενα

  • Δεύτερη σκηνοθετική δουλειά για τον Jan-Ole Gerster μετά το πετυχημένο Oh Boy, επτά χρόνια πριν.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 16/12/2020

Η Λάρα είναι μια συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος που ζει μόνη της σε ένα όμορφο διαμέρισμα. Την ημέρα των εξηκοστών γενεθλίων της, ο μονάκριβος γιος της πρόκειται να δώσει ένα ρεσιτάλ πιάνου. Εκείνη, ερασιτέχνης πιανίστρια και η ίδια, αποφασίζει να αγοράσει όλα τα εναπομείναντα εισιτήρια και να καλέσει φίλους (που μάλλον εμπίπτουν στην κατηγορία των «γνωστών» περισσότερο) να παρακολουθήσουν όλοι μαζί το ρεσιτάλ. Το «Λάρα» είναι η ιστορία αυτής της ημέρας.

Το «Oh Boy», indie ντεμπούτο του Γκέρστερ, μια ταινία με ελάχιστο μπάτζετ που γνώρισε μεγάλη διεθνή επιτυχία κυρίως γιατί κατόρθωσε να αγγίξει μία ολόκληρη γενιά με τα αδιέξοδα της, τις φυσικές συγκρούσεις με τους πρεσβύτερους, τις απονενοημένες απόπειρές της να νοηματοδοτήσει μια κενή πραγματικότητα. Στη δεύτερη του ταινία, ο γερμανός δημιουργός εμπιστεύεται εκ νέου τη φόρμα a-day-in-the-life, στρέφοντας όμως αλλού την προσοχή του. Για την ακρίβεια, στον αντίποδα του χαρακτήρα που ερμήνευε ο Τομ Σίλινιγκ (ο οποίος συμπρωταγωνιστεί και εδώ) στην πρώτη του ταινία. Έτσι, εδώ εστιάζει στην πηγή των ματαιωμένων προσδοκιών μιας μητέρας, εμφανίζοντας παράλληλα μέσα από το δικό της πρίσμα τον αντίκτυπο που είχε η παρουσία της στη ζωή των οικείων της.

Η Κορίνα Χάρφουχ ερμηνεύει έναν ρόλο που μοιάζει κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της Ιζαμπέλ Ιπέρ. Η φυσιογνωμική ομοιότητα των δύο ηθοποιών φυσικά είναι ένας ακόμα παράγοντας που φέρνει τη γαλλίδα ντίβα συνεχώς στον νου, αλλά δεν είναι ο μόνος. Οι λεπτές αποχρώσεις της συσσωρευμένης πίκρας που εμφαίνονται στο ψυχρό πρόσωπο της Λάρα, οι αντιφατικές σκέψεις και συμπεριφορές της, ο αγώνας της να διατηρήσει ένα προσωπείο ψυχραιμίας και αποστασιοποίησης ενώ βιώνει εσωτερικές εκρήξεις είναι στοιχεία που ανήκουν στο παλμαρέ της Ιπέρ, στοιχεία πάντως τα οποία η Χάρφουχ εκδηλώνει με απόλυτη προσήλωση και ακρίβεια. Είναι πάντα το κέντρο της ταινίας, αισθάνεται σαν μια κινητή καταστροφή, αδυνατεί να βρει συνδέσεις και παραμένει θλιβερά μόνη μέσα σε μια μεγαλούπολη που δεν προτίθεται να φιλοξενήσει τον άηχο λυγμό της.

Διαθέτοντας μια ματιά εκ των πραγμάτων συμπονετική απέναντι στη Λάρα, ο Γκέρστερ δεν πασχίζει να τη μετατρέψει σε μια φιγούρα αρεστή στο κοινό. Αντιθέτως, διαθέτοντας το εύστοχο σενάριο του Μπλαζ Κούτιν στα χέρια του, φιλοτεχνεί ένα πολυδιάστατο προφίλ της ηρωίδας του, εμμένοντας στις ολοφάνερα αντιπαθείς όψεις του χαρακτήρα της προκειμένου να τις φωτίσει αργότερα με κατανόηση. Η Λάρα είναι δύστροπη, αλλά ο χρόνος που υπάρχει μπροστά της δεν είναι απαραίτητο να γεμίσει από μετάνοια και συναισθηματική αυτοεξορία.

Ο Γκέρστερ καθοδηγεί τον θεατή στον συναισθηματικό κόσμο της Λάρα, γύρω από τον οποίο η ίδια έχει χτίσει ένα τοίχος που ελπίζει να γκρεμιστεί. Είναι αδυσώπητο το τίμημα των ματαιωμένων ελπίδων, των προδομένων ονείρων για μια ζωή που δεν ευοδώθηκε, των τραυμάτων ενός ψυχισμού που έμαθε ότι η βία της παγερής αυστηρότητας είναι η μόνη οδός προς το μεγαλείο. Και το τίμημα αυτό συνήθως δεν το πληρώνει κανείς μόνος του αλλά μαζί με τους οικείους του, πρωτίστως κατιόντες: μια ζωή που ματαιώθηκε είναι συνταγή γονικής καταπίεσης που φυλακίζει την ψυχή ενός ακόμα ανθρώπου σε ένα αδιέξοδο θλιμμένων ανασκοπήσεων.

Χάρη στην παγερή τρυφερότητα που καταφέρνει ο υπομονετικός Γκέρστερ να εντάξει στο κάδρο της αφήγησής του, ο θεατής βρίσκει εαυτόν να αναμένει την κάθαρση στο πρόσωπο της Λάρα, και αυτό είναι το ύστατο δείγμα ότι ο χαρακτήρας αξίζει τελικά τη συναισθηματική επένδυση. Παρότι το συνολικό αποτέλεσμα υπολείπεται εμφανώς σε ένταση, το βραδυφλεγές φιλμ του Γκέρστερ συγκινεί αβίαστα, με έναν τρόπο που θα έκανε την ψυχρή Λάρα να νιώσει αμήχανα και ίσως να μειδιάσει κρυφά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.