O Ελία δραπετεύει από την Παλαιστίνη σε αναζήτηση εναλλακτικής πατρίδας, για να ανακαλύψει ότι η Παλαιστίνη τον ακολουθεί παντού. Η υπόσχεση μιας νέας ζωής μετατρέπεται σε μια κωμωδία παρεξηγήσεων: όσο μακρυά και να ταξιδέψει, από το Παρίσι ως τη Νέα Υόρκη, πάντα κάτι του θυμίζει τη γενέθλια γη.

Σκηνοθεσία:

Elia Suleiman

Κύριοι Ρόλοι:

Elia Suleiman … Elia Suleiman

Ali Suliman … Ali Suliman

Gael Garcia Bernal … Gael Garcia Bernal

Gregoire Colin … ο άντρας στο μετρό

Stephen McHattie … ο μάντης

Guy Sprung … καθηγητής

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Elia Suleiman

Παραγωγή: Martin Hampel, Θανάσης Καραθάνος, Michel Merkt, Serge Noel, Laurine Pelassy, Elia Suleiman, Edouard Weil

Φωτογραφία: Sofian El Fani

Μοντάζ: Veronique Lange

Σκηνικά: Caroline Adler

Κοστούμια: Alexia Crisp-Jones, Eric Poirier

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: It Must Be Heaven

Ελληνικός Τίτλος: Ο Παράδεισος Έπεσε στη Γη

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Επίγειος Παράδεισος [φεστιβάλ]

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών. Ειδική μνεία.
  • Επίσημη πρόταση της Παλαιστίνης για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 8/10/2020

Ο τόπος καθενός τον ορίζει. Μπορείς να φύγεις από έναν τόπο, αλλά όχι να τον διώξεις από μέσα σου. Ειδικά όταν πρόκειται για ένα πεδίο τόσο μεγάλου σπαραγμού και ιστορικής αλλοίωσης. Ο σκηνοθέτης Ελία Σουλεϊμάν (ως alter ego του ίδιου του δημιουργού) εγκαταλείπει τη Ναζαρέτ και την αγαπημένη του Παλαιστίνη για να αναζητήσει την τύχη του σε δύο κεφαλαιώδεις μητροπόλεις της Δύσης: το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη.

Με τη γνωστή σχεδόν βωβή περσόνα του στο προσκήνιο, ο παλαιστίνιος δημιουργός καταγράφει αφαιρετικά την εμπειρία της ξενιτιάς μέσα από το μελαγχολικό βλέμμα ενός ξένου που οι δυτικές κοινωνίες αγαπούν να παρατηρούν σαν να είναι εξωτικό θέαμα, περιμένοντας από αυτόν να δικαιώσει με την ίδια του την ύπαρξη κάποιες εξωπραγματικές φαντασιακές εικόνες τους. Έτσι, ο Σουλεϊμάν περιφέρεται στη γαλλική πρωτεύουσα και εν συνεχεία στη μητρόπολη της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ σαν σπάνιο είδος που θα μεταφέρει στους αλληλεπιδρώντες με αυτόν την εικόνα μιας γης ξένης προς τη δική τους ευμάρεια, με τρόπο που θα τους κάνει να νιώσουν πόση οδύνη υπάρχει σε τούτη τη γωνιά του τόπου, και να πάνε στη συνέχεια για ένα σνακ και ύπνο. Σαν να μην είναι άνθρωποι αυτοί που ζουν εκεί, παρά μόνο πλατωνικά είδωλα δυτικών πεφωτισμένων αντιλήψεων.

Η ταινία είναι γυρισμένη σε σαφές κωμικό ύφος, αποτελείται από συναπτόμενα gags, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και μια absurd συνθήκη που -εάν ο θεατής δεν είναι εκ προοιμίου εχθρός της- μπορεί να γεννήσει πηγαίο γέλιο. Ωστόσο, η αδιάκοπη μελαγχολία της δεν της επιτρέπει να καταστεί ούτε μία στιγμή ελαφρά: το φορτίο στο σινεμά του Σουλεϊμάν είναι πάντα εκεί και είναι αληθινά ασήκωτο, γι’ αυτό ισορροπεί με το κωμικό με τέτοια άνεση. Το alter ego του ίδιου ως κυρίαρχη παρουσία στο έργο του έχει συγκριθεί πολλάκις με τα δυσθεώρητα μεγέθη των Ζακ Τατί και Μπάστερ Κίτον, και καθόλου άδικα, ωστόσο ο Σουλεϊμάν έχει εφεύρει μια δικιά του σχέση με τα τεκταινόμενα στην οθόνη μέσα στο προσεγμένα, συνήθως στατικά κάδρα του. Διατηρεί πάντα μια απόσταση, σαν να ερμηνεύει σιωπηρά τον κόσμο με βάση τα όσα τον έχει μάθει η εσωτερικευμένη πίκρα του.

Εδώ παρουσιάζεται αισθητά νηφαλιότερος σε σύγκριση με το «Θεϊκή Παρέμβαση», το οποίο και γύρισε στην πατρίδα του στον απόηχο της δεύτερης Ιντιφάντα. Η συρραφή είναι χαλαρότερη και υπακούει σε μια ενιαία αφηγηματική δομή με μικρότερο κατακερματισμό, ο ρυθμός μειωμένος, η οργή και η όποια επιθετική διάθεση έχει δώσει τη θέση της στη μελαγχολική επισκόπηση της ζωής μακριά από την πατρίδα. Ο Σουλεϊμάν παίρνει περισσότερο χώρο για να παρατηρήσει παρά για να εξιστορήσει, έστω πρισματικά, για να θέσει τον δυτικό θεατή σε μια πρωτόγνωρη θέση παρατηρητή της ίδιας του της κοινωνίας από την εξωτερική οπτική. Σαν «ξένος», άλλωστε, αντιλαμβάνεται εναργέστερα τους κώδικες μιας κοινωνίας στην οποία εντάχθηκε ως ενήλικος, καθότι δεν αλλοιώνεται η σκοπιά του από τον αυτοματισμό της συνήθειας.

Και αυτό που παρατηρεί είναι τραγελαφικά αντιφατικό, εμφανέστερο στο γαλλικό «μέρος» της ταινίας: άνθρωποι που διατηρούν το προνόμιο να ζουν με δεδομένη την ελευθερία κίνησης σε μια καθόλου αμφισβητήσιμη πατρίδα, ζουν υπό τη συνεχή εποπτεία των δυνάμεων ασφαλείας και καταστολής, έχοντας συνηθίσει την τρομακτική για εκείνον παρουσία τους. Η Δύση, τελικά, φαντάζει στα μάτια του Σουλεϊμάν περισσότερο γνώριμη παρά ουσιωδώς αλλότρια συγκριτικά με την πατρίδα του. Ο «Παράδεισος» του τίτλου θα βρεθεί στις γιγαντιαίες μητροπόλεις, δεν θα βρεθεί και πουθενά έξω από την πατρίδα, αλλά τούτο δεν συνεπάγεται και τον εξοβελισμό της ελπίδας από τη σκέψη. Στο κάτω κάτω, η τελευταία σκηνή κλείνει το μάτι στον θεατή και θυμίζει ότι οι «επόμενοι» έρχονται και κανένας δεν μπορεί να τους αφαιρέσει το δικαίωμα να παλέψουν για ένα ολοδικό τους μέλλον.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.