Λίβερπουλ, 1978. Ο νεαρός ηθοποιός Τάρνερ και η μεσήλικη και διάσημη αμερικανίδα ηθοποιός Γκλόρια Γκαράχαμ γνωρίζονται και δημιουργούν δεσμό. Αυτό που ξεκινάει ως μια δραστήρια σχέση ανάμεσα σε μια θρυλική φαμ-φατάλ και τον νεαρό εραστή της γρήγορα αναπτύσσεται σε κάτι το βαθύτερο, όπου η Γκλόρια επιλέγει την παρέα του Τάρνερ κάθε φορά που χρειάζεται υποστήριξη. Το πάθος και η δίψα τους για ζωή δοκιμάζεται ως τα άκρα, όταν καταστάσεις που βρίσκονται στον δρόμο τους ξεφεύγουν από τον έλεγχο τους.

Σκηνοθεσία:

Paul McGuigan

Κύριοι Ρόλοι:

Annette Bening … Gloria Grahame

Jamie Bell … Peter Turner

Vanessa Redgrave … Jeanne ‘Jean’ McDougall

Julie Walters … Bella Turner

Kenneth Cranham … Joe Turner

Stephen Graham … Joe Turner Jr.

Frances Barber … Joy

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Matt Greenhalgh

Παραγωγή: Barbara Broccoli, Colin Vaines

Μουσική: J. Ralph

Φωτογραφία: Urszula Pontikos

Μοντάζ: Nick Emerson

Σκηνικά: Eve Stewart

Κοστούμια: Jany Temime

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Film Stars Don’t Die in Liverpool

Ελληνικός Τίτλος: Τα Αστέρια Δεν Πεθαίνουν στο Λίβερπουλ

Σεναριακή Πηγή

  • Απομνημονεύματα: Film Stars Don’t Die in Liverpool του Peter Turner.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Bafta σεναρίου, πρώτου αντρικού ρόλου (Jamie Bell) και πρώτου γυναικείου ρόλου (Annette Bening).

Παραλειπόμενα

  • Βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Peter Turner, με τον ίδιο τίτλο, με τον ίδιο τον συγγραφέα να εμφανίζεται στον μικρό ρόλο του Τζακ.
  • Η Annette Bening ερμηνεύει την Gloria Grahame στα 59 της, δηλαδή δύο χρόνια περισσότερα από αυτά που έζησε συνολικά η παλιά ντίβα.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 6/2/2018

Ο Paul McGuigan αν κι ευτύχησε στην τηλεόραση σκηνοθετώντας κάποια επεισόδια του “Sherlock” με τον Benedict Cumberbatch, δεν έχει να επιδείξει μια αναλόγως επιτυχημένη καριέρα στον κινηματογράφο. Δεν είναι τυχαίο που σχεδόν οτιδήποτε έχει γυρίσει τις περισσότερες φορές βασίζεται σε προγενέστερο, ανώτερης ποιότητας υλικό: το “Wicker Park” είναι ριμέικ του “L’Appartement”, το “Victor Frankenstein” πιάνεται από το πασίγνωστο μυθιστόρημα της Mary Shelley και προσπαθώντας να το εκσυγχρονίσει ώστε να το κάνει να απευθύνεται σε ένα πιο νεανικό κοινό το κάνει με τα κρεμμυδάκια και το “Push” αποπειράθηκε να βάλει τις βάσεις για ένα franchise με πολλά δάνεια από “X-Men” στο πιο προσγειωμένο χωρίς να τα καταφέρει, απλούστατα γιατί επρόκειτο για ένα μετριότατο φιλμ. Ακόμη και το “Lucky Number Slevin” που είναι λειτουργικότατο σε ένα ψυχαγωγικό επίπεδο αποτελεί ένας ανεπανάληπτος αχταρμάς επιρροών, από το “The Sting” μέχρι το “Leon”.

Εδώ ως πρώτη ύλη υπάρχει ένα βιβλίο απομνημονευμάτων, όμως δεν υπάρχει κάποιος προφανής μπούσουλας σε επίπεδο επιρροών: το στυλ φέρνει σε εκμοντερνισμένο σινεμά της εργατικής τάξης, ευτυχώς όχι υπερβολικά επιτηδευμένο όπως συνηθίζει ο συγκεκριμένος κινηματογραφιστής, στην ουσία του όμως το φιλμ είναι καθαρόαιμο μελόδραμα, φέροντας υπερήφανα αυτήν του την ταυτότητα. Το συναίσθημα που βγαίνει, ειδικά στην κορύφωση, είναι πηγαίο, αγνό, για αυτό και καθαρτήριο. Πρόκειται για σινεμά γνήσια λαϊκό στην καρδιά του παρά την αισθητική του «ανεξάρτητου» με την οποία φλερτάρει η εικονογραφία και ο γεμάτος τσαχπινιά τρόπος που αξιοποιείται η μουσική της εποχής, φτιάχνοντας έτσι ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα παραδοσιακού και νεωτεριστικού. Υπάρχουν ατέλειες, όπως η σχεδόν ανύπαρκτη ψυχολογική υπόσταση των χαρακτήρων που περιβάλλουν το πρωταγωνιστικό ζευγάρι (ίσως η εξαίρεση γίνεται λόγω ερμηνευτικής προσέγγισης από τον εξαίσιο μεν, τρομερά σύντομο δε ρόλο της Vanessa Redgrave), επιλογή που σαφώς γίνεται για να επικεντρωθεί η προσοχή του θεατή στην ερωτική σχέση που αναπτύσσει που είναι έτσι κι αλλιώς ο θεματικός πυρήνας του φιλμ, αλλά φτωχαίνει ταυτόχρονα το σύμπαν της ταινίας, ενώ και η μη γραμμική χρονικά αφήγηση δεν φαίνεται να έχει κάποιο ουσιαστικό λόγο ύπαρξης πέραν του εντυπωσιασμού.

Ωστόσο το ισοζύγιο αποβαίνει θετικό όχι μόνο λόγω της απόλυτα συντονισμένης κι επιτυχημένης επίθεσης που οργανώνεται ειδικά στην τρίτη πράξη στους δακρυγόνους αδένες του κοινού αλλά και το ότι το κύριο ατού, που είναι το ζεύγος Annette Bening και Jamie Bell, αποδεικνύεται κυριολεκτικά ένας άσος στο μανίκι, η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του έργου, με τους ερμηνευτές να είναι όχι μόνο εξαιρετικά χαρισματικοί μεμονωμένα, αλλά να έχουν και μια χημεία για την οποία θα σκότωναν οι εννιά στις δέκα αμερικάνικες ρομαντικές ταινίες. Ο Bell εδώ έχει κάτι από τη σπίθα που είχε φανεί στο “Billy Elliot” μαζί με την ωριμότητα μιας δεκαεπταετίας που έχει παρέλθει από τότε, ειδικά όμως η Bening δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ, πότε γεμάτη ζωτικότητα και δυναμική, πότε ανάλαφρη και συναρπαστικά εύθυμη, πότε συγκινητικά ευάλωτη, δημιουργώντας απορία για τη σκανδαλώδη απουσία της από τη φετινή οσκαρική πεντάδα πρώτου γυναικείου ρόλου. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που διαχωρίζει το απευθυνόμενο στο ευρύ κοινό μεν αλλά καλόγουστο μελό από αυτό που εκβιάζει συναισθηματικά και ξεπέφτει στην υστερία ζητιανεύοντας φτηνά δάκρυα και αυτό το φιλμ μένει ευτυχώς στη σωστή πλευρά του φάσματος. Εννοείται πως στο σύνολο βρίσκονται και μια ή δυο σκηνές που έχουν σαν μοναδικό στόχο την εκμαίευση συγκίνησης, όμως δεν προσβάλλουν τη νοημοσύνη του ατόμου που παρακολουθεί καθώς ακόμη και σε αυτές η σεναριακή και σκηνοθετική καθοδήγηση στέκεται με μεγάλο σεβασμό απέναντι στη ραχοκοκαλιά του προσωπικού δράματος της Gloria Grahame.

Κάπως έτσι ο McGuigan παραδίδει, αν όχι την καλύτερη, σίγουρα την πιο ειλικρινή ταινία της καριέρας του. Ακόμη κι αν λίγα πράγματα υπάρχουν εδώ πέρα από το ρομάντζο που βρίσκεται στο επίκεντρο, το γεγονός ότι πρόκειται για ένα από τα πιο καλογραμμένα κι ευαίσθητα των τελευταίων ετών αρκεί για να κριθεί το εγχείρημα ως επιτυχημένο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.