Αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Μάιος του 1940. Οι γερμανικές δυνάμεις πλησιάζουν στη Δουνκέρκη, ένα γαλλικό λιμάνι στη Μάγχη κοντά στα βελγικά σύνορα, Οι βρετανικές και συμμαχικές δυνάμεις είναι αποκλεισμένες με την πλάτη στη θάλασσα και το πρόσωπο προς τον ισχυρότερο από αυτούς εχθρό που πλησιάζει. Τότε, το βρετανικό επιτελείο διατάζει την επιχείρηση Ντιναμό.

Σκηνοθεσία:

Christopher Nolan

Κύριοι Ρόλοι:

Fionn Whitehead … Tommy Jensen

Tom Glynn-Carney … Peter Dawson

Jack Lowden … Collins

Harry Styles … Alex

Aneurin Barnard … Gibson

James D’Arcy … συνταγματάρχης Winnant

Barry Keoghan … George

Kenneth Branagh … αντιπλοίαρχος Bolton

Cillian Murphy … στρατιώτης

Mark Rylance … Κος Dawson

Tom Hardy … Farrier

Michael Caine … επικεφαλής της Fortis (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Christopher Nolan

Παραγωγή: Christopher Nolan, Emma Thomas

Μουσική: Hans Zimmer

Φωτογραφία: Hoyte Van Hoytema

Μοντάζ: Lee Smith

Σκηνικά: Nathan Crowley

Κοστούμια: Jeffrey Kurland

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Dunkirk
  • Ελληνικός Τίτλος: Δουνκέρκη

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ μοντάζ, ήχου και ηχητικών εφέ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία και σκηνικά.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα), σκηνοθεσίας και μουσικής.
  • Βραβείο Bafta ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά και ειδικά εφέ.

Παραλειπόμενα

  • Ο Christopher Nolan συνέλαβε την ιδέα για την ταινία κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν μαζί με τη μέλλουσα σύζυγο του, Emma Thomas, διέσχιζαν τα στενά της Μάγχης και στην ουσία ακολούθησαν τη διαδρομή των καραβιών που έκαναν τη διάσωση. Αρχικά, ο σκηνοθέτης επέμενε να γίνει όλο αυτό εν είδει αυτοσχεδιασμού, αλλά η σύζυγος του τον έπεισε να γράψει κάποιο σενάριο. Αρκετά χρόνια μετά, το 2015, με τον σκηνοθέτη να θέλει πρώτα να αποκτήσει εμπειρία από ταινίες δράσης, παρουσίασε εντέλει ένα σενάριο των 76 σελίδων, κάτι που ήταν πάνω-κάτω το μισό από τα συνηθισμένα του. Στόχος του ήταν να υποτιμηθεί ο διάλογος, δίνοντας χώρο έκφρασης στην αγωνία μέσω της φωτογραφίας και της μουσικής.
  • Ο Nolan, για την πρώτη του ιστορική αλλά και πολεμική ταινία, αποφάσισε να γυρίσει το έργο με έναν συνδυασμό από 15/70mm IMAX φιλμ και κάμερα Super Panavision 65mm. Σκοπός του ήταν να πετύχει την καλύτερη δυνατή ανάλυση εικόνας. Μαζί, αντί για ψηφιακά, χρησιμοποίησε αληθινά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα για τις σκηνές μάχης, όπως και χιλιάδες κομπάρσους.
  • Όλοι οι ηθοποιοί είναι Βρετανοί, κάτι στο οποίο επέμενε ο Nolan.
  • Στην εικόνα δεν φαίνεται ποτέ κάποιος Γερμανός, ενώ προτιμήθηκε να μην εμφανίζεται ως χαρακτήρας ο Winston Churchill, ώστε να μην υπάρχει έντονη η πολιτική χροιά των γεγονότων.
  • Ο σκηνοθέτης και η παραγωγός αψήφησαν το κόστος που χρειάζονταν για να γυριστεί η ταινία στις ακτές της Δουνκέρης, μια επιλογή που έγινε πριν καν αποφασίσει η Warner Bros. Pictures να χρηματοδοτήσει το φιλμ.
  • Ιστορικός σύμβουλος ήταν ο Joshua Levine, συγγραφέας μετέπειτα του βιβλίου Dunkirk: The History Behind the Major Motion Picture. Ο Levine ήταν πάντα στο πλάι του Nolan και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων που πάρθηκαν από βετεράνους των γεγονότων.
  • Ο Nolan μείωσε τον μισθό του στα 20 εκατομμύρια δολάρια, συμφωνώντας όμως με τη Warner να έχει και το 20% των εισπράξεων.
  •  Ο κάμεο φωνητικός ρόλος του Michael Caine είναι μια παραπομπή στον χαρακτήρα που ενσάρκωσε το 1969 στη Μάχη της Αγγλίας.
  • Το υλικό που βρέθηκε διαθέσιμο στη μονταζιέρα ήταν 44ων ωρών.
  • Το μπάτζετ των 100 εκατομμυρίων δολαρίων εκτοξεύθηκε στα 150, αλλά οι εισπράξεις έφτασαν στα 527. Έγινε έτσι η πιο εμπορική ταινία όλων των εποχών με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Hans Zimmer δούλευε πάνω στη μουσική επί 11 μήνες, ώσπου παρουσίασε ένα ντέμο των 100 λεπτών.
  • Για τη μουσική βοήθησαν οι: Lorne Balfe, Andrew Kawczynski, Steve Mazzaro και Benjamin Wallfisch.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 17/12/2017

Αν μη τι άλλο, ο Christopher Nolan επιβάλει την ταινία του στη μακρά λίστα των καλών πολεμικών έργων. Στην ουσία, δίχως να αποκεντρώνεται ποτέ από τα πολεμικά γεγονότα, το έργο δεν γνωρίζω το κατά πόσο θα μείνει στην ιστορία γενικά ως μεγάλη ταινία ή απλά καλή πολεμική ταινία. Ποντάροντας στη δεύτερη εκδοχή, παρότι επί του παρόντος θα πόνταρε κανείς ευκολότερα στην πρώτη, ο Nolan μπαίνει στη διαδικασία άμεσης σύγκρισης με τη μακρά λίστας της ιστορίας του πολεμικού σινεμά. Κι εκεί χάνει πόντους. Σε σχέση με τις κλασικές του είδους, δεν παρέχει ολοζώντανους χαρακτήρες και τόσο έντονες συγκινήσεις, ενώ σε σχέση με τις σύγχρονες χάνει ως προς την απεικόνιση της σαδιστικής σκληρότητας ενός πολέμου (μια οπτική που είναι και πιο ρεαλιστική και πιο διδακτική).

Η ταινία έχει χαρίσματα, αλλά κι αυτά τα βασικά της μειονεκτήματα δεν μπορούν να της στερήσουν τον χαρακτηρισμό της καλής. Ο δημιουργός της πετυχαίνει μια ολότελα προσωπική οπτική, με σκηνοθετικά τρικ απλά αλλά έξυπνα. Πρώτον, δεν αφήνει μια σκηνή να εξελιχτεί πάνω από ένα λεπτό, και παρότι έχει χωρίσει την ταινία του σε τρία επίκεντρα πλοκής, δεν αφήνει κανένα να πάρει συνεχόμενα τον χρόνο του, προσφέροντας μια ιστορικά γενική εκτίμηση των γεγονότων. Εδώ είναι που χάνει τελείως τους χαρακτήρες, δίχως αυτό να σημαίνει πως στο μυαλό του Nolan υπήρχε κάτι το αντίθετο ως θέληση. Αν αυτό, μάλιστα, το συνδύαζε με πιο «βαριές» σκηνές, το στοίχημα θα του έβγαινε μια χαρά. Στα συν εδώ είναι ότι μεταδίδεται το χάος μιας μεγάλης μάχης ως προς τα πολλά επίπεδα που εξελίσσεται, κάτι που πετύχαιναν στο παρελθόν μονάχα οι πολυπρόσωπες βρετανικές παραγωγές (από τις οποίες πρέπει να πήρε μικρά μαθήματα ο σκηνοθέτης). Από την άλλη, κάνει αόρατο τον εχθρό. Αυτό το κόλπο του υπαινικτικού τρόμου, όμως, θα λειτουργούσε ορθότερα αν η ταινία ήταν πιο βίαιη και γραφική. Γιατί με τη -σχετικά πάντα- χαλαρή αποτύπωση της βίας που εδώ χρησιμοποιείται, χάνεται ο χαρακτήρας του θρίλερ. Και αν αυτό σαν ξενίζει ως ιδέα, η αλήθεια είναι ότι μακάρι οι μάχες να μην ήταν τα απόλυτα πεδία τρόμου, και κατά πολύ λιγότερο ηρωισμού.

Τέλος, ο Nolan πολύ εύστοχα χρησιμοποιεί μονάχα αγγλικό καστ και εκτός από στιγμιαίες περιπτώσεις, ηθοποιούς που δεν έχουν κάνει ήδη διάσημα τα πρόσωπα τους. Αυτό προσθέτει στον ρεαλισμό και στη γενική ποιότητα του φιλμ. Αλλά στα σημεία, προς το φινάλε, που η αγάπη του δημιουργού για την πατρίδα του αποτυπώνονται σε ευθείς νύξεις πατριωτισμού (και μικρής νίκης στη Δουνκέρκη), εκεί κάπου το χάνουμε. Τα γεγονότα της Δουνκέρκης έμειναν στην ιστορία όχι για την ηρωική τους πλευρά, αλλά σκέτα-νέτα για τη φρίκη τους. Πόσο μάλλον, που οι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Γερμανοί τη «χάρισαν» μερικώς στους Εγγλέζους, με την ελπίδα της σύναψης συμφωνίας μιας πολεμικής παύσης, ώστε να διευκολυνθούν να επιτεθούν πρώτα στη Ρωσία.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.