Αφού η Γη είναι σχεδόν ακατοίκητη λόγω έλλειψης οξυγόνου, μια μητέρα και η κόρη της, Ζόρα, αναγκάζονται να ζουν υπόγεια, με σύντομα ταξίδια στην επιφάνεια, τα οποία γίνονται δυνατά μόνο από μια πολυπόθητη στολή οξυγόνου τελευταίας τεχνολογίας, την οποία είχε φτιάξει ο σύζυγος της Μάγια, Ντάριους, τον οποίο πλέον όμως θεωρεί νεκρό. Όταν ένα μυστηριώδες ζευγάρι φτάνει στο καταφύγιο και ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τον Ντάριους και τη μοίρα του, η Μάγια συμφωνεί να τους αφήσει να μπουν. Αλλά αυτοί οι επισκέπτες δεν είναι αυτοί που ισχυρίζονται και αναγκάζουν μητέρα και κόρη να παλέψουν για την επιβίωση.

Σκηνοθεσία:

Stefon Bristol

Κύριοι Ρόλοι:

Jennifer Hudson … Maya

Milla Jovovich … Tess

Quvenzhane Wallis … Zora

Sam Worthington … Lucas

Common … Darius

Raul Castillo … Micah

Dan Martin … Mike

Kaliswa Brewster … Harriet

James Saito … ο άντρας

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Doug Simon

Παραγωγή: David Haring, Basil Iwanyk, Erica Lee, Christian Mercuri

Μουσική: Isabella Summers

Φωτογραφία: Felipe Vara de Rey

Μοντάζ: Oriana Soddu

Σκηνικά: Jeremy Reed

Κοστούμια: Alisha Silverstein

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αναμένεται.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Breathe
  • Ελληνικός Τίτλος: Χωρίς Οξυγόνο

Παραλειπόμενα

  • Επιστροφή για τη Milla Jovovich στη μεγάλη οθόνη μετά από 4 χρόνια.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 22/4/2024

Εκ πρώτης όψεως ξετυλίγεται επί της οθόνης μια περιπέτεια επιβίωσης σ’ ένα μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, στη συνέχεια όμως γίνεται σαφές ότι ο Stefon Bristol θέλει να μιλήσει εμμέσως και για την κατάσταση των διαφυλετικών σχέσεων στη σημερινή Αμερική. Δυστυχώς το κάνει με άκρως σχηματικό τρόπο (ενδεικτικό της όλης προσέγγισης το ότι τα πρόσωπα της ιστορίας περισσότερο θυμίζουν σύμβολα παρά ολοκληρωμένες περσόνες), και οι «πάσες» που του δίνει το κακογραμμένο σενάριο του Doug Simon, γεμάτο ατάκες που ηχούν αφύσικα, περισσότερο επιδεινώνουν την κατάσταση παρά τη βελτιώνουν. Χρειαζόταν μια ισορροπία κατάλληλη ώστε και να αναδεικνύονταν τα εν δυνάμει προτερήματα μιας καλής ταινίας είδους (σασπένς, σπιρτάδα) αλλά και να προέκυπτε ένα καλά επεξεργασμένο πολιτικό μήνυμα, αμφότερα τα πεδία όμως υστερούν. Φαίνεται επίσης ξεκάθαρα η ένδεια του προϋπολογισμού, κάτι που από μόνο του δεν είναι απαραίτητα κακό αν υπάρχει μια ευρηματική αξιοποίηση των μέσων, αλλά αυτό δεν συμβαίνει εδώ, με κάποια ειδικά εφέ συγκεκριμένα να αφήνουν στο μάτι άσχημη εντύπωση. Αποτελεί λανθασμένη απόφαση και το πότε και πόσο συχνά γίνεται μεταφορά της δράσης σε πιο «ανοιχτούς» χώρους ανά φάσεις, μειώνει την κλειστοφοβία και την ένταση που επικρατούν σε στιγμές της πλοκής που λαμβάνουν χώρα εντός πιο στενών γεωγραφικών πλαισίων. Ο Carpenter έχει δώσει «μαθήματα» παλιότερα πάνω στην αντίστοιχη τεχνοτροπία…

Παράλληλα με το κύριο κομμάτι της πλοκής, «τρέχει» παράπλευρα κι ένα μικρό σχόλιο για το χάσμα νοοτροπίας ανάμεσα στις παλιότερες και νεότερες γενιές των σύγχρονων Αφροαμερικανών που θίγεται κυρίως μέσω της σχέσης ανάμεσα σε μητέρα και κόρη των πρωταγωνιστριών, όμως ο ρόλος του είναι τόσο περιφερειακός που δεν κάνει κάποια ουσιαστική διαφορά στο σύνολο, ούτε φτάνει σε κάποια συμπεράσματα που να μην έχουν ειπωθεί και παλιότερα, με διεξοδικότερη ανάλυση μάλιστα. Και γενικότερα, το τελικό αποτέλεσμα θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα αν υπήρχε περισσότερο βάθος στο κείμενο, τόσο όσον αφορά την ανάλυση των κανόνων και του πλαισίου του υποθετικού μελλοντικού κόσμου που απεικονίζεται όσο και με τα βαθύτερα ψυχολογικά κίνητρα των ηρώων, οι οποίοι στην παρούσα μορφή τους μάλλον είναι μονοδιάστατοι.

Και στον τομέα των ερμηνειών δεν προκύπτουν πολλά πράγματα δυστυχώς, παρά το βεληνεκές των ονομάτων. Η μόνη εκ του καστ που φαίνεται να προσπαθεί για κάτι πέραν του διεκπεραιωτικού και να τα καταφέρνει είναι η Quvenzhane Wallis, αλλά περιορίζεται πολύ από την ποιότητα του κειμένου και από το γεγονός ότι δεν της προσφέρονται πολλές ειδικές στιγμές για να απογειωθεί. Αρνητικά ξεχωρίζει ο Sam Worthington, που από άποψη υπερβολής στη σκιαγράφηση του κακού μοιάζει σαν να κοπιάρει μανιέρες που «έλιωσε» κατά τη δεκαετία του 1990 ο Gary Oldman για το μεροκάματο, αλλά εντελώς άτεχνα και άτσαλα.

Βλέποντας κανείς το σύνολο ολοκληρωμένα θα δυσκολευτεί να το προτείνει για κάτι πέραν κάποιων καλών προθέσεων στα μηνύματα. Σε επίπεδο καθαρά ψυχαγωγικό δεν υπάρχουν σε επάρκεια τα αναγκαία συστατικά για μια αρκούντως απολαυστική θέαση, και το ευρύτερο νόημα περί του τι χρειάζεται για να βρει τον δρόμο της η ανθρωπότητα σε καιρούς μεγάλης κρίσης είναι υπερβολικά γενικόλογο για να εμπνεύσει ακόμη και τους λιγότερο υποψιασμένους. Και ως απολογισμός, το «Χωρίς Οξυγόνο» μοιάζει να ταιριάζει περισσότερο για τα κυβικά της τηλεοπτικής οθόνης, όπου τα όποια στάνταρ λειτουργούν διαφορετικά, πιο χαλαρά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *