Ένας Αμερικανο-κορεάτης που μεγάλωσε στη Λουϊζιάνα εργάζεται σκληρά για να χαρίσει μια καλή ζωή στην οικογένειά του. Καλείται όμως να να αντιμετωπίσει τα φαντάσματα του παρελθόντος, προκειμένου να μη χάσει τη νέα του πατρίδα.

Σκηνοθεσία:

Justin Chon

Κύριοι Ρόλοι:

Justin Chon … Antonio LeBlanc

Alicia Vikander … Kathy LeBlanc

Mark O’Brien … Ace

Linh Dan Pham … Parker

Sydney Kowalske … Jessie LeBlanc

Vondie Curtis-Hall … Barry Boucher

Emory Cohen … Denny

Renell Gibbs … Reggie

Geraldine Singer … Dawn Landry

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Justin Chon

Παραγωγή: Poppy Hanks, Charles D. King, Kim Roth

Μουσική: Roger Suen

Φωτογραφία: Ante Cheng, Matthew Chuang

Μοντάζ: Reynolds Barney

Σκηνικά: Bo Koung Shin

Κοστούμια: Eunice Jera Lee

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Blue Bayou
  • Ελληνικός Τίτλος: Μπλε Βάλτος

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Η Focus Features σκόπευε να βγάλει τον Ιούνη του 2021, αλλά πήγε την πρεμιέρα στον Σεπτέμβριο, μια και η ταινία επιλέχθηκε για το φεστιβάλ Κανών.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 21/9/2021

Υπάρχει μια έκφραση που λέει πως δεν ξέρεις ότι χρειάζεσαι κάτι, μέχρι που το αποκτάς. Στην περίπτωση του κινηματογράφου, η κατηγορία των ταινιών που καταπιάνονται με καίρια κοινωνικά θέματα που δεν αφορούν, τουλάχιστον άμεσα, την πλειοψηφία των ανθρώπων, άργησαν να εδραιωθούν σαν κομμάτι της σταθερής παραγωγής. Το κοινό βέβαια τις αγκάλιασε, ιδιαίτερα από την έξαρσή τους τη δεκαετία του 1990 κι έπειτα, με ταινίες όπως η «Φιλαδέλφεια», «Το Όνομά μου είναι Σαμ» και το «Boys Don’t Cry». Επειδή όμως αναπόδραστα με το πέρασμα των χρόνων η κοινωνία επιτάσσει διαφορετικές προσεγγίσεις, ήρθε η στιγμή αυτές τις ιστορίες να μην τις αφηγούνται οι αποδεκτά καταξιωμένοι δημιουργοί ως φερέφωνα αλλά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές.

Ο «Μπλε Βάλτος» είναι μια δημιουργία του αμερικανού με κορεάτικη καταγωγή Justin Chon, και στην οποία ασχολείται με το θέμα της απέλασης. Και ενώ σε έναν γνήσιο σινεφίλ μπορεί να μη μοιάζει ιδιαίτερα πρωτότυπο, εδώ εστιάζει σε ένα μείζον πρόβλημα της περιόδου που πλήττει την Αμερική, όπως φανερώνει και η αναγραφή αληθινών περιπτώσεων στους τίτλους τέλους: την απέλαση νομίμως υιοθετημένων παιδιών μη αμερικανικής καταγωγής. Αντικρούοντας τις φωνές που υποστηρίζουν το αντίθετο επικαλούμενοι την κινηματογραφική παρακαταθήκη του παρελθόντος, ο Chon αποδεικνύει πως ένας ικανός καλλιτέχνης που ζει εκ των έσω το θέμα με το οποίο καταπιάνεται, αναδεικνύει πτυχές του που οι υπόλοιποι δεν διαθέτουμε την εμπειρία ώστε να τις διανοηθούμε.

Μία από τις σημαντικότερες «καινοτομίες» είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, που επίσης υποδύεται ο Chon, ο οποίος, θέτοντάς το απλά, δεν είναι τέλειος. Εν αντιθέσει με την τάση αγιοποίησης των αδικημένων πρωταγωνιστών του παρελθόντος που υποφέρουν άδικα από το σύστημα ως μια τρόπον τινά εξιλέωση των αμερικανών δημιουργών εκ μέρους της κοινωνίας στην οποία ανήκουν, εδώ ο ήρωας είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που όσο οι δυσκολίες που τον επιβαρύνουν συσπειρώνονται, τόσο αυτός παίρνει λάθος αποφάσεις που τον οδηγούν σε ρήξη με την οικογένειά του, τους μόνους ανθρώπους που έχει στο πλάι του. Χαρακτηριστική επίσης είναι η έλλειψη οποιουδήποτε λευκού σωτήρα, αν μη τι άλλο όλοι οι εκπρόσωποι της στερεοτυπικής αμερικανικής τάξης μοιάζουν απρόθυμοι να παράσχουν οποιαδήποτε βοήθεια, είτε αυτοί εκπροσωπούνται από τον φιλοχρήματο δικηγόρο είτε την πεθερά του που αρνείται ακόμα και να αναγνωρίσει την παρουσία του στο σπίτι.

Φυσικά, ο Chon δεν φορά παρωπίδες όσον αφορά τα προβλήματα του κοινωνικού του περίγυρου, αντ’ αυτού φροντίζει να πλαισιώσει τον ήρωά του από μια σειρά χαρακτήρων με τη δική τους υποϊστορία, πιο έντονη αυτή της υπέροχης Linh Dan Pham, μιας βιετναμέζας γυναίκας με καρκίνο, την ύπαρξη της οποίας ο Chon αξιοποιεί ώστε να εντείνει την αίσθηση της κοινότητας εντός των φυλετικών μειονοτήτων.

Παρόλες τις αρετές στη δημιουργική ματιά της όμως, η ταινία φαντάζει περισσότερο μεγαλεπήβολη στην κατασκευή της από όσο θα ήταν ίσως αρεστό. Η σκηνοθεσία του Chon, χάρη στη σαφήνειά της, στήνει ικανοποιητικά μια πλειάδα από σκηνές διαφορετικού ύφους, είτε πρόκειται για μια μακροσκελή σκηνή διαλόγου ή για μια σκηνή καταδίωξης υψηλού σασπένς, ή ακόμα και μια μουσική ερμηνεία της Alicia Vikander μπροστά σε δεκάδες ακροατές, όμως η συνύπαρξή τους στην ίδια ταινία ενδεχομένως να δοκιμάσει ανά στιγμές την υπομονή του κοινού νιώθοντας πως ο δημιουργός ξεμακραίνει από το κατά τα άλλα σαφές του μήνυμα, όσο κι αν επιχειρεί να τις ενοποιήσει υπό το πρίσμα μιας προσέγγισης 70’s ανεξάρτητου κινηματογράφου.

Αν μη τι άλλο όμως, επιτυγχάνει να δώσει έναν άξιο δυναμισμό σε ένα σπαραξικάρδιο φινάλε που σίγουρα θα έμοιαζε μελοδραματικό αν δεν είχε καταφέρει να βάλει τον θεατή στην καρδιά της ψυχοσύνθεσης του ήρωά του, αποδεικνύοντας την αλήθεια μιας άλλης έκφρασης των καιρών μας που λέει πως κάποιες ιστορίες είναι καλύτερο να τις αφηγούνται οι πρωταγωνιστές της.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.