Κυνηγημένη από ένα ανεξήγητο τραύμα από το παρελθόν της και βιώνοντας μια σειρά από μυστηριώδεις συμπτώσεις, η Αδελαΐδα νιώθει την παράνοιά της να φτάνει σε ανησυχητικά επίπεδα καθώς όλο και περισσότερο αισθάνεται και πιστεύει ότι κάτι κακό θα συμβεί στην οικογένειά της. Αφού έχουν περάσει μια τεταμένη ημέρα στην παραλία με τους φίλους τους, τους Τάιλερς, η Αδελαΐδα και η οικογένειά της επιστρέφουν στο σπίτι τους. Όταν πέφτει το σκοτάδι, οι Γουίλσον ανακαλύπτουν τις μορφές τεσσάρων ανθρώπων όπως στέκονται ασυνήθιστα στον δρόμο…

Σκηνοθεσία:

Jordan Peele

Κύριοι Ρόλοι:

Lupita Nyong’o … Adelaide Wilson

Winston Duke … Gabriel ‘Gabe’ Wilson

Evan Alex … Jason Wilson

Shahadi Wright Joseph … Zora Wilson

Elisabeth Moss … Kitty Tyler

Tim Heidecker … Josh Tyler

Yahya Abdul-Mateen II … David Stone

Anna Diop … David Stone

Kara Hayward … Nancy

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jordan Peele

Παραγωγή: Jason Blum, Ian Cooper, Sean McKittrick, Jordan Peele

Μουσική: Michael Abels

Φωτογραφία: Mike Gioulakis

Μοντάζ: Nicholas Monsour

Σκηνικά: Ruth De Jong

Κοστούμια: Kym Barrett

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Us

Ελληνικός Τίτλος: Εμείς

Παραλειπόμενα

  • Στην ταινία κάνει ντεμπούτο ο νεαρός Duke Nicholson. Πρόκειται για εγγονό του Jack Nicholson.
  • Οι φήμες ήθελαν να είναι ανεπίσημο σίκουελ του Τρέξε (2017).
  • Σύμφωνα με τον δημιουργό, πηγή έμπνευσης ήταν ένα επεισόδιο της σειράς The Twilight Zone, και συγκεκριμένα το Mirror Image (1960).

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 21/3/2019

Ένα συμπέρασμα γίνεται φανερό μετά το πέρας της θέασης του νέου πονήματος του Jordan Peele: ο νεοφερμένος αυτός κινηματογραφιστής, ορμώμενος εκ του χώρου της τηλεόρασης, επιθυμεί να αποκτήσει το στίγμα του δημιουργού στο πλαίσιο που κινείται. Ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος κατορθώνει να στήσει ένα απολύτως επιτυχημένο σύνολο, πράγματι φαίνεται στο μόλις δεύτερο σκηνοθετικό του εγχείρημα να έχει κατοχυρώσει μια ευδιάκριτη υπογραφή. Σχεδόν ό,τι υπήρχε και στο «Τρέξε!» βρίσκεται κι εδώ: η κοινωνικοπολιτική αλληγορία, η οποία εδώ έχει μεγαλύτερο εύρος και περισσότερη φιλοδοξία, το υπονομευτικό χιούμορ που λειτουργεί και ως έμμεση κριτική στη φόρμα του θρίλερ (αν κι εδώ η δοσολογία είναι σαφώς μικρότερη από τον προκάτοχο αυτού του φιλμ), η έμφαση στον οπτικό συμβολισμό και φυσικά η αφροκεντρική προσέγγιση. Κι ενώ δεν γίνεται παρά να εκτιμηθεί το ότι ο Peele χτίζει σιγά σιγά μια δική του, ξεχωριστή «μάρκα» τρόμου, δυστυχώς το όλο εγχείρημα ταλανίζεται από προβλήματα, κάποια παρόμοια με αυτά που διέτρεχαν την προηγούμενη δουλειά του σκηνοθέτη του, κάποια διαφορετικά. Ίσως το μεγαλύτερο είναι πως το χτίσιμο του σύμπαντος που επιχειρείται, με δεδομένη την πρόθεση για ένα σχόλιο πραγματικά μεγάλου εύρους, εστιάζει περισσότερο στο πώς αυτός ο τεχνητός κόσμος θα επικοινωνήσει καλύτερα το μήνυμα, αγνοώντας κρίσιμες λεπτομέρειες που οδηγούν σε κενά λογικής και τρύπες στο σενάριο, αναπόφευκτα εντέλει και σε τσαπατσούλικες λύσεις σε πολλά σημεία.

Αν επιτυγχάνεται εδώ κάτι πιο πολύ σε σύγκριση με το «Τρέξε!», αυτό είναι σίγουρα μια πιο αποτελεσματική δημιουργία ατμόσφαιρας και φόβου. Αγκαλιάζοντας πιο σφιχτά το μεταφυσικό και αποφασισμένος για πιο καθαρόαιμο τρόμο σε σχέση με την προαναφερθείσα ταινία, το «Εμείς» βρίσκει τον ιθύνοντα νου πίσω από τη σύλληψή του με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση κι έλεγχο επάνω στα «κουμπιά» του είδους που εκπροσωπεί, παραδίδοντας ουκ ολίγες εμπνευσμένες στιγμές έντασης και σασπένς. Επιπλέον ευτυχεί έχοντας για πρωταγωνίστρια τη Lupita Nyong’o, η οποία επιτέλους μετά από το Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος» αναλαμβάνει έναν ρόλο που όντως προσφέρεται για την ανάδειξη των δυνατοτήτων της που δυστυχώς δεν έχουν αξιοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό σε ό,τι της έχει ανατεθεί στο σινεμά μετά από εκείνη τη δίκαιη βράβευση. Αυτά τα στοιχεία όμως δεν αρκούν για να μπαλώσουν ικανοποιητικά τις υπάρχουσες αδυναμίες που προσγειώνουν κάπως άδικα το τελικό αποτέλεσμα και που δεν περιορίζονται μονάχα στις ανακολουθίες απέναντι στους άτυπους κανόνες που θέτει το σενάριο για το περιβάλλον που χτίζει, αλλά επεκτείνονται και αλλού, από το γεγονός ότι το ομολογουμένως έξυπνο κεντρικό εύρημα δεν φαίνεται να εκμεταλλεύεται στο μέγιστο με συνέπεια συχνά η αφήγηση να οδηγείται σε μια κουραστική επαναληπτικότητα μέχρι την ανυπαρξία χαρακτήρων με «τρισδιάστατη» ψυχολογική υπόσταση πέραν του πρωταγωνιστικού.

Πρόκειται για ένα ωριμότερο πόνημα σε σχέση με το προηγηθέν «χτύπημα» του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και συμπαραγωγού από την άποψη πως εδώ δεν νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει αυτό που ονομάζεται ευρύ κοινό, αποφασίζει να δώσει κάτι πιο προσωπικό και ιδιαίτερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως συνεπάγεται ένα πεσιμιστικό φινάλε σαν αυτό που επιλέγεται. Εμπλουτισμένη είναι και η γκάμα των αναφορών του, από τη «Λάμψη» και τη «Μακάβρια Εισβολή» σε κινηματογραφικό επίπεδο, μέχρι τον Rene Magritte! Είναι κρίμα λοιπόν που αυτές οι αναβαθμίσεις δεν σημαίνουν κι έναν ανάλογο βηματισμό προς τα εμπρός στην ποιότητα για τον φερέλπιδα «εγκέφαλο» του φιλμ, γιατί νοηματικά και υφολογικά έχει προχωρήσει, αλλά δεν έχει βρει τη σωστή συνταγή για να απαλλαγεί από κάποιες παθογένειες που πλήττουν αυτό που έχει οραματιστεί συνολικά. Άγνωστο το αν μέχρι να έρθει η ώρα να πάει ξανά πίσω από την κάμερα θα έχει βρει το «κλειδί» για την καλλιτεχνική του ωρίμανση, μιας κι εδώ ήδη φλερτάρει με την ανακύκλωση θεματικών που έχει καλύψει και προηγουμένως. Αν μπορέσει να ξεφύγει μελλοντικά από την παγίδα του αναμασήματος, πολύ πιθανό να έρθει και κάτι πραγματικά σπουδαίο από τον ίδιο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.