Η Ουντίν είναι ιστορικός, και εργάζεται ως ξεναγός σε μουσείο του Βερολίνου. Η ανέμελη ομορφιά της συνδυάζεται με τον τρόπο που μεταδίδει τις γνώσεις της πάνω στην πόλη, μια μητρόπολη χτισμένη πάνω σε βάλτους. Ολοένα όμως και το βλέμμα της καρφώνεται στην παρακείμενη καφετέρια, για να δει αν αυτός είναι εκεί. Όταν όμως αυτός, ο Γιόχαν, έρχεται η ώρα του για να φύγει, ο κόσμος της Ουντίν καταρρέει. Η μαγεία χάνεται, και ο αρχαίος μύθος που συνοδεύει το όνομα της γίνεται πραγματικότητα. Πλέον, πρέπει να σκοτώσει αυτόν που την πρόδωσε και να επιστρέψει στο νερό…

Σκηνοθεσία:

Christian Petzold

Κύριοι Ρόλοι:

Paula Beer … Undine Wibeau

Franz Rogowski … Christoph

Maryam Zaree … Monika

Jacob Matschenz … Johannes

Anne Ratte-Polle … Anna

Gloria Endres de Oliveira … Antonia

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Christian Petzold

Παραγωγή: Florian Koerner von Gustorf, Michael Weber

Φωτογραφία: Hans Fromm

Μοντάζ: Bettina Bohler

Σκηνικά: Merlin Ortner

Κοστούμια: Katharina Ost

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Undine
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Νύμφη του Νερού

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου. Βραβείο γυναικείας ερμηνείας (Paula Beer) και βραβείο FIPRESCI.
  • Βραβείο γυναικείας ερμηνείας (Paula Beer) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία.
  • Υποψήφιο για καλύτερη ταινία και ήχο στα εθνικά βραβεία της Γερμανίας.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 31/12/2020

Ακόμη ένα ιδιαίτερο φιλμ από τον Christian Petzold, αρκετά εγκεφαλικό μεν, όπως συνηθίζει άλλωστε ο ίδιος, αλλά και με έναν απρόσμενο για το σύνηθες ύφος του ιδιόμορφο ρομαντισμό, πιο πρωτόλειο και αγνό από την πιο «πλαστική» παραλλαγή του που έχει καθιερωθεί στο mainstream κύκλωμα καλλιτεχνικής έκφρασης.

Παραδόξως, το ένα χαρακτηριστικό εδώ δεν ακυρώνει το άλλο: συνυπάρχουν σε μια ισορροπία, από αυτές που περιμένει κάποιος από την κινηματογραφία της Γηραιάς Ηπείρου. Αυτό που προκύπτει είναι κάτι σαν ένα γήινο παραμύθι. Παρότι η «Νύμφη του Νερού» έχει στοιχεία που ενδέχεται να ξενίσουν τον θεατή που έχει εκείνα τα γνωρίσματα που καταχρηστικά τον κατηγοριοποιούν ως «μέσο», όπως μια ελλειπτικότητα στην αφήγηση, ειδικά όσον αφορά τους κανόνες της ιδιότητας της ηρωίδας, γενικά δεν αποτελεί απαραίτητα και μια «δύστροπη» εμπειρία, λόγω της προαναφερθείσας εστίασης του Petzold στον συναισθηματικό παράγοντα για το σημαντικότερο κομμάτι της ταινίας. Παράλληλα, εντοπίζεται μια έντονη χρήση του συμβολισμού: οι διαλέξεις της πρωταγωνίστριας γύρω από την ιστορία της πολεοδομίας του Βερολίνου, με τις πολύπλοκες διαδρομές από το ένα πολιτικό καθεστώς στο άλλο στο πέρασμα των αιώνων και των δεκαετιών και τις κοσμογονικές αλλαγές που αυτές συνεπάγονται, μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν και τη γενικότερη πορεία της ανθρωπότητας από τη δεισιδαιμονία του μυθικού και του μεταφυσικού στοιχείου που εκπροσωπεί η Undine στον -ίσως και φαινομενικό- τεχνοκρατικό ορθολογισμό του σήμερα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Αλλά και η ίδια η αντίστιξη ανάμεσα στο μπαγκράουντ του Βερολίνου, τακτικό, καθαρό, αποστειρωμένο, και στο γοητευτικό και συνάμα τρομακτικό αίνιγμα της υπόστασης της Undine υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τη διαμάχη μεταξύ κοινωνικής σύμβασης και ορμέμφυτου που διατρέχει την προβληματική του σεναρίου και αποτυπώνεται κι από το προσωπικό δίλημμα του έτερου σημαντικού χαρακτήρα, που υποδύεται ο Franz Rogowski. Το ποιος πραγματικά κερδίζει σε αυτή τη σύγκρουση, αφήνεται στην κρίση του θεατή μέσα από ένα έξυπνο φινάλε.

Είναι αλήθεια πως η προσήλωση του σκηνοθέτη και σεναριογράφου σε ένα προσγειωμένο ύφος «λαβώνει» ελαφρώς την εν δυνάμει υπερβατικότητα του μυθολογικού στοιχείου. Ένα τέτοιο σεναριακό εύρημα σίγουρα χωρούσε περισσότερο λυρισμό, μεγαλείο και υποβλητικότητα (όμορφες κάποιες αιθέριες σκηνές που παραπέμπουν σε όνειρο, αλλά είναι λίγες σχετικά στον αριθμό), και όσο κι αν οι δημιουργικές επιλογές του Petzold είναι κατανοητές από την άποψη πως θέλει να διατηρήσει μια ομοιόμορφη σκηνοθετική ταυτότητα από φιλμ σε φιλμ, ταυτόχρονα δεν μπορεί κάποιος παρά να σκεφτεί πώς θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα αν τολμούσε να δώσει έμφαση στο φανταστικό με αυτό τον τρόπο. Ίσως από Γαλλία μεριά, με μια παρόμοια αφετηρία να γινόταν η επιλογή μιας τέτοιου τύπου διαδρομής (ο Carax έρχεται στο μυαλό). Αλλά ακόμη κι αν η απογείωση δεν έρχεται στον επιθυμητό βαθμό, είναι πολύ δύσκολο ένας ανοιχτός θεατής να μη νιώσει ότι ιντριγκάρεται έστω και λίγο από αυτό που ξεδιπλώνεται στην οθόνη.

Ο Petzold αξιοποιεί ξανά το πρωταγωνιστικό ζευγάρι που είχε και στο ελαφρώς ανώτερο καλλιτεχνικά «Transit», αυτή τη φορά προσδίδοντάς του μια αρκετά διαφορετική δυναμική. Οι ρόλοι από φιλμ σε φιλμ πάντως έχουν αξιοπρόσεκτες ομοιότητες: η Paula Beer εκπέμπει κι εδώ έναν αέρα «μοιραίας», και ο Rogowski, αν και περισσότερο εξωστρεφής εδώ, αναπαράγει πάλι ένα μοτίβο απροσάρμοστου με τη γνωστή του ξεχωριστή προσέγγιση. Η πρώτη πάντως ειδικά δίνει εδώ την καλύτερη ερμηνεία τής μέχρι τώρα καριέρας της (δίκαιη η βράβευσή της στο Βερολίνο), ισοσταθμίζοντας αξιοθαύμαστα τη διττή φύση του χαρακτήρα της, την ευάλωτη και την επικίνδυνη πλευρά του, την ανθρώπινη και την υπερφυσική διάστασή του. Χωρίς το συγκεκριμένο δίδυμο, που διεκπεραιώνει με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα τις κατευθυντήριες γραμμές, πιθανότατα το σύνολο να μη λειτουργούσε καθόλου.

Όσοι δεν φοβούνται το «διαφορετικό», κι ακόμη περισσότερο εκείνοι που το κυνηγούν, σίγουρα θα εκτιμήσουν τις ουκ ολίγες και διόλου ευκαταφρόνητες αρετές της «Νύμφης του Νερού». Πρόκειται για σινεμά που βρίσκεται εκτός συνταγών και που δεν αγνοεί τα εναλλακτικά μονοπάτια, προς τιμήν του.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.