1962. Ο χαρισματικός Τσέστερ και η σύζυγος του, Κολέτ, φτάνουν στην Αθήνα. Κατά την επίσκεψη τους στην Ακρόπολη, γνωρίζουν τον Ράινταλ, έναν νεαρό Αμερικάνο που εργάζεται εκεί ως ξεναγός, ενώ ταυτόχρονα διασκεδάζει να εξαπατά τουρίστες. Μαγεμένος από την ομορφιά της Κολέτ και τη φινέτσα του Τσέστερ, δέχεται την πρόσκληση τους για δείπνο. Δεν είναι όλα όμως όπως φαίνονται. Όταν τους επισκέπτεται, ο Τσέστερ ζητά από τον Ράινταλ να τον βοηθήσει να μεταφέρει έναν φαινομενικά αναίσθητο άντρα, που ισχυρίζεται ότι μόλις του επιτέθηκε. Συμφωνεί, αλλά καθώς τα γεγονότα εναλλάσσονται, βρίσκει τον εαυτό του σε κίνδυνο, κι ανίκανο να αντιδράσει.

Σκηνοθεσία:

Hossein Amini

Κύριοι Ρόλοι:

Viggo Mortensen … Chester MacFarland

Kirsten Dunst … Colette MacFarland

Oscar Isaac … Rydal

Yigit Ozsener … Yahya

Daisy Bevan … Lauren

David Warshofsky … Paul Vittorio

Όμηρος Πουλάκης … Νίκος

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Hossein Amini

Παραγωγή: Tim Bevan, Eric Fellner, Robyn Slovo, Tom Sternberg

Μουσική: Alberto Iglesias

Φωτογραφία: Marcel Zyskind

Μοντάζ: Nicolas Chaudeurge, Jon Harris

Σκηνικά: Michael Carlin

Κοστούμια: Steven Noble

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Two Faces of January

Ελληνικός Τίτλος: Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Two Faces of January της Patricia Highsmith.

Παραλειπόμενα

  • Τα γυρίσματα στην Ελλάδα έγιναν στην Αθήνα, τα Χανιά και την Κνωσό.
  • Σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον Hossein Amini. Όπως ο ίδιος δήλωσε, η μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου του 1964 ήταν στα σχέδια του επί 15 χρόνια.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Γιώργος Δαβίτος

Έκδοση Κειμένου: 18/6/2014

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith, αυτή η ηλιόλουστη προσαρμογή στον κινηματογράφο από τον συγγραφέα του «Drive», Hossein Amini, θέτει τον πήχη πολύ ψηλά για σκηνοθετικό ντεμπούτο. Παρακολουθώντας όμως το έργο, οδηγούμαστε σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα (η ύπαρξη μιας καθαρά «hitchcockian» ξανθιάς στον πρωταγωνιστικό ρόλο σχεδόν μας προκαλεί να κάνουμε συγκρίσεις) πως αν ο Hitchcock γυρνούσε αυτήν την ταινία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κατά πάσα πιθανότητα θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Δυστυχώς, όμως, ο Amini δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μεγάλη ένταση από τους ηθικά σε κίνδυνο πρωταγωνιστές τους και τις δολοφονικές περιπέτειες που τους συμβαίνουν, με αποτέλεσμα η ταινία του να διαθέτει μεν ένδοξο ελληνικό φως σε αφθονία, αλλά να είναι αναπάντεχα λειψή τόσο σε ψυχολογική πολυπλοκότητα, όσο και γνήσια συγκίνηση.

Η πρώτη μισή ώρα του έργου καταφέρνει και διατηρεί το ενδιαφέρον μας χάρη στις συνεχείς αποκαλύψεις από το παρελθόν των πρωταγωνιστών, αλλά και τα ασαφή κίνητρα με τα οποίο κινούνται. Προσθέτοντας στο παραπάνω μερικές ντεμοντέ κινηματογραφικές απολαύσεις, όπως παραδείγματος χάρη την απειλή με όπλο σε ένα φανταχτερό δωμάτιο ξενοδοχείου, αλλά και την κομψότητα και ρετρό αίσθηση που υπάρχει διάχυτη στο έργο, το «Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου» έμοιαζε, τουλάχιστον για την πρώτη μισή ώρα, να πατά γερά στα πόδια του και έδειχνε σημάδια μιας πολλά υποσχόμενης ταινίας. Καθώς όμως οι στρώσεις από ίντριγκα σταδιακά αποκαλύπτονται, αυτό που απομένει αρχίζει να φαίνεται ολοένα και λιγότερο ελκυστικό. Η ακλόνητα ντεμοντέ προσέγγιση του Amini στην κατασκευή του σκηνοθετικού του ντεμπούτου αποδεικνύεται τελικώς επιζήμια και οδηγεί στη δημιουργία μιας ταινίας χωρίς τη λάμψη, αλλά και το απαραίτητο κύρος που τέτοιες ταινίες απαιτούν. Χρησιμοποιώντας σκηνοθετικά τρικ, αγωνίζεται να κοινωνήσει τα κίνητρα των χαρακτήρων του σε εμάς, και ως εκ τούτου αρχίζουμε να αποστασιοποιούμαστε περαιτέρω από την πλοκή όσο εκείνη προχωράει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Amini κάνει το σοβαρό λάθος και επιτρέπει στους χαρακτήρες του να έχουν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι επιτρέπει στο ακροατήριό του. Αυτό σημαίνει ότι εμείς σαν κοινό περνάμε την περισσότερη μας ώρα προσπαθώντας να καλύψουμε τη διαφορά μας με την πλοκή, αντί εκείνη να μας τραβάει με την εξέλιξη της. Παρά τα λάθη του Amini, όμως, η κεντρική πλοκή του έργου, ούτως ή άλλως, δεν διαθέτει κανένα ενδιαφέρον. Κάθε μεγάλη αποκάλυψη για κάτι στο παρελθόν παρουσιάζεται ως ένα πράγμα που ναι μεν ήταν γραφτό να μας εκπλήξει, αλλά φαινόταν σαν δεδομένο από την αρχή. Στο δε τέλος, το ερώτημα «αυτό ήταν;» στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό σου μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι η ταινία που μόλις παρακολούθησες ήταν χωρίς ουσία.

Εν κατακλείδι, η καλή εμφάνιση μιας ταινίας (κοστούμια, σκηνικά, φωτογραφία) θα πρέπει να είναι ένα σύμπτωμα της επιτυχίας της και όχι το μόνο συστατικό της. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ! Αν σας αρκεί να δείτε ένα τρίο από όμορφα αστέρια όπως ο Isaac, η Dunst κι ο Mortensen να περιδιαβαίνουν στην όμορφη Αθήνα και την Κρήτη, δείτε την. Αν όχι, βγείτε και δώστε του να καταλάβει με ένα μπουκάλι ούζο. Πιο ωραία θα περάσετε!

Βαθμολογία:


Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 26/4/2015

Η συγκεκριμένη νουβέλα της Πατρίσια Χάισμιθ δεν προσφέρει μια πλοκή κατάλληλη για σύγχρονο θρίλερ, και ο ταλαντούχος ιρανο-βρετανός σεναριογράφος Χοσείν Αμίνι («Jude»), κάνοντας το ντεμπούτο του και ως σκηνοθέτης, δεν καταφέρνει να περάσει στα πλάνα του το ζουμί πίσω απ’ την αφήγηση. Στο πρώτο μέρος, αποτυγχάνει να αποτυπώσει τη δυνατή έλξη του ξεναγού προς τη γυναίκα του Τσέστερ, ώστε να αποκτούν νόημα όλα όσα ακολουθούν. Γενικότερα αποτυγχάνει να κάνει πειστικές κι ενδιαφέρουσες για μας τις συμπεριφορές των ηρώων. Και καθώς η πλοκή είναι ισχνή για τα σημερινά δεδομένα, η δραματική έλλειψη κάνει το φιλμ να μοιάζει με σινε-ρετροσπεκτίβα. Μένει μόνο η αναπαράσταση της παλιάς Αθήνας και κάποιες ειδυλλιακές εικόνες απ’ την Κρήτη. Οι Βίγκο Μόρτενσεν, Όσκαρ Άιζακ και Κίρστεν Ντανστ αδυνατούν να σώσουν μια τέτοια αμήχανη σκηνοθεσία.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.