Ένας πωλητής από το Ιλινόις, ο Ρέι Κροκ, συναντά τους αδελφούς Μακ και Ντικ ΜακΝτόναλντ, οι οποίοι διευθύνουν ένα χαμπουργκεράδικο στη Νότια Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1950. Ο Κροκ πετυχαίνει να αναλάβει τα ηνία της επιχείρησης τους. Κανείς φυσικά δεν θα περίμενε πως το 1961 αυτή θα ήταν μία από τις πλουσιότερες επωνυμίες στον πλανήτη, τα γνωστά φαστ-φουντ McDonald’s.

Σκηνοθεσία:

John Lee Hancock

Κύριοι Ρόλοι:

Michael Keaton … Ray Kroc

Nick Offerman … Richard ‘Dick’ McDonald

John Carroll Lynch … Maurice ‘Mac’ McDonald

Linda Cardellini … Joan Smith

B.J. Novak … Harry J. Sonneborn

Laura Dern … Ethel Kroc

Patrick Wilson … Rollie Smith

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Robert Siegel

Παραγωγή: Don Handfield, Jeremy Renner, Aaron Ryder

Μουσική: Carter Burwell

Φωτογραφία: John Schwartzman

Μοντάζ: Robert Frazen

Σκηνικά: Michael Corenblith

Κοστούμια: Daniel Orlandi

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: The Founder

Ελληνικός Τίτλος: Ο Ιδρυτής μιας Αυτοκρατορίας

Παραλειπόμενα

  • Ο Tom Hanks απέρριψε τον πρώτο ρόλο.
  • Οι αδελφοί Coen δήλωσαν πως τους άρεσε το σενάριο και ήθελαν να το γυρίσουν. Αλλά ο προγραμματισμός τους άλλαξε. Ο τελικός σκηνοθέτης, ο John Lee Hancock, αρχικά είχε απορρίψει την πρόταση, αλλά όταν διάβασε το σενάριο την αποδέχτηκε.
  • Ο Michael Keaton εξεπλάγη από το γεγονός ότι ο αληθινός Ρέι Κροκ λάτρευε να παίζει πιάνο. Έτσι, πήρε κι ο ίδιος μαθήματα πιάνου, και στις αντίστοιχες σκηνές παίζει ο ίδιος. Στα γυρίσματα, φορούσε ακουστικά ακούγοντας τη φωνή του Κροκ από συνεντεύξεις, ώστε να πιάσει τη χροιά του.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 21/2/2017

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση θα μπορούσε να στηθεί πάνω σε ένα πολύ επίκαιρο πολιτικά και κοινωνικά ερώτημα: Πώς ορίζει κανείς την επιτυχία; Έως ποιο σημείο είναι ικανός να φτάσει κάποιος, προκειμένου να αρπάξει από τα μαλλιά τη μεγάλη ευκαιρία, αυτή που παρουσιάζεται ίσως μόνο μία φορά στη ζωή; Και εντέλει, για ποιο λόγο η λέξη “αυτοδημιούργητος” αποσπά μονάχα θετικά σχόλια, αφήνοντας μια αίσθηση ότι όντως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Εξετάζοντας έμμεσα την αυγή του μεταπολεμικού βιομηχανικού καπιταλισμού γεμάτου εταιρικές συγχωνεύσεις, συμβολαιογραφικές δικλείδες ασφαλείας και νομικές διατάξεις πνευματικής ιδιοκτησίας, ο σκηνοθέτης Τζον Λι Χάνκοκ («Μια Σχέση Στοργής», «Η Μαγική Ομπρέλα») αναζητά στην ιδέα της ίδρυσης της εμπορικής αυτοκρατορίας των ΜακΝτόναλντς, τη ζωή και το έργο αυτού που έπεισε τους πάντες ότι ολόκληρη η Αμερική δεν γνώριζε ότι χρειαζόταν ένα φαστφουντάδικο με λαμπερές, χρυσές αψίδες, μέχρι που απέκτησε ένα (ή δύο, ή τρία) στη γωνία κάθε γειτονιάς της.

Πώς στο καλό, ένας πενηνταδυάχρονος σχεδόν ξοφλημένος πλανόδιος πωλητής μηχανών για μιλκσέικ μετατρέπεται στον πιο πετυχημένο άνθρωπο του food business παγκοσμίως; Το φιλμ, ιδίως στην πρώτη πράξη του, προσεγγίζει την καθημερινότητα του Ρέι Κροκ -του μικροαστού με επίθετο που παραπέμπει σε άγριο ζώο-το 1950, με μία ήπια συμπάθεια, καθώς ο σκληρά εργαζόμενος μεσήλικας βλέπει τους ιδιοκτήτες εστιατορίων και ντράιβ ιν να του κλείνουν αδιάφορα τις πόρτες στα μούτρα, μετά τον κλασικό κονσερβοποιημένο μονόλογο που τους απευθύνεται. Δε θα συμβεί όμως το ίδιο με μια μικρή καντίνα με χάμπουργκερ του άσημου προαστίου Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνια, της οποίας οι ιδιοκτήτες (και πρωτοπόροι της βιομηχανίας του fast food) Ντικ και Μακ ΜακΝτόναλντ έχουν εφεύρει ένα καινοτόμο σύστημα αυτοματοποιημένης παραγωγής και σερβιρίσματος φαγητού χωρίς μαχαιροπίρουνα, πιάτα και πολύωρες αναμονές. Είναι ακριβώς αυτή η στιγμή που ολόκληρη η αμφισημία του φιλμ δείχνει επιδέξια συμπτυγμένη στον τίτλο του: Αφού οι δύο καλόβολοι (στα όρια του αφελούς) ιδιόκτητες ενδώσουν στα μεγαλόπνοα σχέδια του Κροκ για το στήσιμο ενός διευρυμένου φραντσάιζ εστιατορίων, το οποίο όπως διατείνεται θα διατηρεί την αυθεντική τεχνογνωσία, ποιότητα και αγάπη για το φαγητό της αρχικής επιχείρησης, συνειδητοποιείς πολύ γρήγορα στην αδυναμία μιας σαφούς και εύκολης απάντησης για το ποιος τελικά είναι ο ιδρυτής των ΜακΝτόναλντς: αυτός που πρώτα έφτιαξε το μπέργκερ, ή αυτός που ανακάλυψε πώς να το πουλάει σωστά;

Καθώς η διαδικασία της μεγαλύτερης και πιο προσοδοφόρας εταιρικής εξαγοράς στην ιστορία της Αμερικής συνυφαίνεται με την προσωπική βιογραφία του μετέπειτα ιδιοκτήτη της, ο Μάικλ Κίτον προσφέρει μια πανέξυπνη ερμηνεία στον πρωταγωνιστικό ρόλο, απεικονίζοντας ένα υπερμέγεθες μωρό ντυμένο με τα φθαρμένα ρούχα του αμερικάνικου ονείρου, το οποίο απλώνει το χέρι και παίρνει ό,τι του αρέσει, περιμένοντας στη συνέχεια να δικαιολογηθεί χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την σχεδόν θεϊκή απολυτότητα του νόμου της αγοράς. Μέσω της παντελούς ανυπαρξίας τύψεων και ηθικών ενδοιασμών (φέρνοντας οξύμωρα στο νου τους υπεραισιόδοξους ήρωες του Φρανκ Κάπρα που οτιδήποτε και να τους συμβεί αισθάνονται διαρκώς ευτυχισμένοι) μοιάζει να αποτελεί ένα ζωντανό σήμα κατατεθέν του παγκόσμιου καπιταλισμού, καταρρίπτοντας τον ένα μετά τον άλλο τους όποιους κανόνες ποιότητας, μπροστά στη μαζικότητα της απαίτησης. Ο Χάνκοκ αποτυπώνει στη συμπεριφορά του Κροκ μια μόνιμη αίσθηση του επείγοντος, αφήνοντάς σε επιδέξια να στοχάζεσαι πάνω στην έννοια της λέξης «junk food», και αποδίδει στον μακιαβελικό του ήρωα την ικανότητα να βλέπει την παγκόσμια εμπορική προοπτική, που όμως ανεγείρεται μέσω μιας αρρωστημένης επιμονής, ασυγκράτητης προσωπικής φιλοδοξίας και ανελέητα καιροσκοπικής και ναρκισσιστικής συμπεριφοράς.

Αν το καλοσκεφτείς, «Ο Ιδρυτής μιας Αυτοκρατορίας» μοιάζει σαν ένα θεματικό prequel του αιρετικού ντοκιμαντέρ του Μόργκαν Σπέρλοκ «Super Size Me», εξηγώντας με σαφήνεια γιατί τελικά φαντάζει απόλυτα φυσικό αυτό που πρόκειται να υποστεί ο σκηνοθέτης-πρωταγωνιστής της ταινίας του 2004. Η αίσθηση της ματαίωσης που γεμίζει σε στιγμές η αφήγηση (συνδυασμένη με την «διαφημιστική» γυαλάδα της κινηματογράφησης του Τζον Σβάρτσμαν), περνά ξεκάθαρα στην απέναντι όχθη, μην αγγίζοντας τον αδιαμφισβήτητο νικητή, αλλά όλους τους υπόλοιπους, τους χαμένους. Πάντως, η ξεκάθαρη ειρωνεία αυτής της άβολης, αλλά καλοστημένης και αποδοτικής biopic, έγκειται στο γεγονός ότι άπαντες οι πελάτες των ΜακΝτόναλντς απεικονίζονται σχεδόν λοβοτομημένα χαρούμενοι. Ίσως λοιπόν αυτό να είναι και το γενικό της συμπέρασμα. Ίσως πάλι -αντιστρέφοντας τους εμψυχωτικούς λόγους των δίσκων που ακούει τα βράδια ο πρωταγωνιστής- να έχουμε τελικά κατά βάθος αποδεχτεί ότι τίποτε στη ζωή δεν είναι πιο σύνηθες από τους ατάλαντους και επιτυχημένους.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.