Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μια βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του συζύγου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα. Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνωμοσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία. Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Σκηνοθεσία:

Άγγελος Φραντζής

Κύριοι Ρόλοι:

Κάτια Γκουλιώνη … Άννα

Ανδρέας Κωνσταντίνου … Πέτρος

Indra Burkovska … ο δασκάλα

Juris Bartkevics … ο πρόεδρος

Ivars Puga … Matthias

Katrine Pasternaka … Valentina

Regina Razuma … Amelia

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Σπύρος Κρίμπαλης

Παραγωγή: Βασίλης Αλατάς, Γιώργος Καρναβάς, Κωνσταντίνος Κοντοβράκης, Άγγελος Φραντζής

Μουσική: Coti K.

Φωτογραφία: Simon Beaufils

Μοντάζ: Nelly Ollivault

Σκηνικά: Laura Dislere

Κοστούμια: Ieva Kupcane

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Ακίνητο Ποτάμι

Διεθνής Τίτλος: Still River

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο σκηνοθεσίας, φωτογραφίας και κοστουμιών στα βραβεία Ίρις. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σενάριο, δεύτερο γυναικείο ρόλο (Indra Burkovska), μουσική, σκηνικά και ήχο.

Παραλειπόμενα

  • Τα κεντρικά γυρίσματα του φιλμ έγιναν στην πόλη Μούρμανσκ στη Λετονία.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 8/3/2019

Η σεναριακή αφετηρία σίγουρα τραβάει το ενδιαφέρον (έχει πολλές ελκυστικές δυνητικές προεκτάσεις το θέμα της παρθενογένεσης), κάτι όμως στην πορεία πάει λάθος… Καταρχήν δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός πως το νέο πόνημα του Άγγελου Φραντζή είναι άκρως φροντισμένο οπτικά, με τον Simon Beaufils να έχει κάνει μια εξαίσια δουλειά στη φωτογραφία: η μουντάδα των εσωτερικών χώρων σε αντίστιξη με το εκθαμβωτικό λευκό του χιονιού στη Σιβηρία θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως μια παραβολή για την αντίθεση μεταξύ της αυστηρότητας και του ορθολογισμού που χαρακτηρίζει την πλευρά του Ανδρέα Κωνσταντίνου και του δέους απέναντι στο ανεξήγητο που περιγράφει την πλευρά της Κάτιας Γκουλιώνη. Οι εικόνες που αποτυπώνονται είναι σίγουρα ένα επίπεδο πιο πάνω από τα συνήθη στάνταρ της εγχώριας κινηματογραφίας. Για αυτό και είναι διπλό το κρίμα του ότι το σενάριο δεν συμβαδίζει στα ίδια ποιοτικά ύψη με το εικαστικό κομμάτι. Οι δύο παράλληλες ιστορίες των πρωταγωνιστών δεν διασταυρώνονται ουσιαστικά κάπου, αλλά και η καθεμία ξεχωριστά δεν καταλήγει σε ένα σημείο που να φαίνεται ότι προκύπτουν ένα ολοκληρωμένο όραμα και συγκεκριμένα συμπεράσματα, κάτι που θα δικαιολογούταν μονάχα αν είχε προηγηθεί μια πλούσια νοηματικά διαδρομή που θα κάλυπτε το κενό. Αντιθέτως, τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα συσσωρεύονται δίχως να υποστηρίζονται από μια υπολογίσιμης βαρύτητας σημειολογία.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα λόγω της ασήκωτης σοβαροφάνειας που αφαιρεί από τα δρώμενα τη φυσικότητα, τους προσδίδει μια αίσθηση τεχνητού και στημένου που εν τέλει βλάπτει τον αντίκτυπο του δράματος. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η χρονική διάρκεια είναι υπερβολική, παραδόξως όμως το ενδιαφέρον διατηρείται, αν μη τι άλλο από το «σκάλισμα» της γενετήσιας περιέργειας του θεατή μέσω αυτών των ιντριγκαδόρικων μέσα στην ατέλειά τους ιδεών που παρελαύνουν. Η ανυπαρξία ικανοποιητικής κατακλείδας βέβαια κάνει τον χρόνο που προηγήθηκε για να «χτιστεί» η αναμονή να φαίνεται επί της ουσίας χαμένος. Και δεν είναι πως δεν υπήρχαν δυνατότητες, με ουκ ολίγα ψήγματα ψυχαναλυτικής και φιλοσοφικής φύσεως προβληματισμού, ωστόσο αυτές μένουν ανεκμετάλλευτες δίχως να αναπτύσσονται σε έναν ικανοποιητικό βαθμό. Δυστυχώς και το πρωταγωνιστικό ζευγάρι μοιάζει να μην ξέρει ακριβώς πως να κινηθεί ερμηνευτικά. Ειδικά η Κάτια Γκουλιώνη, που έχει δώσει και θετικά δείγματα γραφής (π.χ. στην «Πολυξένη») δείχνει μια αμηχανία που εντείνεται όταν της ζητείται να ξεσπάσει δίχως να έχει οικοδομηθεί πρότερα μια συνθήκη τέτοια που να δικαιολογούσε μια αντίδραση σαν και αυτή, κάτι που συμβαίνει ουκ ολίγες φορές. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου σοφά είναι πιο εγκρατής και μετρημένος, εξισορροπεί καλύτερα τον ρόλο του ακόμη κι αν δεν έχει κατορθώσει να πείσει επαρκώς όταν λαμβάνει χώρα μια πολύ σημαντική μεταστροφή εκ μέρους του.

Είναι προφανές πως ο Φραντζής θέλει να καλύψει πολλά πεδία: μια αλά «Λεβιάθαν» του Zvyagintsev ματιά επάνω στην κατάσταση της Ρωσίας μετά την ΕΣΣΔ, τη θρησκευτικότητα ως ανάγκη που υπαγορεύεται από ψυχολογικούς λόγους, τα συμπλέγματα που συνοδεύουν τα δύο φύλα και τα επηρεάζουν στις μεταξύ τους σχέσεις. Καμιά από τις θεματικές όμως δεν πηγαίνει παραπέρα από το επίπεδο του απλού ευρήματος, δεν εξερευνάται τόσο ώστε να προκύψει μια ματιά που να αναλύει και να εμβαθύνει. Το κείμενο δεν πετυχαίνει να «δέσει» το ζεύγος που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας έτσι ώστε να λειτουργήσει το σύνολο ως μια δυνατή σπουδή χαρακτήρων, αλλά και η επιμέρους εστίαση στο καθένα εκ των μερών δεν καταφέρνει να προσφέρει ήρωες που να ξεχωρίζουν από δυο γενικευμένα δείγματα εκπροσωπευτικά του κάθε φύλου. Ακόμη και σκηνές που στο χαρτί μπορεί όντως να φάνταζαν δυνατές, ειδικά όσο η ιστορία προχωράει προς το φινάλε, εντέλει μοιάζουν άνευρες κι αντικλιμακτικές επειδή προγενέστερα δεν έχει υπάρξει μια τοποθέτηση αρκετά δυνατών δραματουργικών βάσεων για να κάνουν «γκελ» όσα συμβαίνουν σε αυτόν που παρακολουθεί. Το μείγμα μπορεί τελικά να μη «βγαίνει», τουλάχιστον όμως το μάτι έχει υλικό προς απόλαυση, ειδικά στα εξωτερικά γυρίσματα, και για αυτό δεν γίνεται να καταδικάσει κάποιος εντελώς το «Ακίνητο Ποτάμι».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Οι Νεοτερες Ταινιες στο Filmy