Ένας ράπερ προσπαθεί με κάθε πιθανό τρόπο να επικοινωνήσει με τη νεκρή μητέρα του. Σ’ αυτή την παράλογη απαίτηση συναντά φανταστικούς χαρακτήρες, που όμως είναι αθάνατοι.

Σκηνοθεσία:

Γιώργος Ευθυμίου

Κύριοι Ρόλοι:

Γιάννης Ευθυμίου … Mc Iguana

Γιάννης Δεληβέης … Nil Nil

Μαίρη Τσώνη … Μαίρη

Αντώνης Σπίνουλας … Ρόκο

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Γιώργος Ευθυμίου

Παραγωγή: Γιώργος Ευθυμίου

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Κρητικός

Μοντάζ: Γιώργος Ευθυμίου

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Motherland

Διεθνής Τίτλος: Motherland

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 7/11/2018

Είναι διαφορετικά πράγματα το να έχεις μια καλλιτεχνική παιδεία, να έχεις διαβάσει και να έχεις δει πολλά έχοντας μια γενικότερη επίγνωση, εγκυκλοπαιδική κι εμπειρική, ξεχωριστών τερέν καλλιτεχνικής έκφρασης και το να μπορείς να επικοινωνήσεις το σύνολο των επιρροών σου σε κάτι που θα δημιουργήσεις ο ίδιος. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιώργου Ευθυμίου δείχνει πως κατέχει το πρώτο στάδιο, αλλά για το δεύτερο θέλει ακόμη πολλή δουλειά. Λίγα λεπτά περνούν μέχρι να γίνει αντιληπτό πως η χειροποίητη, πρωτόλεια αισθητική που διαπερνάει τη δημιουργία του είναι αυτοσκοπός, επιθυμώντας ένα απογυμνωμένο οπτικά αποτέλεσμα, όχι απλά περιορισμένο στα απολύτως απαραίτητα, αλλά τις περισσότερες φορές επιδιώκοντας μια βαθιά, ασφυκτικά λούμπεν ατμόσφαιρα, ένα μανιφέστο κατά αυτού που έχει καθιερωθεί ως καλόγουστο από την κυριαρχούσα άποψη. Πρόκειται όμως για μια επιλογή που δεν οδηγεί πουθενά: η φόρμα αυτή δεν χρησιμοποιείται με τρόπο τέτοιο που να δίνει την εντύπωση ότι θέλει να αποτελέσει μια ουσιαστική δήλωση, αλλά μονάχα για να προκαλέσει ένα επιδερμικό σοκ σχετικά με το πόσο ξένες από το μέσο όρο είναι οι εικόνες που δείχνει ο σκηνοθέτης. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν υπάρχει καν μια στοιχειώδης συνοχή, κάτι για να συγκολλήσει όλες τις ιδέες που υπάρχουν σκορπισμένες εδώ κι εκεί, και οι οποίες πολλάκις δεν αξιοποιούνται καν (η ιδιότητα του Γιάννη Ευθυμίου ως ράπερ με την οποία θα μπορούσε κάποιος να παίξει σημειολογικά μένει απλά σε διακοσμητικό επίπεδο, χωρίς να εξερευνάται περαιτέρω), οδηγώντας σε ένα αφηγηματικό χάος που και πάλι δεν δίνει την αίσθηση ότι επιλέχθηκε συνειδητά, αλλά πως δεν ήταν στις δυνατότητες των συντελεστών να κάνουν πιο σφιχτό το σύνολο.

Ακόμη και η πάντοτε χαρισματική παρουσία της Μαίρης Τσώνη, που σαφώς έχει ένα ειδικό βάρος αυτήν τη στιγμή, πάνω από ένα χρόνο μετά τον θάνατό της, δεν αρκεί για να διασώσει ένα αποτέλεσμα σκόρπιο και τόσο κρυπτικό, στον βαθμό να μπαίνει κανείς σε υποψίες ότι νοηματικά δεν κρύβεται κάτι βαθύτερο πίσω από τις οριακές και παρακμιακές εικόνες. Δεν πρόκειται για μια ευχάριστη εμπειρία, όχι όμως με τον τρόπο που ένα ενοχλητικό φιλμ αποτελεί τροφή για σκέψη ύστερα από τη θέαση και οδηγεί σε έναν εσωτερικό διάλογο αυτού που παρακολούθησε με αυτά που έχει ως δεδομένα στον τρόπο σκέψης του, πολύ απλά γιατί δεν αρθρώνεται κατά τη διάρκειά της κάτι που να μοιάζει με τοποθέτηση με σαφήνεια εκ μέρους του δημιουργού πέραν μιας μίμησης ντανταϊσμού, η οποία όμως κι αυτή δεν είναι σταθερή από την αρχή μέχρι το τέλος: ανά σημεία, για κάποιον λόγο, “σπάει” με κάποιες ποιητικές σφήνες που μοιάζουν να έρχονται από το πουθενά και να αντιτίθενται στον βασικό στόχο που φαίνεται να θέτει ο Ευθυμίου, δημιουργώντας μια άσχημη αντίφαση. Στο τέλος το όλον καταλήγει περισσότερο να κουράζει παρά να προκαλεί κάποια έντονη αντίδραση.

Τα διάφορα τεχνικά ευρήματα που χρησιμοποιούνται εδώ για παιχνίδισμα με το μέσο (αντίστροφη κίνηση, που εδώ χρησιμοποιείται για να βάλει τον εμετό ενός χαρακτήρα πίσω στο στόμα του, κάτι που είναι ευθεία αναφορά στην ξεχασμένη “Ανορθόδοξη Έλξη”, σπάσιμο του τέταρτου τοίχου, αλλαγές της αναλογίας του κάδρου) αφήνουν την ίδια γεύση με οτιδήποτε άλλο εντός της ταινίας, πως είναι πειραματισμοί για χάριν του πειραματισμού χωρίς κάποιον άλλο σκοπό πέραν του πρόσκαιρου εντυπωσιασμού. Είναι πραγματικά κρίμα που το όλο εγχείρημα πνίγεται στην έλλειψη στόχευσης που το χαρακτηρίζει γιατί υπάρχουν ψήγματα που υπονοούν κάτι πιο ενδοσκοπικό, άρα και πιο ενδιαφέρον από αυτό που τελικά προκύπτει κάτω από τα δεκάδες στρώματα ιδιορρυθμίας που το υπερκαλύπτουν, όπως κάποια από τα λεγόμενα του πρωταγωνιστή που κρύβουν μια έστω πρωτόλεια υπαρξιακή μελαγχολία αλλά τουλάχιστον προσφέρουν μια έστω ισχνή συναισθηματική ανταμοιβή. Πέραν αυτού, το “Motherland” απογοητεύει σε πολλά επίπεδα, ευρισκόμενο αρκετά μακριά από την αβανγκάρντ έκπληξη που θα επιθυμούσε να είναι, χωρίς όμως να αποτελεί μια ταφόπλακα για τον σκηνοθέτη του ως προς μια ενδεχόμενη βελτίωση στο επόμενό του βήμα.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 97 || Επισκέψεις Βδομάδας: 3

Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.