
Ο Θάνατος ενός Διεφθαρμένου
- Mort d'un Pourri
- Death of a Corrupt Man
- 1977
- Γαλλία
- Γαλλικά
- Αστυνομική, Θρίλερ, Νουάρ, Πολιτική, Πολιτικό Θρίλερ
Ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο στην πολιτική σκηνή της Γαλλίας δολοφονείται από έναν βουλευτή όταν επιχειρεί να εκβιάσει τον ίδιο για θέματα διαφθοράς και δωροδοκίας. Ο δολοφόνος ζητά από τον φίλο του, Ξαβιέ, να τον βοηθήσει, και αυτός βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα σε ένα παιχνίδι πολιτικής, διαφθοράς και μεγάλων συμφερόντων που δεν πρέπει να αποκαλυφθούν, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ίδια του η ζωή και όσων βρίσκονται γύρω του.
Σκηνοθεσία:
Georges Lautner
Κύριοι Ρόλοι:
Alain Delon … Xavier ‘Xav’ Marechal
Ornella Muti … Valerie Agostinelli
Stephane Audran … Christiane Dubaye
Mireille Darc … Francoise
Maurice Ronet … Philippe Dubaye
Michel Aumont … επιθεωρητής Moreau
Jean Bouise … επιθεωρητής Pernais
Daniel Ceccaldi … Lucien Lacor
Julien Guiomar … Fondari
Klaus Kinski … Nicolas Tomski
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Michel Audiard, Claude Sautet
Παραγωγή: Alain Delon
Μουσική: Philippe Sarde
Φωτογραφία: Henri Decae
Μοντάζ: Michelle David
Σκηνικά: Francoise De Leu, Alain Gaudry
Κοστούμια: Marie-Francoise Perochon
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Mort d’un Pourri
- Ελληνικός Τίτλος: Ωραίος, Σκληρός και Αδίστακτος [αυθεντικός]
- Διεθνής Τίτλος: Death of a Corrupt Man
- Εναλλακτικός Τίτλος: Ο Θάνατος ενός Διεφθαρμένου [επανέκδοσης]
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: Mort d’un Pourri του Jean Laborde.
Κύριες Διακρίσεις
- Υποψήφιο για βραβείο πρώτου αντρικού ρόλου (Alain Delon) και σεναρίου στα Cesar.
Παραλειπόμενα
- Ο Alain Delon, όντας πλέον και παραγωγός με δική του εταιρία, είχε απανωτές αποτυχίες στα ταμεία και αποφάσισε να επιστρέψει στο αγαπημένο είδος, το θρίλερ. Επέλεξε για αυτό τον Georges Lautner, με τον οποίο είχε ευχάριστες συνεργασίες, καταφέρνοντας να σπάσει με δικηγόρο του ένα συμβόλαιο που βάραινε τον σκηνοθέτη για ταινία με τον Louis de Funes.
- Παρά τη σεναριακή του συμβολή, ο Claude Sautet δεν αναφέρεται στους τίτλους. Ούτε όμως και ο Lautner με τη βοηθό του, Robin Davis, που έκαναν την αρχική επεξεργασία.
- Η Ornella Muti δυσκόλεψε τα γυρίσματα, μια και δεν γνώριζε καθόλου γαλλικά.
- Ο Klaus Kinski γύρισε όλες τις σκηνές του πριν καν ολοκληρωθεί το σενάριο, αφού δεν θα μπορούσε να είναι διαθέσιμος στις προγραμματισμένες για τα γυρίσματα ημερομηνίες.
- Ο Maurice Fellous ήταν ο αρχικός διευθυντής φωτογραφίας, αλλά τα παράτησε κάπου στα μισά των γυρισμάτων.
- Το φιλμ ξεπέρασε τα 1,8 εκατομμύρια εισιτήρια στη Γαλλία, και παρότι δεν ήταν νούμερο ένα επιτυχία ούτε κατά την πρώτη εβδομάδα προβολής του, ήταν ένα καλό σκορ για τον Delon. Υπάρχει δε η αναφορά για την Ελλάδα, όπου έκοψε 127.120 εισιτήρια.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Ο Philippe Sarde βάσισε το κεντρικό μοτίβο του σε μουσική που είχε γράψει για την προηγούμενη ταινία του Georges Lautner. Εδώ όμως είχε στο σαξόφωνο τον αμερικανό Stan Getz και στην ερμηνεία τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 23/7/2025
Η δεκαετία του ’70 σηματοδοτεί μια καθοριστική τομή για τη δυτική κοινωνία, καθώς σημαίνει τη μετάβαση σε μια εποχή σύγχρονου παραλογισμού και βαθιάς ηθικής κρίσης. Η αμφισβήτηση των θεσμών, η διάχυτη διαφθορά και η κυριαρχία του κυνισμού διαμορφώνουν το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, ενώ η τέχνη αντανακλά και σχολιάζει αυτή τη μετάλλαξη. Η ταινία «Mort d’un Pourri» (1977) του Georges Lautner, σε σενάριο του Michel Audiard, εντάσσεται πλήρως σε αυτό το πλαίσιο, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά θρίλερ της εποχής και κορυφαίο δείγμα του γαλλικού néo-polar.
Στο υπόβαθρο της ταινίας διαφαίνεται η παγκόσμια απογοήτευση που προκάλεσαν γεγονότα όπως η Πετρελαϊκή Κρίση και το Σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, τα οποία κλονίζουν την πίστη στην πρόοδο και την αξιοπιστία των θεσμών. Ο καπιταλισμός της περιόδου μετασχηματίζεται σε ένα σύστημα ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας, όπου η αξία της εργασίας υποβαθμίζεται και η κοινωνική άνοδος επιτυγχάνεται μέσω διαπλοκής και διαφθοράς. Η ελίτ -οικονομική, πολιτική, πολιτιστική- λειτουργεί ως κλειστό κύκλωμα εξουσίας, αναπαράγοντας τον εαυτό της μέσω μηχανισμών εκβιασμού, προπαγάνδας και φόβου.
Το γαλλικό αστυνομικό θρίλερ της δεκαετίας του ’70 απομακρύνεται από τα παραδοσιακά γκανγκστερικά μοτίβα, εισάγοντας ως βασικό αντίπαλο το διεφθαρμένο σύστημα διοίκησης. Οι νέοι «κακοποιοί» είναι πολιτικοί, επιχειρηματίες και κρατικοί αξιωματούχοι, μπλεγμένοι σε σκοτεινές συνωμοσίες. Το «Mort d’un Pourri» ενσαρκώνει αυτή τη μετάβαση, με το «μην εμπιστεύεσαι κανέναν» να αποτελεί το κεντρικό του σύνθημα. Η ταινία αντηχεί σκάνδαλα της εποχής και αποτυπώνει τη συλλογική καχυποψία απέναντι στην εξουσία.
Η πλοκή ξεκινά με τη δολοφονία του βουλευτή Σεράνο από τον συνάδελφό του, Φιλίπ Ντιμπαϊέ (Maurice Ronet), αποτέλεσμα εκβιασμού και απειλών για αποκαλύψεις σκανδάλων. Ο Ντιμπαϊέ, φοβούμενος για τη ζωή του, εμπιστεύεται το ημερολόγιο του θύματος στον φίλο του, Ξαβιέ Μαρεσάλ (Alain Delon), ζητώντας του να του καλύψει άλλοθι. Η αλυσίδα φόνων και εκβιασμών που ακολουθεί αποκαλύπτει ένα δίκτυο διαπλοκής στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας, όπου όλοι είναι εν δυνάμει θύτες και θύματα. Ο Μαρεσάλ, αντιήρωας με προσωπικό κώδικα τιμής, αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει το κουβάρι, όχι από ιδεολογική ανάγκη, αλλά από πίστη σε έναν φίλο.
Ο Georges Lautner, με τη στιβαρή του σκηνοθετική μαεστρία, δημιουργεί ένα φιλμ νουάρ με πολιτική διάσταση και βαθύ πεσιμισμό. Η φωτογραφία του Henri Decaë χαρίζει κομψότητα και σκοτεινή ατμόσφαιρα, ενώ η μουσική του Philippe Sarde, με τα σόλο σαξόφωνου του Stan Getz, εντείνει το αίσθημα μελαγχολίας και παρακμής. Η ταινία εναλλάσσει σκηνές έντασης -καταδιώξεις, πυροβολισμούς, βίαιες συγκρούσεις- με στιγμές βαθιάς ενδοσκόπησης και φιλοσοφικού στοχασμού για τη φύση της εξουσίας και της διαφθοράς.
Το φιλμ αναδεικνύει την ηθική παρακμή της αστικής κοινωνίας, όπου η διαφθορά δεν αποτελεί απλή παρέκκλιση, αλλά θεμελιώδες συστατικό. Η εξουσία εμφανίζεται ως αυτοσκοπός, με τους πρωταγωνιστές να αγωνίζονται για τη διατήρηση της θέσης τους σε έναν αέναο αγώνα επιβίωσης. Ο κυνισμός διαποτίζει τις σχέσεις και τις πράξεις των χαρακτήρων, ενώ η ελπίδα για αλλαγή μοιάζει ανύπαρκτη.
Η ταινία ξεχωρίζει για την κομψότητα και την αληθοφάνειά της, χωρίς να παρασύρεται από υπερβολικό ρεαλισμό. Οι σκηνές δράσης -καταδιώξεις, τροχαία ατυχήματα, ενέδρες- λειτουργούν ως μέσα έντασης και όχι αυτοσκοπός. Η επιλογή του Lautner να παρουσιάσει το έργο ως περιπετειώδες θρίλερ ίσως μειώνει το πολιτικό του βάθος, αλλά ενισχύει τη θεαματικότητα και τη δυναμική του. Η σεναριακή δομή του Audiard, με διανοητικές ατάκες και καυστικούς διαλόγους, προσδίδει επιπλέον βάθος και πολυπλοκότητα.
Ο Alain Delon, ως παραγωγός και πρωταγωνιστής, ενσαρκώνει ιδανικά τον Μαρεσάλ. Πρόκειται για έναν τυπικό «ντελονικό» χαρακτήρα: ευφυής, πεισματάρης, βαθιά ανθρώπινος, με φαινομενικά σκληρή αλλά άφθαρτη καρδιά, που διασχίζει την επικίνδυνη νύχτα για να τακτοποιήσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς του. Δεν είναι «δίκαιος» και «άμεμπτος» με την παραδοσιακή έννοια, αλλά «απολιτίκ», μοναχικός, ο οποίος, παρά την αρχική απροθυμία του, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει ένα βαθιά διεφθαρμένο σύστημα. Ο Delon αποδίδει μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, συνδυάζοντας την κοσμική διορατικότητα ενός χιτσκοκικού ήρωα με τη μελβιλική μοναξιά ενός ανθρώπου για τον οποίο η φιλία αποτελεί υπέρτατη αξία.
Η ταινία αναδεικνύει μια κοινωνική σφαίρα όπου κυριαρχούν οι ισχυροί -επιχειρηματίες, πολιτικοί, οικονομολόγοι και αστυνομικοί-, οι οποίοι «φτιάχνουν τον κόσμο». Αυτός ο κόσμος, ιδωμένος από ψηλά, είναι σκληρός και αδυσώπητος, όπου η εξουσία αποτελεί ύψιστο αγαθό και η διατήρηση της θέσης μια βεβαιότητα. Η σύντομη αλλά ανατριχιαστική παρουσία του Klaus Kinski ως παρασιτικού μεσάζοντα της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ που δεν λερώνει τα χέρια του, είναι υπολογισμένη και συμβολική. Με γοτθικό κυνισμό εξηγεί στον Μαρεσάλ: «Ενώ άλλοι ονειρεύονται τη διεθνή προλεταριακή κοινότητα, εμείς έχουμε ιδρύσει τη διεθνή του χρήματος. Λέξεις όπως ‘εμπόλεμοι’ ή ‘σύμμαχοι’ έχουν χάσει το νόημά τους. Δεν έχουμε πια φίλους, μόνο συνεργάτες. Ούτε εχθρούς, παρά μόνο πελάτες. Το κεφάλαιο δεν γνωρίζει σύνορα».
Παρόλα αυτά ο Μαρεσάλ υπερασπίζεται μέχρι τέλους τον προσωπικό του ηθικό κώδικα. Με τον αναστοχασμό του «Οι δύο μάστιγες που απειλούν την ανθρωπότητα είναι η αταξία και η τάξη… Η διαφθορά με αηδιάζει και η αρετή μού προκαλεί ανατριχίλα» αποτυπώνει το παράδοξο της εποχής και της ανθρώπινης φύσης. Αφήνει λοιπόν τα απαλά γαλάζια και ροζ πουκάμισά του για να φορέσει τη στολή του κυνηγού. Με επιμονή σταυροφόρου θα καταδιώξει το θήραμά του -έναν ψυχωτικό φασίστα- ικανοποιώντας την πιο εσωτερική του ανάγκη: την εκδίκηση για τον θάνατο του φίλου του. Και ο κόσμος θα αλλάξει; Σίγουρα όχι.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 

