Στη βόρεια Ινδία, ο πεντάχρονος Σαρού μπαίνει στο λάθος τρένο και ταξιδεύει τρομοκρατημένος και μόνος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, στη χαοτική Καλκούτα. Εκεί γίνεται ένα από τα ημι-άγρια παιδιά του δρόμου και σαν από θαύμα καταφέρνει να επιβιώσει από πολλούς κινδύνους, καταλήγοντας σε ένα ορφανοτροφείο. Τελικά, ο Σαρού υιοθετείται από ένα ζευγάρι Αυστραλών, οι οποίοι τον μεγαλώνουν με αγάπη. Ο Σαρού, όμως, δεν μπορεί να αφήσει πίσω του το παρελθόν, και αποφασίζει να εντοπίσει το παλιό του σπίτι και μαζί του την οικογένειά του.

Σκηνοθεσία:

Garth Davis

Κύριοι Ρόλοι:

Dev Patel … Saroo Brierley (ενήλικος)

Sunny Pawar … Saroo Brierley (νεαρός)

Rooney Mara … Lucy

David Wenham … John Brierley

Nicole Kidman … Sue Brierley

Abhishek Bharate … Guddu Khan

Divian Ladwa … Mantosh Brierley

Priyanka Bose … Kamla Munshi

Deepti Naval … Saroj Sood

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Luke Davies

Παραγωγή: Iain Canning, Angie Fielder, Emile Sherman

Μουσική: Volker Bertelmann, Dustin O’Halloran

Φωτογραφία: Greig Fraser

Μοντάζ: Alexandre de Franceschi

Σκηνικά: Chris Kennedy

Κοστούμια: Cappi Ireland

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Lion

Ελληνικός Τίτλος: Lion

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: A Long Way Home του Saroo Brierley.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σεναρίου, δεύτερου αντρικού ρόλου (Dev Patel), δεύτερου γυναικείου ρόλου (Nicole Kidman), φωτογραφίας και μουσικής.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα),  δεύτερου αντρικού ρόλου (Dev Patel), δεύτερου γυναικείου ρόλου (Nicole Kidman) και μουσικής.
  • Βραβείο Bafta σεναρίου και δεύτερου αντρικού ρόλου (Dev Patel). Υποψήφιο για δεύτερο γυναικείο ρόλο (Nicole Kidman), μουσική και φωτογραφία.
  • 12 βραβεία της Αυστραλιανής Ακαδημίας, νικητής σε όλα όσα ήταν υποψήφιο.

Παραλειπόμενα

  • Βασίζεται στις αληθινές εμπειρίες του Saroo Bierley, όπως καταγράφηκαν στην αυτοβιογραφία του, A Long Way Home.
  • Hugh Jackman και Colin Firth ήταν υποψήφιοι για ρόλους.
  • Με 140,3 εκατομμύρια κέρδη από τα ταμεία, η ταινία έγινε η πλέον προσοδοφόρα αυστραλιανή παραγωγή που υπήρξε ποτέ.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η Sia έγραψε κι ερμήνευσε το Never Give Up για το φιλμ, φτάνοντας ως τις υποψηφιότητες των Grammy.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 1/12/2016

Ο μικρός Saroo ζει σε ένα πάμπτωχο χωριό στην Ινδία με την εργάτρια μητέρα του και τα δυο αδέρφια του. Όταν χάνεται από τον μεγάλο του αδερφό σε έναν σταθμό τρένων τη νύχτα και καταλήγει σε ένα βαγόνι που κάνει στάση σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων από το σπίτι του, θα προσπαθήσει να επιβιώσει για πολύ καιρό αρχικά στον δρόμο κι έπειτα σε ένα κέντρο για εγκαταλελειμμένα παιδιά. Τελικά, θα υιοθετηθεί από ένα ζευγάρι Αυστραλών, τον John και τη Sue Brierley, με το οποίο θα ζήσει για δεκαετίες, μέχρις ότου έρθει η στιγμή που ο ίδιος θα αποφασίσει να αναζητήσει την οικογένειά του πίσω στην Ινδία, έχοντας τη βοήθεια της τεχνολογίας του Google Earth.

Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και μάλιστα λίγο πριν τους τίτλους τέλους, σαν κάθε φιλμ της κατηγορίας του που στοχεύει να ενημερώσει το κοινό για την αληθινή ιστορία την οποία αναπαριστά πέραν του να ψυχαγωγήσει, υπάρχει παράθεση βίντεο και φωτογραφιών των πραγματικών προσώπων. Όσο κι αν τα αληθινά γεγονότα είναι πραγματικά απίστευτα και προσφέρουν ένα πρώτης τάξεως υλικό για αξιοποίηση, η ταινία του Garth Davis, ο οποίος έχει δουλέψει ως επί το πλείστον για την τηλεόραση, αν κι ενδιαφέρουσα και με ουκ ολίγες έντονες συναισθηματικά στιγμές, είναι επίσης δυστυχώς αρκετά επιφανειακή. Η σκηνοθεσία του ίδιου του Davis δεν διακρίνεται από την αίσθηση καλλιτεχνικής ταυτότητας και με την εξαίρεση της ύπαρξης αρκετών όμορφων εναέριων λήψεων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και τηλεοπτική.
Το πρώτο μισό του έργου που διαδραματίζεται στην Ινδία και αφηγείται την προσωπική οδύσσεια του Saroo μέχρι τη στιγμή της υιοθεσίας, θυμίζει πάρα πολύ έντονα το αντίστοιχο αφηγηματικό κομμάτι στο κατά πολύ ανώτερο «Slumdog Millionaire» (και στις δύο ταινίες μάλιστα παίζει ο Dev Patel) και αναπόφευκτα χάνει στη σύγκριση όσον αφορά την κινηματογράφηση και την κατασκευαστική αρτιότητα λόγω της άκρως συμβατικής σκηνοθεσίας. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η απεικόνιση όλων αυτών των δεινών δεν εδράζεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα στη συγκεκριμένη χώρα και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά την παρακολούθηση αυτού του μέρους του φιλμ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, παρά τις αδυναμίες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Όταν στο δεύτερο μισό τη σκυτάλη του κέντρου βάρους της ταινίας πάρουν οι επιδείξεις ερμηνευτικών ικανοτήτων από τους ηθοποιούς από τον κοινωνικό προβληματισμό και ρεαλισμό του πρώτου μέρους, η ταινία ομολογουμένως κάνει κοιλιά, παρόλο που αυτό δίνει την ευκαιρία στη Nicole Kidman να δώσει την πιο ζεστή κι όμορφη ερμηνεία της τα τελευταία χρόνια (δεν ισχύει το ίδιο για τη συνήθως υπέροχη Rooney Mara, δυστυχώς ο χαρακτήρας της μένει σε διακοσμητικό επίπεδο).

Επειδή το επίκεντρο της θεματολογίας είναι η αναζήτηση του Saroo για την πραγματική του οικογένεια, χάνεται η ευκαιρία να αναπτυχθούν περισσότερο και καλύτερα άλλες δευτερεύουσες πτυχές του φιλμ που θα το καθιστούσαν πιο πολυδιάστατο, όπως η εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ των δύο θετών αδερφών στην οικογένεια Brierley (υιοθέτησαν λίγο καιρό αργότερα μετά τον Saroo κι ένα δεύτερο παιδί από την Ινδία ονόματι Mantosh, του οποίου ο χαρακτήρας παραμένει σκιώδης και υπανάπτυκτος στο σενάριο), αλλά και της νοοτροπίας του «σωτήρα» που διέπει τις δυτικές κοινωνίες (αν και σίγουρα αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο μιας μελέτης αυτού του στοιχείου από σεβασμό στα πραγματικά πρόσωπα της ιστορίας).

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το κύριο πρόβλημα της ταινίας: στην επιφάνεια, έχει μια συναρπαστική πραγματική ιστορία να αφηγηθεί, κάτω από αυτήν όμως δεν κρύβεται κάποια σπουδαία σημειολογία ή ενδιαφέρουσα δεύτερη ανάγνωση. Όσο λοιπόν κι αν το τελικό αποτέλεσμα δεν στερείται συναισθηματικών εντάσεων και κορυφώσεων, ειδικά στο φινάλε του, είναι ταυτόχρονα και μια ταινία κατασκευασμένη βάζοντας «τικ» σε όλα τα αναμενόμενα κουτάκια μιας χολιγουντιανής ταινίας συνταγής «based on a true story». Λείπει το στοιχείο της έκπληξης, αυτό που θα έκανε τη διαφορά. Γι` αυτό αν και το τελικό προϊόν είναι άρτιο, μην παίρνοντας δημιουργικά ρίσκα, μένει τελικά σε λιμνάζοντα νερά.

Βαθμολογία:


Κριτικός Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 28/12/2017

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα τόσο καλό σκηνοθετικό ντεμπούτο, σε σημείο να καταλήξει δίκαια υποψήφιο για έξι Όσκαρ. Το φιλμ του Γκαρθ Ντέιβις ξεχειλίζει σε συναίσθημα και χωρίς εντέλει να σπάει κανέναν ιδιαίτερο κανόνα επί των χολιγουντιανών προτύπων, πετυχαίνει να φέρει τον θεατή εκεί ακριβώς που τον θέλει. Ο Ντέιβις εκμεταλλεύεται ότι έχει στα χέρια του μια αληθινή ιστορία, η οποία μάλιστα θα μπορούσε αντί να φτάσει εδώ, να καταλήξει ως υλικό για μία ακόμα τηλεταινία. Αλλά ο σκηνοθέτης παρουσιάζει μια περίπτωση που δεν χρειάζεται να είναι μοναδική, σαν ένα ντοκιουντράμα συναισθημάτων. Μην περιμένετε τη μεγάλη έκπληξη, αφού το έργο δεν θέλει να προδώσει σε κανένα σημείο το αληθινό του υλικό, ποντάροντας όμως με απόλυτη επιτυχία στην ανθρωπιστική διάσταση. Και καλύτερη ερμηνευτική βοήθεια δεν μπορούσε να ζητήσει, μεταμορφώνοντας ακόμα και τη Νικόλ Κίντμαν για χάρη του ρεαλισμού.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.