
Σκυλίσια Μέρα
- Dog Day Afternoon
- 1975
- ΗΠΑ
- Αγγλικά
- Αστυνομική, Βιογραφία, Δραματικό Θρίλερ, Πολιτική
Μπρούκλιν, 1972. Δύο άτυχοι επίδοξοι ληστές τράπεζας οδηγούνται σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Πριν καν προλάβουν να τραπούν σε φυγή, η τράπεζα βρίσκεται περικυκλωμένη από αστυνομικούς και οι δυο τους επιλέγουν να κρατήσουν όμηρους τους υπαλλήλους, ώστε να μπορέσουν να διαπραγματευτούν με την αστυνομία. Καθώς η κατάσταση επιδεινώνεται και οι διαπραγματεύσεις με την αστυνομία συνεχίζονται, στον δρόμο αρχίζει να μαζεύεται ένα πλήθος που επευφημεί τους ληστές.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Al Pacino … Sonny Wortzik
John Cazale … Sal Naturile
Charles Durning … υπαστυνόμος Eugene Moretti
Chris Sarandon … Leon Shermer
Penelope Allen … Sylvia ‘Mouth’
Sully Boyar … Mulvaney
Susan Peretz … Angie
James Broderick … πράκτορας Sheldon
Lance Henriksen … πράκτορας Murphy
Carol Kane … Jenny ‘The Squirrel’
Judith Malina … Κα Wortzik
Dominic Chianese … Κος Wortzik
Kenneth McMillan … αστυνομικός επίτροπος
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Frank Pierson
Παραγωγή: Martin Bregman, Martin Elfand
Φωτογραφία: Victor J. Kemper
Μοντάζ: Dede Allen
Σκηνικά: Charles Bailey
Κοστούμια: Anna Hill Johnstone
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Dog Day Afternoon
- Ελληνικός Τίτλος: Σκυλίσια Μέρα
Σεναριακή Πηγή
- Άρθρο: The Boys in the Bank των P.F. Kluge, Thomas Moore.
Κύριες Διακρίσεις
- Όσκαρ αυθεντικού σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Al Pacino), δεύτερο αντρικό ρόλο (Chris Sarandon) και μοντάζ.
- Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα), σκηνοθεσίας, πρώτου αντρικού ρόλου (Al Pacino) σε δράμα, δεύτερου αντρικού ρόλου (Charles Durning και John Cazale), πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού (Chris Sarandon) και σεναρίου.
- Βραβείο Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Al Pacino) και μοντάζ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο και ήχο.
- Βραβείο αντρικής ερμηνείας (Al Pacino) στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.
Παραλειπόμενα
- Ένα άρθρο στο περιοδικό Life ήταν αυτό που ανέλυσε τις λεπτομέρειες της ληστείας στο Μπρούκλιν, που είχε λάβει χώρα έναν μήνα πριν τη συγγραφή του, στις 22 Αυγούστου 1972. Οι δύο συγγραφείς του είχαν περιγράψει τον John Wojtowicz (το αληθινό όνομα του κεντρικού ληστή) πως έμοιαζε σαν ένας Dustin Hoffman ή ένας Al Pacino. Ο παραγωγός Martin Elfand ήταν αυτός που πρόσεξε το άρθρο και μέσω του συναδέλφου του, Martin Bregman, η ιδέα να γίνει ταινία έφτασε στη Warner Bros., η οποία και ενδιαφέρθηκε άμεσα. Ο Elfand τότε θα προσλάβει τους συγγραφείς του άρθρου, P.F. Kluge και Thomas Moore, για να πάρουν συνεντεύξεις από τους ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Μαζί όμως με τα δικαιώματα πάνω στο άρθρο, ο Elfand ήθελε να πληρωθούν και οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών των γεγονότων. Έκαστος όμηρος πληρώθηκε με 600 δολάρια, ενώ ένας που ζήτησε περισσότερα απλά δεν συμπεριλήφθηκε στο σενάριο. Ο Robert Westenberg, ο ληστής που διέφυγε από την τράπεζα, αρνήθηκε τα 2.000 δολάρια που του πρόσφεραν, καταλήγοντας να εισπράξει μόλις 750 όταν κυκλοφόρησε η ταινία. Ο δε Wojtowicz θα βγει κερδισμένος κατά 7.500 δολάρια (με χρήματα του 2024 αντιστοιχούσαν σε 53.000), χρησιμοποιώντας ένα μεγάλο μέρος του για την εγχείρηση φύλου της Elizabeth Eden (που ήταν εξαρχής ο λόγος της ληστείας). Στις αφίσες μπορεί να γράφτηκε ότι στον Wojtowicz είχαν δοθεί ποσοστά επί των κερδών του φιλμ, αυτό όμως διαψεύσθηκε στη συνέχεια από τον Martin Bregman.
- Ο Frank Pierson ανέλαβε το σενάριο και έκανε και προσωπική έρευνα πάνω στο θέμα. Δεν είχε όμως πρόσβαση στο John Wojtowicz, μια και ο τελευταίος βρίσκονταν ακόμα σε διαπραγματεύσεις με τη Warner από τη φυλακή και δεν ήθελε να τον επισκεφτεί ο σεναριογράφος. Αφού ανέλυσε ό,τι ήταν διαθέσιμο ως πηγή, ο Pierson συνειδητοποίησε ότι δεν γνώριζε καθόλου τον ήρωα που ήθελε να τοποθετήσει ως κεντρικό στο σενάριο, μια και κάθε μάρτυρας έδινε και από μία διαφορετική εικόνα για εκείνον. Σε αυτό το σημείο θέλησε να εγκαταλείψει τη δουλειά, αλλά είχε ήδη ξοδέψει όλο τον μισθό που είχε πάρει από τη Warner. Αποφάσισε τότε να επικεντρώσει το κείμενο του στη συγκεκριμένη ημέρα της ληστείας.
- Ο Al Pacino ήταν ο πρώτος που του προσφέρθηκε ο κεντρικός ρόλος, και συμφώνησε αμέσως. Αλλά όταν αργότερα θα κάνει πίσω, ο Dustin Hoffman εξέφρασε την επιθυμία να τον αντικαταστήσει. Ο Martin Bregman όμως ήθελε διακαώς τον Pacino και μετά από νέες συζητήσεις το πέτυχε. Και πάλι όμως ο Pacino αποχώρησε! Στις δηλώσεις του ο παραγωγός δικαιολόγησε το γεγονός με τη φράση “κανένας μεγάλος σταρ δεν θέλει να παίξει τον γκέι”. Παρόλα αυτά επέμεινε, με τον Pacino να απαντάει και πάλι αρνητικά, λέγοντας ότι θα ήθελε να επιστρέψει στο θέατρο. Όταν τελικά ο Pacino θα πει από μόνος του το “ναι”, θα αποδώσει τη συμπεριφορά του στο στρες και το αλκοόλ. Αυτό θα το εκμεταλλευτεί ο Sidney Lumet, που από τις πρόβες ήδη αρνήθηκε στον ηθοποιό το αίτημα να χαλαρώσει η συμπεριφορά του χαρακτήρα που θα ερμήνευε. Το μεγαλύτερο μέρος από το υπόλοιπο καστ ήταν ηθοποιοί που είχε συνεργαστεί ο Pacino σε off-Broadway θεατρικά (όπως ο John Cazale), ερχόμενοι ως προτάσεις του ηθοποιού.
- Στα γυρίσματα συμμετείχαν περίπου 400 κομπάρσοι, ενώ ο Lumet ζήτησε από τους γείτονες να παρακολουθούν από τα παράθυρα τους. Όσοι από τους γείτονες δεν επιθυμούσαν να εμφανίζονται, βρέθηκαν προσωρινά να κατοικούν σε ξενοδοχείο! Όσο τα γυρίσματα προχωρούσαν, περαστικοί ενώνονταν με τους κομπάρσους, με τον Lumet να εκμεταλλεύεται κινηματογραφικά τον έντονο ενθουσιασμό τους.
- Το τηλεφώνημα ανάμεσα στον Pacino και τον Sarandon ήταν αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού, μετά από απόφαση του σκηνοθέτη. Ο Lumet αισθάνονταν σίγουρος για όσα θα έλεγε ο Sarandon και επικρότησε το χιούμορ που έβαλε σε χρήση.
- Η πρώτη σκηνή γυρίστηκε σε καυτές συνθήκες 31 βαθμών κελσίου, ενώ η τελική σε 4 βαθμούς κελσίου και με δυνατό άνεμο. Ο ιδρώτας έτσι του Pacino σε αυτή τη σκηνή δημιουργήθηκε από τεχνητό ιδρώτα, τον οποίο ο Lumet κατασκεύασε μόνος του με γλυκερίνη και νερό, μην έχοντας εμπιστοσύνη στον έτοιμο των μακιγιέρ.
- Ο γερουσιαστής Jacob Javits, που γνωρίζονταν με τον Lumet, παρέμβηκε στις διαπραγματεύσεις με τις πολιτείες της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϋ, με το συνεργείο να έχει για μία βραδιά διαθέσιμο ένα εκτός λειτουργίας τμήμα του αεροδρόμιου Κένεντι για το γύρισμα της τελικής σκηνής.
- Το φιλμ κόστισε 3,8 εκατομμύρια δολάρια, αλλά πέτυχε να εισπράξει 56. Ήταν η τέταρτη πιο εμπορική ταινία στις ΗΠΑ για τη χρονιά του.
- Οι κριτικές της εποχής ήταν υψηλές, αλλά έφτασε ο 21ος αιώνας για να αναγνωριστεί ο αντικαθεστωτικός χαρακτήρας της ταινίας.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Το τραγούδι Amoreena του Elton John ακούγεται σε κρίσιμη σκηνή της ταινίας, και επιλέχτηκε επειδή ήταν αυτό που άκουγε η Dede Allen την ώρα που μόνταρε το στιγμιότυπο.






