Το Λος Άντζελες φιλοξενεί δύο δυναμικές ομάδες αντρών. Η μία είναι η ελίτ του αστυνομικού τμήματος και η άλλη είναι η πλέον πετυχημένη συμμορία ληστειών τράπεζας στην πολιτεία. Την ώρα που η συμμορία σχεδιάζει μια θεωρητικά αδύνατη ληστεία στην τράπεζα αποθετικού στο κέντρο της μεγαλούπολης, οι ζωές των ανθρώπων που δρουν μέσα σε αυτές τις ομάδες διασταυρώνονται, αλλά και για κάποια μέλη η επαφή γίνεται ακόμα πιο στενή.

Σκηνοθεσία:

Christian Gudegast

Κύριοι Ρόλοι:

Gerard Butler … Nicholas ‘Big Nick’ O’Brien

Pablo Schreiber … Ray Merrimen

O’Shea Jackson Jr. … Donnie Wilson

50 Cent … Levi Enson Levoux

Evan Jones … Bo ‘Bosco’ Ostroman

Brian Van Holt … Murph Connors

Meadow Williams … Holly

Maurice Compte … Benny ‘Borracho’ Magalon

Mo McRae … ντετέκτιβ Gus Henderson

Kaiwi Lyman … ντετέκτιβ Tony ‘Tony Z’ Zapata

Dawn Olivieri … Debbie O’Brien

Eric Braeden … Ziggy Zerhusen

Cooper Andrews … Mack

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Christian Gudegast

Στόρι: Christian Gudegast, Paul Scheuring

Παραγωγή: Gerard Butler, Mark Canton, Alan Siegel, Tucker Tooley

Μουσική: Cliff Martinez

Φωτογραφία: Terry Stacey

Μοντάζ: David S. Cox, Joel Cox, Nathan Godley

Σκηνικά: Kara Lindstrom

Κοστούμια: Terry Anderson

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Den of Thieves
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Ληστεία του Αιώνα

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία βρίσκονταν στα χαρτιά ήδη από το 2003.
  • Ο Gerard Butler πρόσθεσε πάνω του 11 κιλά για τον ρόλο, όπως του πρότεινε ο σκηνοθέτης.
  • Η αρχική εκδοχή του Christian Gudegast διαρκούσε 160 λεπτά, και είχε διαφορετικό φινάλε.
  • Το 2018, είχε αναφερθεί ότι ο Gudegast είχε υπογράψει για ένα σίκουελ.

Κριτικός:  Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 16/1/2018

Ο Christian Gudegast εδώ πέρα από την πένα πιάνει και τη σκηνοθετική καρέκλα, τη δεύτερη για πρώτη φορά. Το “Den of Thieves” δύσκολα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι πατάει σε νέο έδαφος: διεφθαρμένοι αστυνομικοί, εγκληματίες με κώδικες τιμής, ένας πρωταγωνιστής αντιήρωας με οικογενειακά προβλήματα, ένα πολύπλοκο κι εξαιρετικά μελετημένο σχέδιο ληστείας στο επίκεντρο και μια έντονη μυρωδιά εργατικής τάξης σε αμφότερες τις ομάδες. Όλα γνώριμα υλικά, κάποια εξ αυτών μάλιστα να πατούν και σε χωράφια κουρασμένων κλισέ. Κι όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, το σύνολο λειτουργεί κι εκπροσωπεί το είδος της ταινίας ληστείας παραπάνω από απλά αξιοπρεπώς.

Ο Gudegast δεν είναι δα κανένας Mamet αν ληφθούν υπόψιν οι προηγούμενες σεναριακές του δουλειές (“A Man Apart”, “London Has Fallen”), και αυτό φαίνεται κι εδώ. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το πως αξιοποιεί τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του αλλά και τις γυναίκες αυτό το φιλμ σε σύγκριση με την αντίστοιχη μεταχείριση του πρότυπού του που δεν είναι άλλο από το αριστουργηματικό “Heat”. Όμως κάτι η αυθεντικότητα στην απεικόνιση των αντρικών συναδελφικών και φιλικών δεσμών, κάτι η ικανότητα που επιδεικνύει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος ειδικά στις σεκάνς δράσης (η εναρκτήρια σκηνή γραπώνει την προσοχή και βάζει στο κλίμα το θεατή σε αστραπιαίο χρόνο), κάτι ο Gerard Butler που εδώ κάνει την ερμηνευτική έκπληξη μη φοβούμενος να τσαλακωθεί, το αποτέλεσμα είναι ένα χορταστικό b-movie, άκρως ψυχαγωγικό και με περισσότερη «βρωμιά» από το χολιγουντιανό μέσο όρο. Η διάρκεια που αγγίζει τις δυόμιση ώρες χτίζει μεθοδικά τις συνθήκες για την καλοστημένη κορύφωση, οικοδομεί ένταση υποδειγματικά αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει και τις φιγούρες του ουσιαστικά πρωταγωνιστικού τριγώνου που αποτελείται από τους Butler, O’Shea Jacskon Jr. και Pablo Schreiber. Η αντιστροφή των ρόλων που λαμβάνει χώρα εδώ, με την αποδόμηση του πολυπροβεβλημένου από το Χόλιγουντ μοντέλου των ατσαλάκωτων και με καθαρά χέρια οργάνων επιβολής του νόμου και τον εξευγενισμό των ληστών (που κρύβει όμως και κάτι ιδεολογικά αμφισβητήσιμο σαν μήνυμα καθώς γίνεται γνωστό το ότι υπηρέτησαν στο παρελθόν στις ένοπλες δυνάμεις) νοστιμεύει το συνδυασμό και αποφεύγει τους μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς: η πλειοψηφία των ηρώων στο φιλμ κινούνται σε γκρίζες αποχρώσεις. Όταν δε έρχεται η στιγμή να ξεδιπλωθεί και το μεγάλο ατού του έργου που είναι το σχέδιο της ληστείας, ο ρυθμός συναρπάζει, η πολυπλοκότητα στη σύλληψη κρατάει το μυαλό σε εγρήγορση και η όλη ενορχήστρωση είναι σε γενικές γραμμές σχεδόν υποδειγματική. Υπάρχει και μια σκηνή που κλείνει το μάτι στο εξαιρετικό “Sicario” και είναι ένας ωραίος φόρος τιμής, έστω κι αν δεν φτάνει στα επίπεδα του πρώτου διδάξαντα.

Όσο αποτελεσματικό κι αν είναι το τελικό προϊόν, κρύβει μια λίγο λυπηρή διαπίστωση: πως έχουν περάσει πάνω από δυο δεκαετίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα να αποτελεί πλέον και αυτή η χρονική περίοδος σημείο αναφοράς στον κινηματογράφο που γυρίζεται σήμερα κι επομένως πλέον για τη νέα γενιά θεατών που αναδύεται καθιερώνεται και ως «παλιά» στη συνείδησή της, με ακόμη παλιότερες εποχές να κινδυνεύουν να περάσουν σταδιακά στη συλλογική αμνησία. Μακάρι αυτή η πεσιμιστική εκτίμηση να μην επιβεβαιωθεί μελλοντικά, αν και σημάδια της έχουν αρχίσει ήδη να διαφαίνονται τώρα. Η ετεροαναφορικότητα αυτή του φιλμ επεκτείνεται και στο εξαιρετικά επιδραστικό “The Usual Suspects”, με το φινάλε να θυμίζει μια πιο ανάλαφρη εκδοχή του αντίστοιχου θρίαμβου του κακού στη δημιουργία του Bryan Singer προσφέροντας μια ευχάριστη νότα αλλά μην πείθοντας ολοκληρωτικά με τον τρόπο που πάει να «δέσει» κομμάτια της πλοκής ώστε να υπάρξει η συγκεκριμένη κατάληξη.

Παρά όλες αυτές τις επί μέρους ενστάσεις, το “Den of Thieves” είναι στιβαρό, κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον παρά την ελαφρώς φουσκωμένη του διάρκεια και δεν υποτιμάει τη νοημοσύνη του θεατή, αρετές που δυστυχώς δεν είναι αυτονόητες ακόμη και σήμερα για το αποκαλούμενο «λαϊκό σινεμά».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *