Ο Μπομπ, ένας γοητευτικός πρώην κακοποιός, παθιασμένος με τον τζόγο αλλά και τις γυναίκες, σχεδιάζει το τελευταίο και μεγαλύτερο κόλπο της ζωής του: μια ληστεία στο καζίνο της Ντοβίλ. Αναζητά τους κατάλληλους συνεργάτες, ωστόσο τα πράγματα δεν θα πάνε όπως ακριβώς περιμένει.

Σκηνοθεσία:

Jean-Pierre Melville

Κύριοι Ρόλοι:

Roger Duchesne … Robert ‘Bob’ Montagne

Isabelle Corey … Anne

Daniel Cauchy … Paulo

Guy Decomble … επιθεωρητής Ledru

Gerard Buhr … Marc

Claude Cerval … Jean

Howard Vernon … αστυνόμος McKimmie

Jean-Pierre Melville … αφηγητής (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jean-Pierre Melville, Auguste Le Breton

Στόρι: Jean-Pierre Melville

Παραγωγή: Jean-Pierre Melville, Serge Silberman, Roger Vidal

Μουσική: Eddie Barclay, Jo Boyer

Φωτογραφία: Henri Decae

Μοντάζ: Monique Bonnot

Σκηνικά: Claude Bouxin

Κοστούμια: Ted Lapidus

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Bob le Flambeur
  • Ελληνικός Τίτλος: Μπομπ, ο Χαρτοπαίκτης
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Bob the Gambler
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Μπομπ, ο Καβγατζής
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Μπομπ, ο Τζογαδόρος
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Μπομπ, ο Εμπρηστής [φεστιβάλ]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Ο Καλός Κλέφτης (2002)

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη αστυνομική ταινία για τον Jean-Pierre Melville, έναν δημιουργό που σημάδεψε το είδος. Παρόλα αυτά, έκοψε μόλις 716.920 εισιτήρια στη Γαλλία.
  • Θεωρείται προάγγελος της Νουβέλ Βαγκ, λόγω της τεχνικής του Melville (κάμερα στο χέρι, jump-cut), και είναι με τη σειρά της επηρεασμένη άμεσα από τα αμερικανικά νουάρ.
  • Η αγαπημένη ταινία του Jean-Luc Godard και του Stanley Kubrick από τη φιλμογραφία του Melville, αλλά και δηλωμένα αγαπημένη του Jim Jarmusch, του Claude Chabrol και του Quentin Tarantino. Για τους Mike Hodges και Paul Thomas Anderson δηλώθηκε ως πλέον αγαπημένη γενικώς.
  • Ο Melville πρόβαρε τον Alain Delon για τον ρόλο του Πάολο. Τελικά τον απέρριψε στον φόβο πως θα έκλεβε όλη την παράσταση.
  • Για τον ρόλο του Μπομπ, ο σκηνοθέτης ήθελε τον Jean Gabin, αλλά ήταν πολύ ακριβός.
  • Ο Jean Cocteau έκανε μια δική του εκδοχή του σεναρίου, αλλά ο Melville την απέρριψε.
  • Το 2002 έγινε ριμέικ ως Ο Καλός Κλέφτης από τον Neil Jordan. Είναι και η βασική επιρροή αρκετών ταινιών, όπως η Συμμορία των 11, The Transporter, Reservoir Dogs και Το Παιχνίδι της Τύχης (η πρώτη ταινία του Paul Thomas Anderson). Στοιχεία του όμως υπάρχουν σε πολλές περισσότερες.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 14/5/2021

Σε μια χρονική περίοδο που το νουάρ με την κλασική έννοια εξακολουθούσε να παράγει αξιόλογα αποτελέσματα, αλλά στην πραγματικότητα βρισκόταν στο σημείο λίγο πριν σταματήσει να υπάρχει ως ενεργό είδος με την καθιερωμένη αντίληψη του όρου, ο Jean-Pierre Melville παρουσιάζει τη δική του παραλλαγή πάνω στη συγκεκριμένη παράδοση, κάνοντας και το πρώτο του βήμα στο να εγκαθιδρύσει ένα προσωπικό στιλ και τύπο κινηματογραφικού σύμπαντος που θα έφτανε στην τελειοποίηση αργότερα.

Το αποτέλεσμα είναι ο «Μπομπ, ο Χαρτοπαίκτης», ένα φιλμ άκρως επιδραστικό για το αστυνομικό και γκανγκστερικό θρίλερ, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και κατά κάποιους πρόδρομος ως και της Νουβέλ Βαγκ (παρατηρούνται μέχρι και jump-cuts, έστω κάπως διακριτικά, τέσσερα χρόνια πριν το «Με Κομμένη την Ανάσα» του Godard). Από το πρώτο πλάνο γίνεται εμφανές πως πρόθεση του Melville είναι η δημιουργία μιας ιδιαίτερης ατμόσφαιρας, που αναδίδει παρακμή και γοητεία ταυτόχρονα, που φαντάζει προσγειωμένη αλλά ανάγεται και σε ένα σχεδόν μυθικό πλαίσιο, όπου οι άγραφοι κώδικες τιμής έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα κι από τους κατεστημένους από την πολιτεία νόμους, το άσπρο και το μαύρο της ηθικής υπάρχει μονάχα στο μυαλό των ηρώων, οι οποίοι πρακτικά κολυμπούν στο γκρίζο, και όπου η τύχη και η μοίρα μπορούν να δαμάζονται σαν άλογα. Το φιλμ του Melville σίγουρα δεν είναι το πιο σκοτεινό νουάρ από όσα είχαν γυριστεί μέχρι τότε, είτε όσον αφορά τις συμπεριφορές που περιγράφει είτε τον μικρόκοσμο που απεικονίζει (στην Αμερική, άλλωστε, με δημιουργίες όπως το «Με Διπλή Ταυτότητα» του Wilder μεταξύ άλλων, είχαν φτάσει προ πολλού σε απύθμενα για τα δεδομένα του καιρού εκείνου βάθη των χειρότερων πλευρών του ανθρώπινου ψυχισμού), ούτε το πιο ανατρεπτικό και ριζοσπαστικό σε νοοτροπία και δομή, ούτε καν το πιο αντιπροσωπευτικό της χώρας παραγωγής του. Είναι όμως τόσο ιδιοσυγκρασιακό και ψυχαγωγικό, με έναν δικό του και μπροστά από την εποχή του τρόπο, που δικαιωματικά κατακτά τον τίτλο ενός αυτόνομου μικρού κεφαλαίου του είδους που εκπροσωπεί. Λαϊκότητα και φινέτσα συνδυάζονται αρμονικά, σε ένα μείγμα που είναι προσβάσιμο κι εκλεπτυσμένο ταυτόχρονα.

Υπάρχουν ομολογουμένως διάσπαρτα στοιχεία που έχουν κακογεράσει στο πέρασμα του χρόνου, όπως το καλόηχο αλλά υπονομευτικό ως προς την ένταση του φιλμ easy-listening σάουντρακ των Eddie Barclay και Jo Boyer, κάποια συντηρητικής φύσεως αφηγηματικά σχήματα που ταυτίζουν ηλικιακά φάσματα με επίπεδο αντίληψης ή, ακόμη περισσότερο, η ενοχλητική τάση του φακού να σεξουαλικοποιεί έντονα την παρουσία της ανήλικης τότε Isabelle Corey (το ότι τα πλαίσια γύρω από αυτό το θέμα είχαν τεθεί διαφορετικά τότε δεν καθιστά την απόφαση αυτή λιγότερο λανθασμένη ηθικά). Εντοπίζονται όμως και αρετές που κάθε άλλο παρά αυτονόητες είναι για τα δεδομένα της χρονικής περιόδου: από το πώς μεθοδεύεται ένα επίτηδες παραπλανητικό χτίσιμο από πλευράς πλοκής, που φαινομενικά οδηγεί προς μια κατεύθυνση για να καταλήξει πολύ διαφορετικά μέσα από μια σειρά ανατροπών, μέχρι μια ιδιόρρυθμη αίσθηση του χιούμορ, που εκ πρώτης όψεως πάει κόντρα στη βία και την τραγικότητα της ιστορίας, και όμως τελικά σιγοντάρει ιδανικά τα γνωρίσματα αυτά.

Ακόμη και ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Bob, τον οποίον υποδύεται με εξαιρετική αίσθηση του μέτρου κι αυτοπεποίθηση ο Roger Duchesne, παρότι παλιομοδίτικης κοπής, έχει μια ξεκάθαρη εσάνς αντιήρωα, ίσως όχι με τη σύγχρονη έννοια της λέξης που τη θέλει στενά συνδεδεμένη με ένα έντονα λούμπεν στοιχείο, αλλά δοσμένη έτσι ώστε να καθίσταται σαφές πως πρόκειται για μια φιγούρα που ακροβατεί μεταξύ θαυμαστού και αντιπαθητικού. Εκεί που διακρίνεται ένα σχεδιάγραμμα καλοσύνης, προκύπτει λίγη ώρα αργότερα μια άλλη πλευρά, επιπόλαια φιλήδονη ή με τάσεις επιβολής κι εκβιασμού, με τα κομμάτια του παζλ να είναι πολλά και να συνθέτουν μια τελική εικόνα που δεν μπορεί να συνοψιστεί απλά σε λίγες λέξεις. Και ο Melville, με το απολαυστικό θράσος ενός ταλέντου (προτού αποκτήσει το εκτόπισμα μεγάλου δημιουργού) που στοχεύει ψηλά, εκπαραθυρώνει θριαμβευτικά κάθε υπόνοια ηθικοπλαστικής διάθεσης σε ένα φινάλε που βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα σε όσους προσδοκούν μέχρι αυτό το σημείο ακόμη ένα φιλμικό αναμάσημα του σχήματος «ύβρις-άτη-νέμεσις-τίσις»!

Όσο ο «Μπομπ, ο Χαρτοπαίκτης» είναι ένα προϊόν της εποχής του, άλλο τόσο κατορθώνει να προφητεύσει κάποιες τάσεις: ο συνδυασμός σκληρότητας και μελαγχολίας στις μεμονωμένες συμπεριφορές αλλά και στις αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, έστω κι αν εδώ βρίσκεται ακόμη σε ένα πρωτόλειο στάδιο, θα δημιουργήσει μια ολόκληρη σχολή, ειδικά στη Γαλλία, όπως και ο αντι-τουριστικός τρόπος κινηματογράφησης των στενών της Μονμάρτρης, που στόχο έχει όχι την καταγραφή της όμορφης εικόνας, αλλά της μετάδοσης του αστικού παλμού στον θεατή. Από πολλές απόψεις, είναι φιλμ σαν αυτά που έχουν μια σημαντική συνεισφορά στη σταδιακή μετάβαση από ιστορίες με πιο ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές, σε θεάματα που δεν έχουν ανάγκη να αναπαράγουν τις τότε επικρατούσες αντιλήψεις στο σινεμά περί στρατοπέδων του καλού και του κακού, και που έκαναν επομένως το μέσο να προχωρήσει προς τα εμπρός. Το σοφό σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μια αντιπαραγωγική νοσταλγία για μια κινηματογραφική εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, αλλά μια χαρά που υπήρξαν τέτοια παραδείγματα και τα πρότυπα άλλαξαν σε ένα βάθος χρόνου, για το καλό της εξέλιξης της τέχνης.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.