Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Μια παντρεμένη γυναίκα γνωρίζει έναν ανύπαντρο άντρα. Ερωτεύονται, μαλώνουν, τα χέρια πληγώνουν τη σάρκα. Ένα αδέσποτο σκυλί διασχίζει τη χώρα. Οι εποχές περνούν. Μια δεύτερη ταινία ξεκινά, ίδια με την πρώτη, αλλά και όχι. Οι άνθρωποι μιλούν για την πτώση του δολαρίου, την αλήθεια που κρύβεται στα μαθηματικά και τον θάνατο ενός κοκκινολαίμη.

Σκηνοθεσία:

Jean-Luc Godard

Κύριοι Ρόλοι:

Heloise Godet … Josette

Kamel Abdelli … Gedeon

Richard Chevallier … Marcus

Jessica Erickson … Mary Shelley

Christian Gregori … Davidson

Zoe Bruneau … Ivitch

Jean-Luc Godard … αφηγητής (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jean-Luc Godard

Παραγωγή: Brahim Chioua, Vincent Maraval, Alain Sarde

Φωτογραφία: Fabrice Aragno

Μοντάζ: Jean-Luc Godard

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Adieu au Langage
  • Ελληνικός Τίτλος: Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα
  • Διεθνής Τίτλος: Goodbye to Language
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Goodbye to Language 3D

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών. Βραβείο επιτροπής.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία βγήκε στις αίθουσες τρισδιάστατη.
  • Ο Godard έδειξε ενδιαφέρον για το τρισδιάστατο σινεμά το 2010, και ζήτησε από τον ελβετό διευθυντή φωτογραφίας Fabrice Aragno να κάνει κάποια πειράματα με την κάμερα. Αλλά τα αποτελέσματα μιας επαγγελματικής 3D κάμερας δεν ενθουσίασαν τον γάλλο δημιουργό, και κατασκεύασε δικό του εξοπλισμό μέσω της χρήσης Canon 5Ds και Flip Minos. Με τον Aragno να βρίσκει τρόπους να σπάει τους κανόνες μιας κανονικής τρισδιάστατης φωτογράφισης, οι δυο τους συνεργάστηκαν επί τέσσερα έτη, γυρίζοντας πρώτα τα πλάνα δίχως τους ηθοποιούς. Εντέλει, ο Godard κινηματογράφησε μια κανονική δισδιάστατη εκδοχή και με τον Aragno ολοκλήρωσαν τη 3D επεξεργασία.
  • Ο σκύλος που εμφανίζεται σε κεντρικό ρόλο στην ταινία, είναι του ίδιου του Godard, και ονομάζεται Roxy Mieville.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 28/5/2015

Πριν 55 χρόνια, η Ευρώπη ήταν μια ήπειρος με νωπές πληγές από την ολοσχερή καταστροφή του πολέμου. Το κλίμα αδιεξόδου που κυριαρχούσε υπαγόρευε την επανεφεύρεση του κινηματογράφου, με καινούριους όρους και φρέσκες ιδέες. Είχε έρθει η ώρα για ένα νέο ρεύμα, που θα αρνηθεί τα ιερά τοτέμ της ποιοτικής υποκρισίας και θα χαράξει τη δική του πορεία, αφουγκραζόμενο τις ανάγκες του κοινού για σύγκρουση με τις παραδεδεγμένες αξίες. Στην κινηματογραφική ναυαρχίδα της Ευρώπης, το Νέο Κύμα σάρωσε με βία την καθεστηκυία τάξη, εμπνεύστηκε από καινούρια πρότυπα της γης των ευκαιριών και απελευθέρωσε νέες δυναμικές της 7ης τέχνης. Εμβληματική μορφή του ρεύματος είναι ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, που με το «Με Κομμένη την Ανάσα» κατέθεσε στην κινηματογραφική ιστορία αυτό που έμελλε να αποτελέσει τη σημαία της Nouvelle Vague.

Σήμερα, η Ευρώπη παρουσιάζει μια ως εκ τραύματος καινούρια εικόνα αδιεξόδου. Αυτή τη φορά όμως δεν πρόκειται για υλικά ερείπια, αλλά για ηθική διάλυση. Η φαινομενική κατάργηση της ιδεολογικής πάλης μέσω της επίπλαστης ευημερίας του δυτικού κόσμου οδήγησε σε βαθιά και χρόνια νάρκη την ευρωπαϊκή κουλτούρα της νόησης, η οποία επεδείκνυε και εξακολουθεί να επιδεικνύει εξαιρετική αλαζονεία και φιλαυτία απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό. Τα αμβλυμένα αντανακλαστικά του νέο-ευρωπαϊκού (μη) ήθους φανερώθηκαν όταν οι ημέρες των ισχνών αγελάδων έκαναν την εμφάνιση τους στις λιγότερο κραταιές χώρες. Τότε άρχισε να φαίνεται ότι η έξαρση της ενωτικής ρητορικής των ισχυρών στην ουσία ήταν το μέσο εξασφάλισης περισσότερων γραναζιών στη μηχανή του νεοφιλελεύθερου οχήματος, που κατάπινε κάθε ιδεολογία και αντίθεση στο οδυνηρό όπως αποδεικνύεται πέρασμά του. Αυτό καταγγέλλει εδώ ο σταθερά μαρξιστής Γκοντάρ. Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μακριά από τους στοχαστές της, τους οποίους επικαλείται εν αφθονία ο Γαλλοελβετός, και ακόμα μακρύτερα από τη φύση του ανθρώπου, έχοντας διαμορφώσει έναν εξαντλητικά αστικό κώδικα διαβίωσης.

Το «Αντίο στη Γλώσσα» δεν έχει πλοκή. Δεν έχει συνοχή, παρά μόνο μια υποδόρια και συνειρμική συνάφεια. Παραφράζοντας την περιγραφή του ίδιου του Γκοντάρ, μια παντρεμένη γυναίκα συναντά έναν ανύπαντρο άντρα, αγαπιούνται και μαλώνουν διαρκώς. Ένα σκυλί ταξιδεύει μέσα από αστικά και φυσικά τοπία. Οι εποχές περνούν, η γυναίκα και ο άνδρας ξανασυναντιούνται και το σκυλί βρίσκεται μαζί τους. Μια δεύτερη ταινία ξεκινά, ίδια με την πρώτη, αλλά και όχι. Παράλληλα, άνθρωποι μιλούν για την πτώση του δολαρίου, τη Ρωσία του σήμερα, τα μαθηματικά και το θάνατο ενός κοκκινολαίμη. Και όμως, όλα αυτά διέπονται από το ίδιο φιλοσοφικό νόημα: την αποσύνδεση του ανθρώπου από τη φύση του. Στο κινηματογραφικό σύμπαν που πλάθει ο Γκοντάρ, η φύση αντικαθιστά το Θεό και αποτελεί τη μοναδική πυξίδα του ανθρώπου προς την ελευθερία. Η ελευθερία στην οποία αναφέρεται ο σκηνοθέτης είναι μια ενδιάθετη κατάσταση από την οποία ο «ελεύθερος» κόσμος ολοένα και απομακρύνεται. Οι λέξεις αποτελούν τη φυλακή της ελευθερίας και συνάμα τις αλυσίδες του αστισμού και η μόνη απόδραση, η μόνη πραγματική επανάσταση που μπορεί να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος, είναι ένα βροντερό αντίο στη Γλώσσα.

Το έργο βρίθει αναφορών σε φιλοσοφικές και πολιτικές προσεγγίσεις της τέχνης και της κοινωνικής δράσης. Περιέχει αποσπάσματα ταινιών του Φριτς Λανγκ και του Χάουαρντ Χοκς, αναφορές στο έργο των Μπέκετ, Απολινέρ, Φλωμπέρ, Σαρτρ, Ντοστογιέφσκι και μύριων όσων, μιλάει για δημιουργίες του Ροντέν και του Μονέ, αναφέρεται μέχρι και στον Δαρβίνο και στον Μάο και όλα αυτά υπό τη μεγαλειώδη μουσική των Τσαϊκόφσκι, Μπετόβεν και Σιμπέλιους. Τα παραπάνω ονόματα δεν φτάνουν καν το ένα τρίτο των αναφορών της ταινίας. Ο Γκοντάρ, στην ουσία, παραθέτει μια αντιφατική ωδή σε όλους εκείνους που με τα λόγια τους τον όπλισαν στο φιλμικό του αποχαιρετισμό στη Γλώσσα. Στην προσπάθεια να εξευρεθεί η φιλοσοφική στάση του απέναντι στον άνθρωπο στον παρόν έργο, θα λέγαμε ότι ισορροπεί ανάμεσα στο μισανθρωπισμό και τον αμέριστο θαυμασμό για τις δυνατότητες του ανθρώπινου όντος. Στον κόσμο του, o άνθρωπος είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο, η αρχή και το τέλος. Η αλληλεπίδραση των ανθρώπων είναι δυνητικά καταστροφική αλλά και η μόνη ελπίδα τους για την επιστροφή στο φυσικό κόσμο.

Φυσικά, ο ορκισμένος καινοτόμος δεν αρκείται σε αυτό. Τεχνικά, η ταινία είναι πρωτοφανής. Οι λήψεις υπό αλλόκοτες γωνίες, οι διάλογοι που διακόπτονται στη μέση και επανέρχονται, η ιδιοφυής αλληλεπίδραση μουσικής και εικόνας και η αδυναμία συσχέτισης των αλλεπάλληλων σκηνών, που κάνει τον κινηματογραφικό χρόνο να απειρίζεται και να μηδενίζεται ταυτόχρονα, κυριαρχούν στο φιλμ. Παράλληλα, γίνεται σατιρική χρήση του 3D, το οποίο προστίθεται στη λίστα με τις καινοτομίες του σκηνοθέτη με σαρκαστικό τρόπο, ενώ η παλέτα των χρωμάτων του φαίνεται να λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Όλα αυτά προξενούν αμηχανία στο θεατή από το πρώτο πεντάλεπτο, ο οποίος φαντάζεται τον Γκοντάρ να κοιτάει από μια γωνία τα σαστισμένα, ταλαιπωρημένα βλέμματα του κοινού και να γελάει. Τον ίδιο σκοπό, αυτόν δηλαδή της ανορθόδοξης πρόκλησης, επιτελεί και το κατά τόπους αγοραίο χιούμορ, απευθυντέο αυτή τη φορά στη σωρεία λογίων και διανοούμενων που θα σπεύσουν να κρίνουν με τους δικούς τους, παλαιολιθικούς όρους ποιότητας το φιλμ.

Το να μιλάει κανείς γι’ αυτήν την ταινία είναι εξαρχής απρόσφορο και άδικο. Άδικο για το έργο, άδικο για τον αναγνώστη, άδικο και για τον γράφοντα. Το τελευταίο δημιούργημά του αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο γιατί ο Γκοντάρ ποτέ δε θα είναι «ζωντανός θρύλος», καθώς αυτός ο όρος αποδίδεται σε ανθρώπους που υπήρξαν σπουδαίοι για να ευλογηθούν τα γένια τους στη διαδικασία της ανακύκλωσης. Ο συγκεκριμένος είναι υπεράνω αποστειρωμένων εκδηλώσεων θαυμασμού. Ζητάει απλά να τον ακούσουμε, όπως έγινε και τη δεκαετία του 1960, όταν και αρνήθηκε τα μέχρι τότε γνωστά κινηματογραφικά πλαίσια, επιτυγχάνοντας τη μεγαλύτερη διεύρυνση των δυνατοτήτων της τέχνης του μετά την εποχή Eisenstein. «Γλώσσα» για τον Γκοντάρ είναι κάθε μορφής παράδοση στον συντηρητισμό, κάθε εμπόδιο προς την ελευθερία και κάθε περιορισμός της φύσης, και αυτή τη «γλώσσα» αποχαιρετά. Η «γλώσσα» πέθανε. Ζήτω η Γλώσσα!

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.