
Αυτή είναι η ιστορία ενός απαγορευμένου έρωτα, που ξετυλίγει σαράντα χρόνια μυστικών και ψεμάτων υπό τους ήχους των μπλουζ στα βάθη του αμερικανικού Νότου.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Joshua Boone … Bayou
Amirah Vann … Hattie Mae
Solea Pfeiffer … Leanne
Austin Scott … Willie Earl
Ryan Eggold … Ira
Milauna Jackson … Citsy
Brent Antonello … John Clayton
Brad Benedict … σερίφης Jackson
E. Roger Mitchell … Buster
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Tyler Perry
Παραγωγή: Tyler Perry
Μουσική: Aaron Zigman
Φωτογραφία: Brett Pawlak
Μοντάζ: Maysie Hoy
Σκηνικά: Sharon Busse
Κοστούμια: Karyn Wagner
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: A Jazzman’s Blues
- Ελληνικός Τίτλος: Τα Μπλουζ ενός Τζαζίστα
Παραλειπόμενα
- Αυτό ήταν στην πραγματικότητα το πρώτο σενάριο που έγραψε ποτέ ο Tyler Perry, πίσω στο 1995. Η Lionsgate είχε πάρει τα δικαιώματα για ταινία το 2006, που όμως δεν έγινε ποτέ.
- Κινηματογραφικό ντεμπούτο στο φεστιβάλ του Τορόντο, αλλά άμεσα μετά στην πλατφόρμα του Netflix.
Κριτικός: Ρωμανός Αναστασίου
Έκδοση Κειμένου: 9/10/2022
Στο γυμνό μάτι που ξεφυλλίζει αδιάφορα τον κατάλογο του Netflix, το Jazzman’s Blues φαίνεται απλά ως ένα ακόμα κινηματογραφικό στραγάλι για να κατέβει ευκολότερα το ουζάκι των 2 κενών ωρών ενός νωχελικού απογεύματος. Σε επιφανειακό επίπεδο, η διαίσθηση αυτή που διαμορφώνεται και μόνο προσπερνώντας βιαστικά το εξώφυλλο της ταινίας, δεν είναι σε καμία περίπτωση λανθασμένη.
Μια σύντομη αναδρομή στη σχετικά άγνωστη στα ελληνικά δεδομένα φιλμογραφία του σκηνοθέτη της επίμαχης ταινίας την καθιστά, σε ένα meta επίπεδο, πιο διασκεδαστική ως ύπαρξη από τη μέση παραγωγή Netflix, αφού ο Tyler Perry είναι ο άνθρωπος υπεύθυνος για τη δημιουργία των κωμικών περιπετειών της Madea, στης οποίας τα χοντροκομμένα ευτράπελα σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ο ίδιος ως η αθεόφοβη, θορυβώδης πρωταγωνίστρια που χαρίζει στο επικών διαστάσεων saga το όνομά της. Σε μια συγκλονιστική στιγμή για την καλλιτεχνική του πορεία, αποφασίζει να βάλει μια εφήμερη τελεία στο «Madeathon», για να σκηνοθετήσει ένα μελόδραμα εποχής, το οποίο όπως δηλώνει ο one-man-band σκηνοθέτης του, επεξεργάζεται εδώ και 27 χρόνια.
Όπως θα περίμενε κανείς, η μηρυκαστικών διαστάσεων νοητική χώνεψη μάς αφήνει αντικλιμακτικά με ένα ηθικίστικο, δισδιάστατο μελόδραμα, του οποίου η αμετροέπεια και άτεχνη διαχείριση των ριζικότερων κινηματογραφικών ζητημάτων καταφέρουν να χορέψουν λίμπο ακόμη και κάτω από τον χαμηλότερο αισθητικό πήχη. Η μονοτονία των χαρακτήρων και των συναισθημάτων τους, ο επιτηδευμένος διάλογος, το μοντάζ της ταινίας που κάνει τον ρυθμό της ανυπόφορο ακόμη και για τις δύο ώρες που διαρκεί, ο διδακτισμός του φινάλε που έρχεται με την αέρινη λεπτότητα της βαριοπούλας, η φωτογραφία που νοιάζεται πιο πολύ να μοιάσει σε ξεθυμασμένη καρτ-ποστάλ παρά να αποτυπώσει οποιουδήποτε είδους ένταση ή συναίσθημα, και τέλος -ένα προσωπικό pet peeve- το ανελέητα επεξηγηματικό voiceover: όλα αυτά είναι ποιότητες που δεν αφήνουν κανέναν εξοικειωμένο με το νετφλιξικό δράμα έκπληκτο, παρά μόνο ίσως ελαφρώς απογοητευμένο που η ταινία δεν ήταν μια «so bad that it’s good» περίπτωση.
Ίσως το πιο αξιοσημείωτο απ’ όλα είναι η τεχνική ανικανότητα στο μιξάρισμα των μουσικών σεκάνς, που ξεπερνά κατά πολύ την επιεικώς τεμπέλικη σκηνοθεσία τους, και οδηγεί σε ένα οριακά «ντέιβιντ-λιντσιανό» αποτέλεσμα, με τη δράση που παρουσιάζεται να φαίνεται ασυνάρτητη με το εκάστοτε τραγούδι. Αυτό με οδηγεί κλείνοντας στην επί τροχάδην αναφορά του σοβαρότερου προβλήματος της ταινίας, το οποίο εκτείνεται πέραν των περιορισμένων ορίων της. Η επιθετικά άοσμη μουσική επένδυση -τόσο στο ost όσο και στις ταριχευμένες εκτελέσεις των hit της εποχής- σκιαγραφεί τη συντηρητική, αποστασιοποιημένη ματιά των παραγωγών και δημιουργών του Jazzman’s Blues, σύμπτωμα φανερό στο μέσο δράμα εποχής. Τα συμβολικής σημασίας υποκείμενα μετατρέπονται σε αρχετυπικά χάρτινα αποκόμματα δεμένα στο απλοϊκό, ηθικολογικό αφήγημα του δημιουργού, ο οποίος φαίνεται να αποξηραίνει οποιαδήποτε αμφισημία, δυναμική και ζωτική ενέργεια από την τέχνη και τα πάθη μιας ιστορίας που έχει τη δυνατότητα να συγκινήσει βαθιά, αλλά καταλήγει ένα πλαστικοποιημένο, ψυχρό κέλυφος με ικανοποιητική παραγωγή.
Βαθμολογία:
![]()
![]()

Κριτικός: 