Ρώμη, 1944. Η πόλη είναι κάτω από γερμανική κατοχή και οι πολίτες της βιώνουν τη βάρβαρη συμπεριφορά των Γερμανών. Οι Γερμανοί αναζητούν έναν Ιταλό, τον Τζόρτζιο Μαφρέντι, με την υποψία ότι είναι σε μια ομάδα της Αντίστασης. Εκείνος ζητά βοήθεια από τη μνηστή του, Πίνα, η οποία, στην προσπάθεια της να βοηθήσει, ρισκάρει όχι μόνον τη δική της ζωή, αλλά και του αγέννητου παιδιού της.

Σκηνοθεσία:

Roberto Rossellini

Κύριοι Ρόλοι:

Aldo Fabrizi … Δον Pietro Pellegrini

Anna Magnani … Pina

Marcello Pagliero … Giorgio Manfredi (Luigi Ferraris)

Vito Annichiarico … Marcello

Nando Bruno … Agostino

Harry Feist … ταγματάρχης Bergmann

Giovanna Galletti … Ingrid

Maria Michi … Marina Mari

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sergio Amidei, Federico Fellini, Roberto Rossellini

Στόρι: Sergio Amidei

Παραγωγή: Giuseppe Amato, Ferruccio De Martino, Rod E. Geiger, Roberto Rossellini

Μουσική: Renzo Rossellini

Φωτογραφία: Ubaldo Arata

Μοντάζ: Eraldo Da Roma

Σκηνικά: Rosario Megna

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Roma Citta Aperta
  • Ελληνικός Τίτλος: Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη
  • Διεθνής Τίτλος: Rome, Open City

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ αυθεντικού σεναρίου.
  • Μεγάλο βραβείο στο φεστιβάλ των Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Ο Roberto Rossellini γράφει ιστορία παρουσιάζοντας αυτό που θα εδραιωθεί ως ιταλικός νεορεαλιστικός κινηματογράφος.
  • Το 1944 στην Ιταλία δεν υπήρχε ούτε κινηματογραφική βιομηχανία, ούτε πόροι για να γυριστεί κάποια ταινία. Ο Rossellini όμως βρήκε χορηγία από μια πλούσια γηραιά κυρία στη Ρώμη, και επιθυμούσε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τον Δον Pieto Morosini, έναν καθολικό ιερέα που εκτελέστηκε από τους κατακτητές Γερμανούς επειδή βοηθούσε τους παρτιζάνους. Η πρώτη του κίνηση ήταν να απευθυνθεί στον φίλο του, Federico Fellini, μήπως μπορούσε να τον φέρει σε επαφή με τον Aldo Fabrizi, τον οποίο και ήθελε για τον ρόλο. Κι ενώ η πλούσια κυρία συμφώνησε να χρηματοδοτήσει και δεύτερο ντοκιμαντέρ, ο Fellini και ο σεναριογράφος Sergio Amidei πρότειναν στον Rossellini να κάνει μια ταινία που να συνδυάζει όσα είχε κατά νου για τα ντοκιμαντέρ. Τον Αύγουστο του 1944, δύο μήνες πριν τελειώσει η κατοχή στη Ρώμη, οι τρεις τους άρχισαν να γράφουν το σενάριο. Ξεκινώντας γυρίσματα, τα χρήματα δεν ήταν αρκετά, έτσι αρκέστηκαν σε ό,τι φτηνότερο μπορούσε να τους προσφερθεί. Ο Rossellini βρήκε ερασιτέχνες ως ηθοποιούς, πέρα από τον Fabrizi και την Anna Magnani.
  • Η ταινία έκανε πρεμιέρα στη Ρώμη, κι ενώ η αιώνια πόλη ήταν ακόμα γεμάτη ερείπια.
  • Στη Δυτική Γερμανία η ταινία ήταν απαγορευμένη από το 1951 έως το 1960. Το 1947 απαγορεύτηκε και στην Αργεντινή.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 11/6/2025

Ο Ρομπέρτο Ροσελίνι (1906–1977) δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε ιταλός σκηνοθέτης. Ήταν ο πρωτοπόρος ενός κινήματος που άλλαξε για πάντα τον κινηματογράφο: του νεορεαλισμού. Η «πολεμική του τριλογία» -«Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη» (1945), «Παϊζά» (1946) και «Γερμανία, Έτος Μηδέν» (1947)- αρκεί από μόνη της για να του εξασφαλίσει μια εξέχουσα θέση στην ιστορία της 7ης τέχνης.

Η πρώτη ταινία της τριλογίας, η «Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη», ξεκίνησε να γυρίζεται μέσα σε δύο μήνες από την απελευθέρωση της Ρώμης, αν και είχε σχεδιαστεί κρυφά αρκετούς μήνες νωρίτερα. Γυρισμένη μέσα στα συντρίμμια, με υλικά που βρέθηκαν κάτω από τα ερείπια, η ταινία αυτή είναι μια ωμή, ανελέητη μαρτυρία του πολέμου και της αντίστασης. Αρχικά ως διαδοχή σκηνών της καθημερινότητας υπό Κατοχή, η ταινία σιγά-σιγά σχηματοποιεί μια ισχνή πλοκή, έναν ηθικό άξονα που τη διατρέχει.

Η αφηγηματική δομή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο επικεντρώνεται στις καθημερινές ζωές μιας χαλαρής ομάδας αντιστασιακών που ζουν στη Ρώμη:

ο Φραντσέσκο (Francesco Grandjacquet), κομμουνιστής τυπογράφος, συντονίζει τις δραστηριότητες μιας ομάδας μαχητών κατά των ναζί, με επικεφαλής τον φίλο του, Τζόρτζιο (Marcello Pagliero). Η αρραβωνιαστικιά του Φραντσέσκο, η χήρα Πίνα (Anna Magnani), συμμετέχει κι εκείνη στον αγώνα. Παρά την εγκυμοσύνη της, βοηθά στην πρόκληση ταραχών ενάντια στα καταστήματα που ελέγχουν τα δελτία τροφίμων και στερούν από τους ανθρώπους της πόλης το φαγητό. Ακόμα και ο γιος της, Μαρτσέλο (Vito Annichiarico), παίρνει μέρος στον αγώνα, ως μέλος μιας συμμορίας παιδιών με επικεφαλής ένα ανάπηρο αγόρι, που κάνουν νυχτερινές επιθέσεις με βόμβες κατά των ναζί. Ωστόσο, δεν αντιλαμβάνονται όλοι την κρισιμότητα της κατάστασης. Η επιπόλαιη αδελφή της Πίνα, Λαουρέτα (Carla Rovere), εργάζεται σε καμπαρέ και δεν διστάζει να αφήνει γερμανούς στρατιώτες να την πηγαίνουν σπίτι, αδιάφορη για οτιδήποτε πέρα από τον εαυτό της. Η φίλη της, Μαρίνα (Maria Michi), σύντροφος του Τζόρτζιο, είναι εγωκεντρική και ανίκανη να κατανοήσει πραγματικά τη σημασία των γεγονότων. Ο εθισμός της στα ναρκωτικά την καθιστά εύκολη λεία για τους Γερμανούς, που την ελέγχουν μέσω της μοχθηρής Ίνγκριντ (Giovanna Galletti), η οποία επιδεικνύει μια λανθάνουσα ομοερωτική έλξη προς το θύμα της.

Ο Ροσελίνι εξισορροπεί τις ζοφερές στιγμές της ταινίας με υπέροχες βινιέτες χιούμορ, γραμμένες από τον Φεντερίκο Φελίνι, ιδιαίτερα μέσα από τον χαρακτήρα του ιερέα Δον Πιέτρο (Άλντο Φαμπρίτσι), ενός εξαιρετικά ευσεβή ανθρώπου. Η ταινία τον συστήνει να διαιτητεύει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα παιδιών και να τρώει μια μπάλα στο κεφάλι από αφηρημάδα. Αργότερα, ο ιερέας σταματά σε ένα μαγαζί για να παραλάβει χρήματα και να τα περάσει στη μυστική οργάνωση, παρατηρώντας αμήχανα ένα μικρό άγαλμα του Αγίου Ρόκου δίπλα σε ένα άλλο άγαλμα γυμνής γυναικείας μορφής -χρειάζεται δύο διορθώσεις ώστε να διασφαλίσει ότι δεν κινδυνεύει η αγνότητα του αγίου.

Σε μια επόμενη σκηνή, ο ιερέας προσπαθεί μάταια να πείσει έναν γέρο να προσποιηθεί τον άρρωστο, ενώ εκείνος φωνάζει με ενθουσιασμό πόσο μισεί τους φασίστες. Τελικά ο ιερέας αναγκάζεται να τον χτυπήσει με τηγάνι στο κεφάλι. Το χιούμορ και η αγωνία αυτής της σκηνής γίνονται ακόμη πιο ισχυρά, επειδή η συνέχειά της καταλήγει σε συγκλονιστική τραγωδία, η οποία προκαλεί ακόμα πιο έντονο σοκ λόγω του ελαφρού ύφους που προηγήθηκε.

Το δεύτερο μισό της ταινίας επικεντρώνεται στο μαρτύριο του Τζόρτζιο και του Δον Πιέτρο στα χέρια του Μπέργκμαν (Harry Feist), αξιωματικού της γκεστάπο. Η σκηνή των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο μια ωμή απεικόνιση της βίας, αλλά και μια απόδειξη της αλύγιστης ανθρώπινης ψυχής. Σε μια καίρια σκηνή, ενώ ο Τζόρτζιο βασανίζεται στο διπλανό δωμάτιο, ο Μπέργκμαν προσπαθεί να στρέψει τον ιερέα εναντίον του: «Είναι ανατρεπτικός και άθεος -ο εχθρός σου.», «Είμαι καθολικός ιερέας,» απαντά ο Δον Πιέτρο ήρεμα. «Πιστεύω ότι όποιος μάχεται για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, βαδίζει στους δρόμους του Κυρίου. Και οι δρόμοι του Κυρίου είναι άπειροι». Αυτή η «βάπτιση» του άθεου αντάρτη εντείνεται με την εικόνα του γυμνωμένου και χτυπημένου Τζόρτζιο, του οποίου το κορμί σχηματίζει σταυρό στον τοίχο -ένα κοσμικό πρόσωπο-Χριστός.

Στο τέλος, όταν ο ιερέας προφητεύει ήρεμα ότι ο Τζόρτζιο δεν θα μιλήσει -προσθέτοντας ότι θα προσεύχεται για εκείνον-, η σύγκρουση των ναζιστικών και καθολικών κοσμοθεωριών κορυφώνεται μέσα στη σιωπή του μαρξιστή αντάρτη. «Έχω έναν άνθρωπο που πρέπει να μιλήσει πριν την αυγή», λέει ο Μπέργκμαν σε έναν ανώτερο αξιωματικό, τον Χάρτμαν. «Και έναν ιερέα που προσεύχεται γι’ αυτόν». Όταν ο Χάρτμαν ρωτά αν υπάρχει περίπτωση να μη μιλήσει, ο Μπέργκμαν εξανίσταται: «Αυτό θα σήμαινε ότι ένας Ιταλός είναι τόσο καλός όσο ένας Γερμανός! Ότι δεν υπάρχει διαφορά στο αίμα της φυλής των σκλάβων και της φυλής των αφεντάδων! Ποιο το νόημα του αγώνα μας τότε;» Ο Χάρτμαν όμως έχει δει πολλά για να αποδεχτεί την επίσημη γραμμή. Πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είδε γάλλους πατριώτες να πεθαίνουν χωρίς να προδώσουν. «Οι Γερμανοί απλώς αρνούνται να καταλάβουν ότι ο κόσμος θέλει να είναι ελεύθερος» λέει στον σκανδαλισμένο Μπέργκμαν.

Αυτό είναι και το βαθύτερο μήνυμα της ταινίας: όσο τρομερά κι αν είναι τα πράγματα, όσο κι αν φαίνεται να κυριαρχεί το κακό, η τελική νίκη του καλού είναι εξασφαλισμένη χάρη στη δύναμη και την επιμονή εκείνων που μάχονται για το δίκαιο. Η ταινία παρουσιάζει το κακό ως αιώνιο, ως κάτι που εκμεταλλεύεται τους αδύναμους, διαφθείρει και καταστρέφει ό,τι μπορεί, αλλά ο Ροσελίνι αντιπαραθέτει σε αυτή την εικόνα έναν ισχυρότερο φόρο τιμής στο πνεύμα ανθρώπων όπως ο Τζόρτζιο και ο Δον Πιέτρο. Αυτοί οι δύο άντρες, με τόσο διαφορετικές απόψεις και τρόπους ζωής, με διαφορετικές αξίες και πίστη, ενώνονται στη βαθιά καλοσύνη τους, στην επιθυμία να βοηθήσουν τους άλλους, να πολεμήσουν το κακό, να μη συμβιβαστούν με τις εύκολες λύσεις.

Περισσότερο από τον ρεαλισμό των εικόνων και την εδραίωση θεμάτων και μυθολογιών που θα σημαδέψουν τη «νέα πραγματικότητα» της μεταπολεμικής Ιταλίας, εντυπωσιάζει η εμπιστοσύνη του Ροσελίνι στα ίδια τα γεγονότα, την αλήθεια και τη διάρκειά τους, τα οποία η κάμερα απλώς συλλέγει ταπεινά, χωρίς να προσθέτει δραματουργία ή «καλλιτεχνική» γραφή. Ο νεορεαλισμός γεννιέται -και θα σημαδέψει το δεύτερο μισό του αιώνα στον κινηματογράφο.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *